Μεταξάς – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

«Η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο τού 1940 θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί» – Τί θέλει να πει ο «ποιητής» άραγε;

  02/11/2009 | Σχολιασμός

Επειδή ο γράφων είναι «περιορισμένης ευθύνης» και τα υψηλά νοήματα δεν τα πιάνει με τη μία, μήπως θα μπορούσε κάποιος αναγνώστης με υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης, να εξάγει κάποιο συμπέρασμα απ’ το ακόλουθο κείμενο;

«69 χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν «ξένος» (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την «ενότητα» ούτε «το μεγαλείο του έθνους», αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο…».
Νάσος Θεοδωρίδης, μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης.

Τί εννοεί ή υποννοεί ο «ποιητής», με την «ψύχραιμη αποτίμησή» του στο υπογραμμισμένο κείμενο;

Ποιός είπε το ιστορικό «ΟΧΙ»; Ο δικτάτορας Μεταξάς ή ο ελληνικός λαός; – 28η Οκτωβρίου κι επέτειος ενός ψευτοδιλήμματος

  28/10/2009 | Σχολιασμός

ΟΧΙΚάθε χρόνο, τέτοιον καιρό, στον εορτασμό της επετείου του μεγάλου «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου του 1940, έχουμε ξανά και μανά το ίδιο τροπάριο. Ποιος το είπε το «ΟΧΙ»; Ο Ιωάννης Μεταξάς ή ο λαός;

Ένα ψεύτικο δίλημμα, μόνο και μόνο για να μειωθεί και να ακυρωθεί ο δικτάτορας Μεταξάς. Μόνο ένας ηλίθιος θα αμφέβαλλε για το δεδομένο «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού, που θα έπαιρνε τα όπλα, όποια κι αν ήταν η απάντηση του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο. Είτε το θέλουμε όμως είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε καλώς είτε κακώς, αυτός ο άνθρωπος βρέθηκε στο τιμόνι της Ελλάδος εκείνη την δεδομένη στιγμή κι αυτός είπε το επίσημο «ΟΧΙ» (που συμφωνούσε βεβαίως με το κοινό λαϊκό αίσθημα), κυριολεκτικά κι όχι μεταφορικά ή συμβολικά. Και για τους λάτρεις της πραγματικής ιστορίας (που γράφει και δεν ξεγράφει), ο άνθρωπος που εισέπραξε το «ΟΧΙ», ο Ιταλός πρέσβης Εμμανουέλε Γκράτσι φρόντισε -προς τιμήν του- να διασώσει ολόκληρο τον δραματικό διάλογο που έκανε με τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Επιπλέον, η επιστράτευση κηρύχθηκε άμεσα, την ίδια ημέρα, που σημαίνει ότι για το επίσημο ελληνικό κράτος, δεν υπήρξε ουδεμία αμφιταλάντευση ή δισταγμός.

Εφημερίδα της κυβερνήσεως - 28 Οκτωβρίου 1940

Επειδή, συνήθως, αυτό το ψευτοδίλημμα προέρχεται από τα αριστερά, θέλοντας ν’ ανακατέψουν τον φασισμό του Χίτλερ και του Μουσολίνι μ’ αυτόν του Μεταξά, καλό θα είναι να «φρεσκάρουμε» και λίγο την μνήμη μας και να θυμηθούμε πως αντέδρασε η επίσημη Αριστερά την εποχή εκείνη.

Στις 28 Οκτωβρίου, η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα. Οι Έλληνες σπεύδουν στο πολεμικό μέτωπο κι έτσι οι εξελίξεις προσπερνούν τα μανιφέστα του ΚΚΕ. Λίγες μέρες μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στις 2 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται στον αθηναϊκό τύπο (με την έγκριση Μεταξά), μια ανοιχτή επιστολή (που καταγγέλθηκε αργότερα από το ΚΚΕ ως πλαστή) του φυλακισμένου ηγέτη του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, με τίτλο «Ανοιχτό Γράμμα του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Ε. προς το λαό της Ελλάδας», με την οποία καλεί όλους τους Έλληνες να ενωθούν κάτω από την κυβέρνηση Μεταξά και να αντισταθούν:

Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι Έλληνες παλεύουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικο‐απελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό τον Μουσολίνι.

 

Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟ‐ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ (σ.σ.: Τα κεφαλαία μεταφέρονται όπως έχουν στο πρωτότυπο).

 

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

 

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα ‘ναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.

 

Αθήνα, 31 του Οκτώβρη 1940
ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ
Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ

Λίγες μέρες αργότερα όμως, ο «σύντροφος» Ζαχαριάδης τα μαζεύει άρον άρον και και με μια νέα επιστολή του, στις 26 Νοεμβρίου 1940, ζητά από την Ελλάδα να κρατήσει…ουδετερότητα. Έρχεται και η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, στις 7 Δεκεμβρίου 1940, κι ενώ έχει απελευθερωθεί η Βόρεια Ήπειρος, βάζει το κερασάκι πάνω στην τούρτα, εκδίδοντας ένα ακόλουθο μανιφέστο (ΚΚΕ-Επίσημα Κείμενα, τόμος Ε’), όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει:

Ο πόλεμος αυτός προκλήθηκε από τη βασιλομεταξική σπείρα, που διατάχτηκε από τους Εγγλέζους ιμπεριαλιστές, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδος μας. Ούτε είναι βέβαια «πόλεμος κατά του φασισμού», όπως δήλωσε κυνικά ο αρχιφασίστας Μεταξάς, ο δήμιος του λαού μας. Μα ούτε και πόλεμος για την απελευθέρωση των ελληνικών μειονοτήτων της Αλβανίας απ’ το ζυγό του ιταλικού φασισμού και της αλβανικής αστοτσιφλικάδικης κλίκας, γι’ αυτό ο πόλεμος αυτός δεν μπορεί να ‘χει καμμία σχέση με την ελευθερία…
Καλούμε τους πολεμιστές μας ν’ αρνηθούν να πολεμήσουν πέρα απ’ τα σύνορα της πατρίδας μας. Τι ζητάμε στην Αλβανία; Που μας πάνε; Ο λαός μας δε θέλει δεύτερο Σαγγάριο.

Στις 14 Απριλίου 1941, δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, με την οποία, λίγο πολύ, καλεί τον λαό, αντί να στραφεί εναντίον των κατακτητών, να στραφεί εναντίον της κυβέρνησης, γιατί ο πόλεμος είναι…άδικος:

Καλούμε όλο το λαό να σκεφθή πόσο διαφορετική θα ήταν ή θέση τον σήμερα, αν η επιστράτεψη της 28 Οκτωβρίου 1940 μετατρεπόταν σε λαϊκό ξεσήκωμα, που θα σάρωνε τη διχτατορία και θ’ ασφάλιζε την ειρήνη και την ανεξαρτησία μας, με μια συμφωνία με τη Σοβιετική Ένωση. Να σκεφθή πόσες μανάδες θα χαίρονταν τα παληκάρια τους, πώς η Μακεδονία, η Θράκη και όλα όσα ακόμα θα χάσουμε, θα γλύτωναν τον ξενικό ζυγό και πώς αντί για μαγνητικές νάρκες, μπόμπες, πείνα και καταστροφές, ο λαός μας θά ‘χε τώρα πραγματική ελευθερία. Να σκεφθή ακόμα πώς αν το σωτήριο αυτό ξεσήκωμα δεν έγινε, αιτία είναι η πλάνη τον λαού πώς ο πόλεμος ήταν δίκαιος, πώς άλλος τρόπος για να υπερασπίσουμε την ανεξαρτησία μας δεν υπήρχε. Και να μάθη πώς με την πλάνη αυτή τον ξεγέλασαν οι τύραννοι, αναθέτοντας σε χαφιέδες της «προσωρινής διοίκησης» να σκαρώσουν ατιμίες και παγίδες πλαστογραφίες, και άλλα εγκλήματα, όπως το πλαστό γράμμα τον αρχηγού του λαού, σύντροφου Ζαχαριάδη.

Πως εξηγείται αυτή η στάση του ΚΚΕ; Απλούστατον…
Η μαμά Σοβιετική Ένωση, έναν χρόνο πριν, έχει υπογράψει με την Γερμανία, το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, το οποίο προβλέπει τον μη πόλεμο μεταξύ αυτών των χωρών. Ως γνωστόν, ο Χίτλερ σύντομα το έκανε κωλόχαρτο αυτό το σύμφωνο και επιτέθηκε στην Σοβιετική Ένωση.

Πως εξηγείται αυτή η στάση του ΚΚΕ; Απλούστατον…
Η Σοβιετική Ένωση, ενάμισι χρόνο περίπου πριν (στις 23 Αυγούστου 1939), έχει υπογράψει με την Γερμανία, το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, το οποίο προέβλεπε την μη επίθεση μεταξύ αυτών των χωρών. Η Γερμανία εφ’ όσον είχε υπογράψει σύμφωνο (το οποίο, το ΚΚΕ αποκαλούσε «όργανο ειρήνης») με την «μάνα» Σοβιετική Ένωση, θεωρούνταν πλέον «φίλη» χώρα.

Ως γνωστόν όμως, αφού αυτοί οι δυο χώρισαν την Ευρώπη στα δύο και κατακτούσαν την μία χώρα μετά την άλλη, ο Χίτλερ σύντομα, αυτό το «όργανο ειρήνης» το έκανε κωλόχαρτο και στις 22 Ιουνίου 1941 επιτέθηκε στην Σοβιετική Ένωση, εφαρμόζοντας την γνωστή επιχείριση «Μπαρμπαρόσα».

Ποια ήταν η αντίδραση του ΚΚΕ; Με απόφαση στις 1-8-1941, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, κάλεσε τον ελληνικό λαό να υπερασπίσει την…Σοβιετική Ένωση!… («Το Κ.Κ.Ε. από το 1931 ως το 1952», ΚΚΕ):

Μέσα στις σημερινές συνθήκες το βασικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών είναι η οργάνωση της πάλης του ελληνικού λαού για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης και την αποτίναξη του ξενικού ζυγού.

 

Το ΚΚΕ καλεί τον ελληνικό λαό, όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις του σε ένα εθνικό μέτωπο της απελευθέρωσης:
α) Για το διώξιμο της γερμανοϊταλικής κατοχής.
β) Για την ανατροπή της κυβέρνησης-οργανέτου τους.
γ) Για την καθημερινή υποστήριξη και υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η παράνοια δεν τελειώνει εδώ όμως.
Το 1945, το ΕΑΜ απαιτούσε την επιστροφή των…Τσάμηδων στα σπίτια τους στην Ήπειρο!!!

ΕΑΜ-Τσάμηδες

Όλα αυτά δεν αναφέρονται για να εξωραϊστεί ο δικτάτορας Μεταξάς, ούτε για να ξύνονται παλιές πληγές και «αμαρτίες» της Αριστεράς. Ο δικτάτορας είναι δικτάτορας (και μάλιστα ο συγκεκριμένος, ήταν ένας «άνθρωπος μικρός», όπως έγραψε ο Γεώργιος Βλάχος στην «Καθημερινή», το 1922). Τελεία και παύλα. Να μην έχουμε όμως και επιλεκτική μνήμη, ειδικά μάλιστα απ’ την στιγμή που η Αριστερά έχει ουσιαστικά οικειοποιηθεί την υπόθεση «Εθνική Αντίσταση».

Μαθητικές παρελάσεις, Μεταξάς κι Αριστερά

  26/03/2009 | Σχολιασμός

Είναι ευρέως διαδεδομένος σήμερα ο μύθος, ότι οι μαθητικές παρελάσεις στην Ελλάδα, είναι επινόηση του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά κι ως εκ τούτου σύμφωνα με τις απόψεις που επικρατούν σε ένα τμήμα, κυρίως του αριστερού χώρου (και κυρίως του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.), έχουν φασιστικό και μιλιταριστικό νόημα και θα πρέπει να καταργηθούν.

Το αν θα πρέπει να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις ή αν κακώς γίνονται, βεβαίως είναι ένα θέμα που σηκώνει συζήτηση, όχι όμως για τον λόγο (ο οποίος αποτελεί και το ισχυρότερο επιχείρημα) που επικαλούνται οι «διεθνιστές» (και κατά πολλούς, «εθνομηδενιστές»). Ο Μεταξάς μπορεί να καθιέρωσε τις μαθητικές παρελάσεις, αλλά δεν τις επινόησε αυτός, ούτε και τις εισήγαγε από τις χώρες του φασισμού και του ναζισμού, δηλαδή την Ιταλία και την Γερμανία. Μαθητικές παρελάσεις μαρτυρούνται* και πριν την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά:

Στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» της 26ης Μαρτίου 1899, διαβάζουμε:
«Μετά την δοξολογίαν τα παρατεταγμένα σώματα παρήλασαν με την μουσικήν επικεφαλής δια της οδού Σταδίου. Ιδιαιτέραν αίσθησιν έκαμεν η πρώτην φοράν εφέτος γενομένη παρέλασις των μαθητών των νομαρχιακών σχολείων Αττικής κατά τετράδες βαινόντων με την ελληνικήν σημαίαν εμπρός. Οι μικροί μαθητές με κανονικότατον βάδισμα (…) έψαλλον πατριωτικά άσματα μεταδίδοντα παντού την συγκίνησιν και τον ενθουσιασμόν. Η παρέλασις εκείνη των χιλίων παιδίων έδωκε μίαν εξαιρετικήν ζωήν εις την εορτήν (…) Εύγε εις τον έχοντα την ωραίαν ιδέαν κ. Μιχαλόπουλον επιθεωρητήν των σχολείων».

Κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου του 1914, διαπιστώνουμε από την ίδια εφημερίδα (26/3/1914) πως οι μαθητές των σχολείων του Πειραιά προσήλθαν συντεταγμένοι στη δοξολογία, κρατώντας ταινίες γαλανόλευκες. Στο Άργος οι μαθητές συμμετείχαν σε πομπή λαμπαδηφορίας άδοντας πατριωτικά τραγούδια. Λαμπαδηφορία έγινε, επίσης, στη Λάρισα με τη συμμετοχή των σχολείων και του στρατού. Στην Κέρκυρα οι μαθητές όλων των σχολείων προσήλθαν το πρωί στη δοξολογία, ενώ «την νύκτα εγένετο λαμπρά παρέλασις προ των Ανακτόρων και δια των κεντρικοτέρων οδών, των στρατιωτικών λαμπαδηφορούντων, των δε μαθητών του Γυμνασίου μετά ανηρτημένων ενετικών φανών τη συνοδεία της μουσικής Ρομποτή έψαλλον το εμπνευσμένο εμβατήριο ‘’Ήπειρος’’».

Το 1926 στην Αθήνα ο εορτασμός έγινε στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Σύμφωνα με την εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» της 26ης Μαρτίου, υπήρξε πρωτοφανής συρροή πλήθους: «Προ του Σταδίου είχε παραταχθή τάγμα του 1ου Συντάγματος και άνδρες της αστυνομίας πόλεων (…) Άλλα στρατιωτικά τμήματα είχον παραταχθή επί των μικρών οδών των αγουσών εις το Στάδιον (…) Μέχρι τις 10:30 είχε τελειώση η προσέλευσις των σχολείων, των προσκόπων, των μαθητριών, των Λυκείων, κτλ». Μετά την προσέλευση των επισήμων σχηματίστηκε εκκλησιαστική πομπή και τελέστηκε η δοξολογία. Ακολούθησε χορός. «Μετά τον χορόν επρόκειτο να παρελάσουν ενώπιον των επισήμων τα σχολεία (…) Το πλήθος που είχε συρρεύσει εντός του στίβου καθίστα αδύνατον την παρέλασιν».

Δεν υπάρχει χρεία και άλλων μαρτυριών. Οι προαναφερθείσες τεκμηριώνουν αδιάσειστα ότι η συμμετοχή των σχολείων αποτελούσε πανελλαδικά μέρος του εθνικού εορτασμού της 25ης Μαρτίου, δεκαετίες προ της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, του φασισμού και του χιτλερισμού (που τότε δεν υπήρχαν καν σε έννοιες, φυσικά). Σημαντικό γεγονός, επίσης, το οποίο σκοπίμως παρασιωπείται είναι ότι καθ’ όλη αυτή την περίοδο στον εθνικό εορτασμό συμμετείχαν και τα σωματεία των εργαζομένων, τα οποία προσέρχονταν στη δοξολογία με τις σημαίες τους.

Θα πρέπει δε, να διευκρινιστεί σ’ αυτό το σημείο, πως οι μαθητικές παρελάσεις σήμερα είναι θεσμοθετημένες, όχι βάσει του νόμου Μεταξά, αλλά νεότερων διαδοχικών νομοθετικών ρυθμίσεων (καλώς ή κακώς, είναι συζητήσιμο κι αυτό), από κυβερνήσεις δημοκρατικά (βεβαίως) εκλεγμένες:

Τα σχολεία ιδιωτικής και δημοσίας εκπαίδευσης συμμετέχουν υποχρεωτικά στις παρελάσεις με το σύμβολο του έθνους. Τα τμήματα των σχολείων κατά την παρέλαση θα παρουσιάζουν, ένα ομοιόμορφο σύνολο και η εμφάνιση θα είναι αυτή που θα αρμόζει σε μαθητές-τριες.
Οι επικεφαλείς των τμημάτων καθηγητές Φυσικής Αγωγής, οφείλουν να ακολουθούν τα τμήματά τους από το αριστερό μέρος σε όλη τη διαδρομή της παρέλασης.

 

Επειδή η παρέλαση γίνεται για ανάμνηση αλλά και για να τιμηθούν πρόσωπα και γεγονότα μια ορισμένης χρονικής περιόδου που έχει αξία για μας σήμερα θα πρέπει η ποιότητα αυτής της εκδήλωσης να είναι η υψηλότερη.

Και καθώς σήμερα, εκτός του ότι, σε αντίθεση με ότι προβλέπει ο νόμος, η συμμετοχή στις μαθητικές παρελάσεις έχει καταστεί ουσιαστικά προαιρετική, ίσως θα ήταν καλό να δει κάποιος τα πράγματα κι από άλλη οπτική γωνία, σύμφωνα και με το σχόλιο του αριστερού γελοιογράφου, Στάθη:

«Αδικεί τον εαυτόν της η Αριστερά, αν κάποιοι, όταν κάνουν παρέλαση παιδιά με ειδικές ανάγκες, διακριβώνουν μιλιταρισμό!… Ή, αν στη χαρά της λαϊκής γιορτής με τα σημαιάκια των πιτσιρικάδων, το καμάρι των χαζομπαμπάδων και το νυφοπάζαρο, βλέπουν τα… Ες-Ες να ξανάρχονται! […] Τα σύμβολα, όπως η σημαία και οι εκδηλώσεις, όπως οι παρελάσεις, δεν της ανήκουν της Δεξιάς… Είναι κτήμα του λαού, που πολέμησε, αντιστάθηκε κι έζησε… Δεν μπορεί να τα χαρίσει η Αριστερά…».

Θα ήταν ίσως και χρήσιμο να εξηγήσει κάποιος στην ανύμπορη γιαγιά της ακόλουθης φωτογραφίας, σε γλώσσα κατανοητή γι’ αυτήν, γιατί δεν θα πρέπει να ξαναπάρει το καρεκλάκι της και να πάει να χειροκροτήσει τα εγγόνια της…

Γιαγιά-Παρέλαση

* Τα αποσπάσματα από την εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», δημοσίευσε ο Χρήστος Α. Κορκόβελος στην ιστοσελίδα «Αντίβαρο».

«Φύγε απ’ εδώ άνθρωπε μ ι κ ρ έ» και «Οίκαδε» – Δύο άρθρα του 1922, που έγραψε ο Γεώργιος Βλάχος στην «Καθημερινή»

  07/02/2009 | Σχολιασμός

Γεώργιος Α. ΒλάχοςΟ περισσότερος απλός κόσμος, γνωρίζει τον Ιωάννη Μεταξά για δύο κυρίως λόγους:
1. Ήταν δικτάτορας.
2. Είπε το «ΟΧΙ» στους Ιταλούς το 1940.

Υπάρχει όμως και μια σελίδα στην ιστορία του Ιωάννη Μεταξά, η οποία δεν είναι ευρέως γνωστή. Εκτός του ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο κι αυτός στον Εθνικό Διχασμό (ήταν βασιλόφρων κι επομένως αντιβενιζελικός), την άνοιξη του 1921, αρνήθηκε τις κρίσιμες εκείνες στιγμές της Μικρασιατικής Εκστρατείας, να βοηθήσει (και λόγω της εμπειρίας του στους Βαλκανικούς Πολέμους) όταν του προτάθηκε η αντιστρατηγία και στην συνέχεια η αρχιστρατηγία του μικρασιατικού στρατού. Αντ’ αυτού περιορίστηκε να παίξει τον ρόλο της Κασσάνδρας προφητεύοντας την επικείμενη κατάρρευση του μετώπου. Η θέση βέβαια του Μεταξά για την Μικρασιατική Εκστρατεία, ήταν ανέκαθεν γνωστή: Πίστευε ότι δεν θα έπρεπε να γίνει και είχε προεξοφλήσει μάλιστα από το 1914 την ήττα του ελληνικού στρατού σε ενδεχόμενη απόβαση στην Μικρά Ασία.

Όταν επήλθε πια η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, η οποία λίγες μέρες μετά οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή, στην Ελλάδα γινόταν πολιτικές ζυμώσεις για την νέα κυβέρνηση που θα αναλάμβανε τα ηνία και την υποχρέωση να «μαζέψει τα κομμάτια της». Ανάμεσα λοιπόν στους διεκδικητές της εξουσίας, ήταν και ο Ιωάννης Μεταξάς με το κόμμα των «Ελευθεροφρόνων». Αυτή η κίνηση του Μεταξά θεωρήθηκε προκλητική και βασανιστική για την κοινή λογική (λόγω της προηγούμενης στάσης του στο μικρασιατικό ζήτημα) και εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο Γεώργιος Βλάχος, στις 25-8-1922 (7 Σεπτεμβρίου 1922 με το νέο ημερολόγιο), δημοσίευσε ένα δηκτικό και αιχμηρότατο άρθρο στην «Καθημερινή»:

«Ένας κύριος εισέρχεται εις την σχολήν των ευελπίδων, τρέφεται εκεί και εκπαιδεύεται, όπως όλοι οι μαθηταί, δι’ εξόδων σχεδόν του Κράτους. Γίνεται ανθυπολοχαγός, φορεί γαλόνια, του κάμουν σχήματα οι στρατιώται, παραμερίζουν οι πολίται όταν περνά, είναι αξιωματικός παίρνει μισθόν. Προάγεται. Σήμερον λοχαγός, αύριον ταγματάρχης, μεθαύριον συνταγματάρχης, έπειτα αντιστράτηγος. Και τα έτη αυτά πληρώνεται, είναι σεβαστός, είναι σπουδαίος. Το κράτος εις το οποίον εστοίχησε τόσα, γυρίζει τον βλέπει, τον καμαρώνει:
– Ιδού ένας κύριος, τον οποίο ανέθρεψα, εμεγάλωσα, ετίμησα, επλήρωσα, δια να τον έχω την στιγμήν της ανάγκης. Οιασδήποτε ανάγκης αυτής την οποία κρίνω εγώ και υπέρ ης θυσιαστεί ασυζητητί αυτός. Διότι θυσιάζονται άλλοι: χωρικοί, εργάται, άνθρωποι του γραφείου, πολίται και πολίται μηδεμίαν πραγματικήν έχοντες προς εμέ υποχρέωσιν, όταν εγώ το ζητήσω.

Αυτά σκέπτεται το Κράτος. Και η στιγμή έρχεται: Μία εκστρατεία. Το Κράτος καλεί δεξιά και αριστερά τους Έλληνας, παιδιά δεκαοκτώ ετών, αφίνουν τα θρανία, άνθρωποι οικογενειάρχαι κλείνουν το σπίτι, το μαγαζί, ζώνονται τις παλάσκες, τον γυλιόν, τα φυσέκια, αποχαιρετούν άλλοι με ενθουσιασμόν, άλλοι με δάκρυα και στενοχωρίαν, και τρέχουν εκεί που τους στέλνει το Κράτος. Που πηγαίνουν; Δεν ερωτούν! Τι θα γίνη, δεν ξεύρουν. Εμπρός παιδιά! Και πηγαίνουν εμπρός. Σκοτωθήτε παιδιά! Και σκοτώνονται. Και όλοι είναι παιδιά; Όχι. Είναι και άνθρωποι προ πολλού καταβάλοντες βαρύν τον φόρον των θυσιών προς την πατρίδα, άνθρωποι κουρασθέντες από τα πολεμικά, άνθρωποι ξένοι προς της νίκης τα αγαθά και προς της δόξης τα κέρδη. Εν τούτοις πηγαίνουν. Διότι έτσι είναι, διότι έτσι γίνεται. Διότι ο πολίτης δεν παζαρεύει με την Πατρίδα.

Τότε έρχεται και η σειρά του κ. Αντιστρατήγου:
– Περάστε κ. Αντιστράτηγε. Σας χρειαζόμεθα. Αρχηγόν του στρατού. Αρχηγόν του Επιτελείου, αυτό ή εκείνο… λέγει πνιγμένον από την ανάγκην το Κράτος.
– Δεν πάω, λέει ο κ. Αντιστράτηγος.
– Διατί;
– Διότι η εκστρατεία αυτή δεν μου αρέσει. Διότι θα αποβή ολεθρία, διότι τα πράγματα θα πάνε έτσι κι’ έτσι…

Και ο κ. Αντιστράτηγος προμαντεύει την καταστροφήν. Και το Κράτος; Το Κράτος το οποίον εφήρμοσε τον νόμον περί ληστείας δια να συλλάβει τους ανυποτάκτους, της υπαίθρου της χώρας, το οποίο εφάνη αμείλικτον όταν κανείς τσοπάνης, πατήρ τεσσάρων ή πέντε τέκνων, δεν προσήλθεν εν καιρώ, κουνεί το κεφάλι του, μετρά τα έξοδα και τους μισθούς που επλήρωσε, καμαρώνει τα γαλόνια και τους βαθμούς και τον αφίνει και φεύγει. Τότε εις την έξοδον τον συλλαμβάνει ένας δημοσιογράφος -ο δημοσιογράφος είναι εν ζωή και γράφει αυτήν τη στιγμήν- και του λέγει:
– Κύριε Αντιστράτηγε, κάτι εκρυφάκουσα από την πόρτα: Θεωρείτε την εκστρατείαν καταστρεπτικήν; Έτσι την νομίζω και εγώ. Έρχεσθε εσείς με το κύρος σας και εγώ με την πένναν μου, να του ειπούμε εις τον κόσμον; Διότι είναι φοβερόν, να ξέρετε ότι θα επέλθη μία καταστροφή και ούτε να την καταστήσετε ίσως μικροτέραν, ούτε να επιχειρήτε να την σταματήσετε, εκ φόβου ότι θα χάσετε αγαθά της προφητείας.

Αλλ’ ο κ. Αντιστράτηγος θεωρεί τούτο καταστρεπτικό. Και σιωπά και πηγαίνει εις το Φάληρον και κλειδώνεται και περιμένει. Τι περιμένει; Περιμένει ως κόραξ την καταστροφήν, τον θάνατον, από τον οποίο πρόκειται να τραφεί η φιλοδοξία του. Κάτω εις τα πεδία των μαχών γίνονται λάθη. Ο Αντιστράτηγος τα γνωρίζει και σιωπά. Γίνονται επιχειρήσεις μέλλουσαι να φέρουν την προφητευθείσαν καταστροφήν. Ο κ. Αντιστράτηγος τας γνωρίζει και σιωπά.

Και όταν η καταστροφή επήλθε, όταν κλαίουν όλα γύρω του, όταν ο οίκος της Ελλάδος επληρώθη από τραυματίας, νεκρούς, πρόσφυγας, δυστυχίαν, ο κ. Αντιστράτηγος
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Το ιστορικό «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου 1940 – Ο δραματικός διάλογος Μεταξά και Γκράτσι και η ιστορική άρνηση στην ιταλική πρόκληση

  28/10/2008 | Σχολιασμός

Ιωάννης ΜεταξάςΟ Εμμανουέλε Γκράτσι, πρέσβης της Ιταλίας στην χώρα μας, το 1940, συμπρωταγωνιστής κι αυτός της ιστορικής εκείνης νύχτας της 28/10/1940 στο βιβλίο του, που το ονομάζει με μια πρωτοφανή οξυδέρκεια για το μέλλον του καθεστώτος Μουσολίνι: «Η αρχή του τέλους – η επιχείρηση κατά της Ελλάδος», γράφει τα εξής:

Δέκα λεπτά πριν από τις 3 της νύχτας της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο στρατιωτικός μου ακόλουθος, ο διερμηνέας μου και εγώ, φθάσαμε στην καγκελόπορτα μιάς μικρής οικίας στην Κηφισιά, όπου έμενε ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος. Στον φρουρό της οικίας είπα ότι επιθυμώ να δώ τον Πρωθυπουργό για κάτι πολύ επείγον. Ο φρουρός άρχισε να κτυπά το κουδούνι του εσωτερικού της οικίας, αλλά δεν ελάμβανε καμίαν απάντηση. Διερωτήθηκα εάν ήτο δυνατόν μια πρωθυπουργική κατοικία να μην απαντά αμέσως. Γιατί εγώ είχα εντολή να παραδώσω το τελεσίγραφον στις 3 π.μ. ακριβώς, της 28/10/1940, λόγω Δε της προσπάθειας μου να ακουσθεί το κουδούνι και να ανοίξει η πόρτα, η ώρα είχε ήδη φθάσει 3.

 

Επιτέλους το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξά, που έκαμε την εμφάνισή του σε μια μικρή πλαϊνή πόρτα και αναγνωρίζοντάς με, με άφησε να περάσω. Ο Μεταξάς φορούσε μια μάλλινη ρόμπα, από τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο βαμβακερό νυκτικό. Μου έσφιξε το χέρι και με έβαλε να καθίσω σε ένα μικρό φτωχικό σαλόνι του σπιτιού. Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να το εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940.

 

Το ιταλικό τελεσίγραφο, είχε ως εξής:
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής