Μικρά Ασία – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853) – Το μεγάλο θύμα της ελληνορθόδοξης Ιεράς Εξέτασης

  10/01/2011 | Σχολιασμός

Θεόφιλος ΚαΐρηςΑπό κανένα σκιάχτρο δεν τρομάζεις,
γαληνός, αμετάνοιωτος τ’ αδειάζεις
το πικρό ποτήρι!
Μ’ εσένα ο Χριστός, ιερέ Καΐρη!

Η φυλακή σου γίνεται βωμός,
στεφάνι αχτιδωτό κι ο αφορεσμός,
αγνότερη μια πίστη σ΄ανυψώνει,
όπου ασκλάβωτη η σκέψη αποθεώνει.

Η μάνα σου στο φως και στη δροσιά,
—γεια σας, χρυσά κυκλαδικά νησιά!—,
γυρεύει τη σεμνή σου την εικόνα,
να βάλει του μετώπου της κορώνα.

Μα η Πολιτεία, μα να η μεγάλη μάνα,
που συχνότατα βρέχει ουράνιο μάννα,
στον τιποτένιο ή στον ληστή, κρατεί
την πόρτα της τιμής για σε κλειστή.

Εγώ, ποιητής κριτής –διπλός μου ο θρόνος–
πρώτος, μέσα σε αδιάφορους και μόνος,
στου λόγου τον ορείχαλκο χυμένο
για τους αιώνες τ΄ άγαλμά σου σταίνω!

Κωστής Παλαμάς

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 και ήταν γιος του Νικόλαου Καΐρη και της Ασημίνας Καμπανάκη. Η οικογένεια του ήταν μία απ’ τις αρχαιότερες στο νησί. Το όνομα Θεόφιλος θα το λάβει αργότερα, ενώ το όνομα το όποιον του δόθηκε από τους γονείς του, ήταν Θωμάς. Ο Θωμάς είχε τρεις αδελφούς, τον Ευγένιο, τον Ιωάσαφ και τον Δημήτριο, καθώς και τρεις αδελφές, την Μαρία, την Λασκαρώ και την περίφημη Ευανθία, «την πρώτην σοφήν Ελληνίδα των νεωτέρων χρόνων», όπως την αποκάλεσαν, η οποία ήταν είκοσι έτη νεότερη απ’ αυτόν και την ανέθρεψε ο ίδιος.

Ο αδελφός του, ο Ευγένιος, πήγε στην Ευρώπη για σπουδές, έγινε αρχιμανδρίτης και πέρασε όλη τη ζωή του στην Τεργέστη, ως εφημέριος της εκεί ελληνικής παροικίας. Τον μοναχικό βίο ακολούθησε επίσης και ο Ιωάσαφ, ο οποίος συνόδευσε τον Θεόφιλο σε όλα τα ταξίδια και τις περιπέτειές του. Ο τρίτος αδελφός του, ο Δημήτριος, δεκαπέντε έτη νεότερός του, διακρίθηκε στο εμπόριο και κατόπιν θα δωρίσει σημαντικά ποσά για την ανέγερση του ορφανοτροφείου τού αδελφού του.

Από μικρή ηλικία ο Θεόφιλος έχει χαρακτήρα σοβαρό και μιλά σαν ενήλικος. Σε ηλικία επτά ετών σώζει ένα παιδί από πνιγμό με κίνδυνο της ζωής του. Αφού μάθει τα πρώτα γράμματα στην σχολή τού Κάτω Κάστρου της Άνδρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο, μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1794, μεταβαίνει στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας κατόπιν προσκλήσεως τού αδελφού τής μητέρας του, Σωφρονίου Καμπανάκη, ο οποίος ήταν εφημέριος στον ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών. Στα 1802 ιδρύεται το «Ελληνομουσείον», η Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Καΐρης φοίτησε στην Ακαδημία και ταυτόχρονα εργαζόταν προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες στο σπίτι του Χατζή Διαμαντή, γαμπρού του Γρηγορίου Σαράφη, καθηγητή της σχολής. Στην Ακαδημία διδάχθηκε Φιλολογία και Φιλοσοφία από τον Γρηγόριο Σαράφη και Μαθηματικά και Φυσικές επιστήμες από τον περίφημο διδάσκαλο της εποχής Βενιαμίν τον Λέσβιο. Από τις Κυδωνίες μεταβαίνει στην Πάτμο, ακολουθώντας τον Σαράφη, όπου συνεχίζει τις σπουδές του στην ακμάζουσα τότε «Πατμιάδα Σχολή», με καθηγητή τον Δανιήλ Κεραμέα. Δεν παραλείπει να μαθητεύσει και στην, επίσης σημαντική, «Σχολή» τής Χίου, όπου δίδασκαν ο Αθανάσιος Πάριος και ο Δωρόθεος Πρώιος.

Στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, ο Καΐρης γίνεται μοναχός, ενώ το 1801 χειροτονείται διάκονος και λαμβάνει το όνομα Θεόφιλος. Έρχεται πλέον η ώρα να μεταβεί στην Ευρώπη για την συνέχιση των σπουδών του, προκειμένου να γνωρίσει τις νέες επιστημονικές κατακτήσεις και τις νέες φιλοσοφικές ιδέες που κυκλοφορούν εκεί. Το 1803 με δαπάνες του θείου του και μερικών πλουσίων Κυδωνιατών έφυγε στην Ευρώπη. Αρχικά διέμεινε στην Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι. Στην συνέχεια, από το 1803 έως το 1807 σπουδάζει στην Ιταλία, στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, Φιλοσοφία και Φυσικομαθηματικές Επιστήμες. Παρακολουθεί επίσης και μαθήματα Φυσιολογίας στην ιατρική σχολή τού Πανεπιστημίου με συμφοιτητή τον μετέπειτα πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη. Από την Ιταλία μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου κυριαρχεί η πνευματική κίνηση, η οποία έχει προκύψει από την Γαλλική Επανάσταση. Εκεί ο Καΐρης αφοσιώνεται στην μάθηση διάφορων φιλοσοφικών μελετών. Εκεί γνωρίζει και τον Αδαμάντιο Κοραή με τον οποίον ανέπτυξε μία στενή σχέση γιου προς πατέρα. Ο Κοραής θα γράψει για τον Καΐρη: «Δύσκολον να εύρη τις εις άλλον τόσην ψυχής απλότητα με τόσον υπέρ τού κοινού καλού ζήλον ηνωμένην. Μ’ εζήτησε πολλάκις, ελθών επίτηδες, συμβουλάς περι των μέσων τού να επιταχύνη την εις τα καλά πρόοδον τού Έθνους…».
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Το νούμερο 31328 (Ηλίας Βενέζης)

  28/03/2010 | Σχολιασμός

Το νούμερο 31328 (Ηλίας Βενέζης)«Κοντεύαμε σ’ ένα ρέμα. Ακούμε μιαν εξαντλημένη γυναικεία φωνή που καλούσε. Κοιταχτήκαμε μες στα μάτια. Μας τράβηξαν προς τη φωνή. Σε λίγο τη βρήκαμε. Ήταν μια χριστιανή. Τα φουστάνια της ήταν κομμένα, πεταμένα δίπλα, απ’ τη μέση και κάτου σχεδόν γυμνή. Οι δυο γυναίκες που είχαμε μαζί μας τρέξαν κοντά της, μα οι στρατιώτες τις εμπόδισαν. Στέκαμε κάμποσα μέτρα αλάργα, και κοιτάζαμε. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τη ρωτούσε να μάθει. Ήταν σε μια προηγούμενη αποστολή. Αυτή ήταν ετοιμόγεννη, απόβαλε, την παράτησαν εκεί να τυραγνιστεί ώσπου να πεθάνει. Πάνου στα χαμόκλαδα πηχτά κομμάτια αίμα γυάλιζαν στον ήλιο σα γιούσουρο. Ο λοχίας έφτυσε με αηδία. Η γυναίκα τραβούσε ένα στρατιώτη απ’ το πανταλόνι, να τη σκοτώσει. Αυτός γύρεψε διαταγή. Του είπαν να μην την πειράξει. Έτσι την αφήσαμε ζωντανή και προχωρήσαμε».
Απόσπασμα από το βιβλίο «Το νούμερο 31328»

Την εποχή που γράφεται και δημοσιεύεται «Το νούμερο 31328» είναι ακόμη πολύ νωπά, πρόσφατα και ανεπούλωτα τα βαθύτατα τραύματα που προκάλεσε στον εθνικό κορμό η Μικρασιατική Καταστροφή… Ο Βενέζης τόλμησε να γράψει πολύ νωρίς για τα γεγονότα της Μικρασίας και είναι ο μόνος από τους συγγραφείς μας που ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα ο οποίος δεν επιχειρεί απλώς τη λογοτεχνική ανάπλασή τους, αλλά αποτυπώνει στο χαρτί την προσωπική του τραυματική εμπειρία. Γεννημένος στα χώματα της πάλαι ποτέ Ιωνίας, ο Βενέζης δοκίμασε (και δοκιμάστηκε από) τη συνολική περιπέτεια που γνώρισε ο ελληνισμός των παραλίων, και όχι μόνον, της Μικρασίας. Το σύνολο των βιωμάτων του από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια αποτέλεσε τον πυρήνα και το σταθερό μοτίβο της δημιουργικής του γραφής. Με το ταλέντο του μπόρεσε να εκφράσει και τις τρεις φάσεις από τις οποίες πέρασε ο τότε ελληνικός πληθυσμός της Τουρκίας: Την ειρηνική (μα όχι πάντοτε ανεπίληπτη και άμεμπτη) συμβίωση με το γηγενές στοιχείο πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους· τους διωγμούς, τη φυγή και την προσφυγιά κατά την εποχή της Καταστροφής· την πολλαπλώς επώδυνη αφομοίωση των προσφύγων στην πατρώα γη. Θέμα του βιβλίου είναι ακριβώς η ζωή στα τάγματα εργασίας (τα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού») τα οποία συγκροτούσαν οι Τούρκοι από τους αλλοεθνείς στρατεύσιμους όταν άρχισαν οι πρώτοι διωγμοί μετά το 1914 και στα οποία μαρτύρησαν χιλιάδες άνθρωποι το 1922, ιδίως μετά την κατάρρευση του μετώπου και την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού. Ο Βενέζης «στρατολογήθηκε» στα τάγματα εργασίας και συγκαταλέγεται στους ελάχιστους που κατόρθωσαν να επιζήσουν. Κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, που αποδεκατίζουν το εξαθλιωμένο πλήθος των σκλάβων-αιχμαλώτων, με το μαρτύριο της δίψας και της πείνας πάντοτε παρόν, με τις επιδημίες να θερίζουν, με ατελείωτες εξαντλητικές οδοιπορίες, με βιασμούς, λεηλασίες και κάθε τύπου αγριότητες, οι στρατολογημένοι σπάζουν πέτρες, ανοίγουν δρόμους, επισκευάζουν γέφυρες, αποκαθιστούν τις καταστροφές που είχε προκαλέσει στο προσωρινά νικηφόρο πέρασμά του ο ελληνικός στρατός, με έκδηλη τη διάθεση των Τούρκων να εκδικηθούν. Σ’ αυτή τη θλιβερή και ετοιμοθάνατη πομπή, που μετακινείται συνεχώς, ο άνθρωπος παύει να έχει προσωπικότητα, γίνεται ένας αριθμός χωρίς παρελθόν, χωρίς ιστορία και χωρίς μέλλον. Μετατρέπεται σε άθυρμα στα χέρια των αντιπάλων του, μια ύπαρξη χωρίς καμιά, κανενός είδους αξία, μέσα στη φρίκη, τον παραλογισμό και την παραφροσύνη του πολέμου. Η εφευρετικότητα που επιδεικνύουν στους τρόπους βασανισμού οι ανά τις εποχές νικητές απέναντι στους κατά καιρούς ηττημένους δεν αποτελεί προνόμιο και μοναδικότητα ενός και μόνου λαού, ούτε μπορεί να υπάρξει διαβάθμιση στις αγριότητες και στην ποικιλόμορφη έκφραση εκδικητικότητας και μίσους, όταν αποχαλινώνονται τα ανθρώπινα πάθη.
Αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου (Δημήτρης Δασκαλόπουλος)

Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα. Ένας κριτικός του σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι απ’ τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός». Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τ’ άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος -και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο- αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται. Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σ’ αυτό τον πόνο…
Ηλίας Βενέζης

Πάνω στον κορμό του βιβλίου τού Βενέζη, στηρίχτηκε και η ταινία του Νίκου Κούνδουρου «1922». Η προβολή της ταινίας είναι μέχρι και σήμερα, ουσιαστικά απαγορευμένη στην Ελλάδα, ενώ δεν έχει προβληθεί ποτέ στην Θράκη. Η ταινία απαγορεύτηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, μετά από διαμαρτυρία του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, με το αιτιολογικό ότι δυναμιτίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Νίκος Κούνδουρος κατάφερε να εξασφαλίσει ένα αντίγραφο της ταινίας και το πρόβαλλε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου σάρωσε τα βραβεία (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, Α’ ανδρικού ρόλου [Βασίλης Λάγγος] και Α’ γυναικείου ρόλου [Ελεωνόρα Σταθοπούλου]). Το 1982, με παρέμβαση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, απαγορεύθηκε η προβολή της ταινίας και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βουδαπέστης.

Ένα σημείωμα, μια τρύπια πεντάρα και μια παλιά μικρή ιστορία…

  15/11/2009 | Σχολιασμός

Ο Λάμπης Ν. Βολονάκης, λοχίας του Α’ λόχου του 17ου Συντάγματος Πεζικού υπηρετούσε στην Μικρά Ασία το 1920. Καθαρίζοντας το όπλο του, βρήκε ένα σημείωμα και μία…πεντάρα.

Τί έγραφε το σημείωμα;

 

Εν Μπιζανίω 20 Φεβρουαρίου 1913

 

Αγαπητέ Συνάδελφε,
Σε χαιρετώ,

 

Σε, που θα έχης την τύχη να ανοίξης το πέλμα του όπλου αυτού, θα εύρης την πεντάρα αυτή και να πάρης ένα τσιγάρο, να το καπνίσης στην υγεία μου.

 

Το όπλο αυτό το έφερα επί πέντε έτη. Το δόξασα και με δόξασε και τώρα αναγκάζομαι, να το εγκαταλείψω, λόγω τραυματισμού μου.
Πέρασα τόσες και τόσες στιγμές και δεν το εγκατέλειψα και εάν η πατρίς σε χρειασθή, να το τιμήσης.

 

Νικ. Καββαδίας
Κοθρέα – Ένωσις Κεφαλληνίας

Το σημείωμα και η τρύπια πεντάρα

Ο Λάμπης Βολονάκης, φύλαξε το σημείωμα και την τρύπια πεντάρα, μέχρι την επιστροφή του στην πατρίδα και τα κατέθεσε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία της Ελλάδος.

Πηγή: zosimaia.gr

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (Νίκος Καζαντζάκης)

  02/06/2009 | Σχολιασμός

«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ένα μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται το 1921 στη Λυκόβρυση, ένα χωριό στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Οι κάτοικοι του είχαν ένα παλιό έθιμο, κάθε 7 χρόνια έκαναν την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού και έπρεπε να διαλέξουν μερικούς από τους άνδρες του χωριού που θα υποδύονταν τους Αποστόλους και έναν που θα υποδύονταν τον Χριστό. Μαζεύονται οι δημογέροντες του χωριού και αποφασίζουν σε ποιους θα αναθέσουν τους ρόλους. Οι δημογέροντες είναι ο παπα-Γρηγόρης, ο γερο-Λαδάς, ο άρχοντας Πατριαρχέας, ο καπετάνιος και ο δάσκαλος του χωριού και αδελφός του παπα-Γρηγόρη. Οι δημογέροντες αποφασίζουν να δώσουν το ρόλο του Ιωάννη στο γιο του Πατριαρχέα τον Μιχελή, το ρόλο του Πέτρου στο Γιαννακό το ρόλο της Μαγδαληνής στην Κατερίνα την πόρνη του χωριού, το ρόλο του Ιούδα στον Παναγιώταρο και τέλος το ρόλο του Χριστού ο πιο αθώος που δεν ήταν άλλος από τον βοσκό των προβάτων του Πατριαρχέα τον Μανωλιό.

Αργά το απόγευμα, καταφθάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καταδιωγμένοι από τους Τούρκους. Επικεφαλής τους είναι ένας πράος, δυναμικός με ψυχή αντάρτη ιερέας ο παπα-Φώτης. Ζητούν βοήθεια, αλλά ο παπα-Γρηγόρης τους διώχνει, λέγοντας ότι φέρνουν μαζί τους επιδημία χολέρας. Οι πρόσφυγες, με επικεφαλής τον παπα-Φώτη, καταφεύγουν στο άγριο βουνό της Σαρακήνας. Τους βοηθούν μόνον ο Μανωλιός, ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός και ο Κωνσταντής (οι δύο τελευταίοι επρόκειτο να υποδυθούν τους αποστόλους Πέτρο και Ιάκωβο).

Μετά από την επιλογή του στο ρόλο του Χριστού, ο Μανωλιός αλλάζει μέρα με τη μέρα. Χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του και αποφασίζει να φτάσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πνευματική, ψυχική και σωματική αγνότητα, με οδηγό τον παπα-Φώτη. Μάλιστα, στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία υπερασπίζεται τους πρόσφυγες και μιλά για την αξία της αγάπης και του ελέους, προκαλώντας την αντίδραση των συγχωριανών του και την οργή του παπα-Γρηγόρη.

Ο Μανωλιός έχει να αντιμετωπίσει και το μένος του μέθυσου πεταλωτή του χωριού, Παναγιώταρου (ο οποίος μετά από πρόταση του παπα-Γρηγόρη στον αγά, γίνεται σεΐζης, στη θέση του προηγούμενου σεΐζη που βίασε και σκότωσε το γιουσουφάκι του αγά), που τον θεωρεί υπεύθυνο για το ξελόγιασμα της χήρας του χωριού, της Κατερίνας, με την οποία είναι ερωτευμένος.

Μια άλλη τραγική μορφή του μυθιστορήματος, είναι η Μαριωρή, η κόρη του παπα-Γρηγόρη και αρραβωνιαστικιά του γιου του άρχοντα Πατριαρχέα, Μιχελή, η οποία πάσχει από «χτικιό» και είναι το μόνο πρόσωπο που ο δογματικός παπάς δείχνει αγάπη συμπόνοια και στοργή.

Στο μεταξύ πεθαίνει ο Πατριαρχέας και ο Μιχελής αποφασίζει να μοιράσει την περιουσία του στους πρόσφυγες. Όταν εκείνοι έρχονται στη Λυκόβρυση να παραλάβουν τα κτήματα, ο παπα-Γρηγόρης κηρύσσει το Μιχελή ανισόρροπο και ξεσηκώνει τους ντόπιους. Μετά το βίαιο θάνατο του αδελφού του στη σύγκρουση που ακολουθεί, ο παπα-Γρηγόρης υποδεικνύει στον αγά το Μανωλιό ως υπαίτιο όλων των συμφορών. Πετυχαίνει την καταδίκη του και την παράδοσή του στους εξαγριωμένους χωρικούς. Το φανατισμένο πλήθος συγκεντρώνεται στην εκκλησία, όπου ο παπα-Γρηγόρης αφορίζει τον Μανωλιό και δίνει το σύνθημα στους πιστούς να τον εκτελέσουν μέσα στον ιερό χώρο.

Η υπόθεση του μυθιστορήματος (το οποίο σημειωτέον είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις της ελληνικής Εκκλησίας), έγινε ταινία το 1957, υπό την σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν και πρωταγωνίστρια ήταν η Μελίνα Μερκούρη.

«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» μεταφέρθηκε τηλεοπτικά στην ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976 και συντάραξε το τηλεοπτικό κοινό, σημειώνοντας υψηλή τηλεθέαση για τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Η σειρά προβλήθηκε σε 50 επεισόδια των 45 λεπτών και ήταν παραγωγή του ΑΣΤΗΡ TV, ενώ σήμερα σώζεται σε 18 επεισόδια των 50 λεπτών (μεγάλο τμήμα του φίλμ πάνω στο οποίο γυρίστηκε η σειρά ξαναχρησιμοποιήθηκε αργότερα ή καταστράφηκε λόγω κακής συντήρησης). Η καταστροφή και η επαναχρησιμοποίηση του υλικού πάνω στο οποίο είχαν γυριστεί οι τηλεοπτικές σειρές μέχρι την εποχή εκείνη (Άγνωστος πόλεμος, Γιούγκερμαν κ.α.) είχε σαν συνέπεια «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» να είναι η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική τηλεοπτική σειρά.

Λήψη αρχείου (18 MB)
Κατεβάστε το αρχείο από το RapidShare Κατεβάστε το αρχείο από το MediaFire

Πηγή
Κείμενο: el.wikipedia.org | scribd.com

Η κατάρα της Ασίας (Τζορτζ Χόρτον)

  14/04/2009 | Σχολιασμός

«Στο βιβλίο αυτό βρίσκαμε επί τέλους την αλήθεια για την καταστροφή της Σμύρνης και για τη σφαγή μεγάλου μέρους απ’ τους κατοίκους της, γραμμένη από έναν αυτόπτη μάρτυρα. Ο συγγραφέας των σελίδων πού ακολουθούν, είναι ευτυχώς ένας άνθρωπος πού δεν εμποδίζεται να ειπεί, ό,τι ξέρει, από πολιτικούς λόγους η από οποιαδήποτε επίδραση φόβου η συμφέροντος. Δίνει ολόκληρη τη διήγηση του αγρίου αφανισμού του Χριστιανικού πληθυσμού σε όλη την έκταση και το πλάτος της Παλαιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μ’ ένα σαφή και πειστικό τρόπο. Το ότι είκοσι αιώνες μετά Χριστόν μπόρεσε ένας μικρός και οπισθοδρομικός λαός, όπως οι Τούρκοι, να διαπράξει τέτοια εγκλήματα εναντίον του πολιτισμού και της προόδου του κόσμου, είναι ένα ζήτημα πού θα έπρεπε να κάμει όλους τους ευσυνείδητους λαούς να σταθούν και να σκεφτούν ο συγγραφέας όμως δείχνει με αναντίρρητο τρόπο ότι τα εγκλήματα αυτά διαπράχθηκαν χωρίς αντίσταση εκ μέρους οιουδήποτε χριστιανικού έθνους και ότι η τελευταία εκείνη φρικτή σκηνή στη Σμύρνη εκτελέστηκε σε απόσταση ολίγων μέτρων από ένα ισχυρότατο συμμαχικό και αμερικανικό στόλο.

Εκωφεύσαμε στις απελπισμένες κραυγές για βοήθεια των Χριστιανών πού πεθαίνανε, αν και ξέραμε καλά πώς η Αμερική ήταν η μοναδική ελπίδα τους, και τώρα είναι φανερό πώς υπάρχει στη χώρα μας μια τάση πού ολοένα μεγαλώνει, να συγκαλύψουμε τα εγκλήματα των Τούρκων και να τους δώσουμε συγχωροχάρτι γι’ αυτά, για να επιτύχουμε υλικά οφέλη απ’ αυτούς. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυτό δεν πρέπει να γίνει, εφόσον οι Τούρκοι έδειξαν τόσο μεγάλη περιφρόνηση σε κάθε ανθρωπισμό πού δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει και η αλήθεια είναι ολοφάνερη. Έχει τη γνώμη πώς τα υψηλά Ιδανικά είναι ανώτερα από το πετρέλαιο και απ’ τους σιδηροδρόμους και πώς οι Τούρκοι δεν θα έπρεπε να γίνουν δεκτοί στην κοινωνία των έντιμων εθνών, ωσότου δείξουν ειλικρινή μετάνοια για τα εγκλήματα τους.

Η συναδέλφωση μαζί τους με οιουσδήποτε άλλους ορούς δημιουργεί την υποψία μικροπρέπειας αλλά και συνενοχής. Απ’ τη θαρραλέα παρρησία αυτού του βιβλίου γίνεται φανερό στον αναγνώστη ότι χρειαζόταν μεγάλο θάρρος για να γραφεί, και ότι εκείνος πού το έγραψε δεν ήταν δυνατό να έχει κανένα άλλο κίνητρο απ’ την επιθυμία να κάμει γνωστή την αλήθεια επάνω σε ζητήματα πού έχουν τεράστια σημασία για τον κόσμο να τα μάθει».
James W. Gerard

«Έχουν γραφεί πολλά βιβλία και εκατοντάδες άρθρα σχετικά με τη σημασία και τα αίτια της Μικρασιατικής καταστροφής. Εκείνος όμως πού έγραψε το πιο εμπεριστατωμένο και στηριγμένο σε αυθεντικές πηγές βιβλίο σχετικά με το ζήτημα αυτό, είναι ο Αμερικανός διπλωμάτης και συγγραφεύς Τζορτζ Χόρτον (George Horton), πού έζησε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και υπηρέτησε επί πολλά χρόνια σαν Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη και στη Σμύρνη. Το βιβλίο αυτό δημοσιεύθηκε στα Αγγλικά το 1925 και έχει τον τίτλο «The blight of Asia» (Η κατάρα της Ασίας, ή η μάστιγα της Ασίας), με τον όποιο ο συγγραφεύς χαρακτηρίζει την τουρκική φυλή και τις αφάνταστες καταστροφές, πού η φυλή αυτή προξένησε, αφού εμφανίσθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας, σε όλη την ανθρωπότητα και προ πάντων στους χριστιανικούς λαούς. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφεύς, με απόλυτη αντικειμενικότητα, παρρησία και σθένος περιγράφει και αποδεικνύει με ατράνταχτα επιχειρήματα και με βάση τα ιστορικά γεγονότα 4 κυρίως πράγματα:
1) Τη θαυμαστή ικανότητα του ελληνικού έθνους να δημιουργεί πολιτισμούς.
2) Τα βάρβαρα ένστικτα και τη φοβερή ικανότητα της τουρκικής φυλής να καταστρέφει πολιτισμούς και να εξοντώνει τα έθνη πού τους δημιούργησαν.
3) Τα βαθύτερα αίτια της νίκης του Μουσταφά Κεμάλ στη Μικρά Ασία.
4) Τη βαρύτατη ευθύνη ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσεως σχετικά με την κοσμοϊστορική μεταβολή πού είχε σαν αποτέλεσμα η νίκη αυτή επί της φυλετικής συνθέσεως των πληθυσμών πού κατοικούσαν επί δεκάδες αιώνων στο χώρο της Βυζαντινής και αργότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο ίδιο βιβλίο ο Τζορτζ Χόρτον αναλύει με θαυμαστό τρόπο τα στοιχεία και την ουσία των δύο θρησκειών, του Χριστιανισμού και του Ισλαμισμού και τονίζει την βασική αντίθεση μεταξύ των από άποψη κοσμοθεωριακή, φιλοσοφική και ηθική και την αντίστοιχη επίδραση επάνω στην πολιτιστική εξέλιξη των λαών πού δέχθηκαν τη μία η την άλλη απ’ τις δυο αυτές θρησκείες».

Ο μεταφραστής Γ.Λ. Τσελίκας.

Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι λόγου του ότι η σύζυγος του Χόρτον ήταν Ελληνίδα κι ως εκ τούτου θα μπορούσε βασίμως να ισχυριστεί κάποιος, ότι ο συγγραφέας του βιβλίου μεροληπτεί επηρεαζόμενος συναισθηματικά, ο Χόρτον, αν και είναι διάχυτη η χριστιανική επιρροή πάνω του, προσπαθεί να αποφύγει αυτόν τον σκόπελο, παραθέτοντας κατά κύριον λόγον μαρτυρίες τρίτων κι όχι μόνο δικές του.

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής