Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853) – Το μεγάλο θύμα της ελληνορθόδοξης Ιεράς Εξέτασης
10/01/2011 |
Σχολιασμός
Από κανένα σκιάχτρο δεν τρομάζεις,
γαληνός, αμετάνοιωτος τ’ αδειάζεις
το πικρό ποτήρι!
Μ’ εσένα ο Χριστός, ιερέ Καΐρη!
Η φυλακή σου γίνεται βωμός,
στεφάνι αχτιδωτό κι ο αφορεσμός,
αγνότερη μια πίστη σ΄ανυψώνει,
όπου ασκλάβωτη η σκέψη αποθεώνει.
Η μάνα σου στο φως και στη δροσιά,
—γεια σας, χρυσά κυκλαδικά νησιά!—,
γυρεύει τη σεμνή σου την εικόνα,
να βάλει του μετώπου της κορώνα.
Μα η Πολιτεία, μα να η μεγάλη μάνα,
που συχνότατα βρέχει ουράνιο μάννα,
στον τιποτένιο ή στον ληστή, κρατεί
την πόρτα της τιμής για σε κλειστή.
Εγώ, ποιητής κριτής –διπλός μου ο θρόνος–
πρώτος, μέσα σε αδιάφορους και μόνος,
στου λόγου τον ορείχαλκο χυμένο
για τους αιώνες τ΄ άγαλμά σου σταίνω!
Κωστής Παλαμάς
Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 και ήταν γιος του Νικόλαου Καΐρη και της Ασημίνας Καμπανάκη. Η οικογένεια του ήταν μία απ’ τις αρχαιότερες στο νησί. Το όνομα Θεόφιλος θα το λάβει αργότερα, ενώ το όνομα το όποιον του δόθηκε από τους γονείς του, ήταν Θωμάς. Ο Θωμάς είχε τρεις αδελφούς, τον Ευγένιο, τον Ιωάσαφ και τον Δημήτριο, καθώς και τρεις αδελφές, την Μαρία, την Λασκαρώ και την περίφημη Ευανθία, «την πρώτην σοφήν Ελληνίδα των νεωτέρων χρόνων», όπως την αποκάλεσαν, η οποία ήταν είκοσι έτη νεότερη απ’ αυτόν και την ανέθρεψε ο ίδιος.
Ο αδελφός του, ο Ευγένιος, πήγε στην Ευρώπη για σπουδές, έγινε αρχιμανδρίτης και πέρασε όλη τη ζωή του στην Τεργέστη, ως εφημέριος της εκεί ελληνικής παροικίας. Τον μοναχικό βίο ακολούθησε επίσης και ο Ιωάσαφ, ο οποίος συνόδευσε τον Θεόφιλο σε όλα τα ταξίδια και τις περιπέτειές του. Ο τρίτος αδελφός του, ο Δημήτριος, δεκαπέντε έτη νεότερός του, διακρίθηκε στο εμπόριο και κατόπιν θα δωρίσει σημαντικά ποσά για την ανέγερση του ορφανοτροφείου τού αδελφού του.
Από μικρή ηλικία ο Θεόφιλος έχει χαρακτήρα σοβαρό και μιλά σαν ενήλικος. Σε ηλικία επτά ετών σώζει ένα παιδί από πνιγμό με κίνδυνο της ζωής του. Αφού μάθει τα πρώτα γράμματα στην σχολή τού Κάτω Κάστρου της Άνδρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο, μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1794, μεταβαίνει στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας κατόπιν προσκλήσεως τού αδελφού τής μητέρας του, Σωφρονίου Καμπανάκη, ο οποίος ήταν εφημέριος στον ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών. Στα 1802 ιδρύεται το «Ελληνομουσείον», η Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Καΐρης φοίτησε στην Ακαδημία και ταυτόχρονα εργαζόταν προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες στο σπίτι του Χατζή Διαμαντή, γαμπρού του Γρηγορίου Σαράφη, καθηγητή της σχολής. Στην Ακαδημία διδάχθηκε Φιλολογία και Φιλοσοφία από τον Γρηγόριο Σαράφη και Μαθηματικά και Φυσικές επιστήμες από τον περίφημο διδάσκαλο της εποχής Βενιαμίν τον Λέσβιο. Από τις Κυδωνίες μεταβαίνει στην Πάτμο, ακολουθώντας τον Σαράφη, όπου συνεχίζει τις σπουδές του στην ακμάζουσα τότε «Πατμιάδα Σχολή», με καθηγητή τον Δανιήλ Κεραμέα. Δεν παραλείπει να μαθητεύσει και στην, επίσης σημαντική, «Σχολή» τής Χίου, όπου δίδασκαν ο Αθανάσιος Πάριος και ο Δωρόθεος Πρώιος.
Στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, ο Καΐρης γίνεται μοναχός, ενώ το 1801 χειροτονείται διάκονος και λαμβάνει το όνομα Θεόφιλος. Έρχεται πλέον η ώρα να μεταβεί στην Ευρώπη για την συνέχιση των σπουδών του, προκειμένου να γνωρίσει τις νέες επιστημονικές κατακτήσεις και τις νέες φιλοσοφικές ιδέες που κυκλοφορούν εκεί. Το 1803 με δαπάνες του θείου του και μερικών πλουσίων Κυδωνιατών έφυγε στην Ευρώπη. Αρχικά διέμεινε στην Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι. Στην συνέχεια, από το 1803 έως το 1807 σπουδάζει στην Ιταλία, στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, Φιλοσοφία και Φυσικομαθηματικές Επιστήμες. Παρακολουθεί επίσης και μαθήματα Φυσιολογίας στην ιατρική σχολή τού Πανεπιστημίου με συμφοιτητή τον μετέπειτα πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη. Από την Ιταλία μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου κυριαρχεί η πνευματική κίνηση, η οποία έχει προκύψει από την Γαλλική Επανάσταση. Εκεί ο Καΐρης αφοσιώνεται στην μάθηση διάφορων φιλοσοφικών μελετών. Εκεί γνωρίζει και τον Αδαμάντιο Κοραή με τον οποίον ανέπτυξε μία στενή σχέση γιου προς πατέρα. Ο Κοραής θα γράψει για τον Καΐρη: «Δύσκολον να εύρη τις εις άλλον τόσην ψυχής απλότητα με τόσον υπέρ τού κοινού καλού ζήλον ηνωμένην. Μ’ εζήτησε πολλάκις, ελθών επίτηδες, συμβουλάς περι των μέσων τού να επιταχύνη την εις τα καλά πρόοδον τού Έθνους…». …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Από κανένα σκιάχτρο δεν τρομάζεις,
«Κοντεύαμε σ’ ένα ρέμα. Ακούμε μιαν εξαντλημένη γυναικεία φωνή που καλούσε. Κοιταχτήκαμε μες στα μάτια. Μας τράβηξαν προς τη φωνή. Σε λίγο τη βρήκαμε. Ήταν μια χριστιανή. Τα φουστάνια της ήταν κομμένα, πεταμένα δίπλα, απ’ τη μέση και κάτου σχεδόν γυμνή. Οι δυο γυναίκες που είχαμε μαζί μας τρέξαν κοντά της, μα οι στρατιώτες τις εμπόδισαν. Στέκαμε κάμποσα μέτρα αλάργα, και κοιτάζαμε. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τη ρωτούσε να μάθει. Ήταν σε μια προηγούμενη αποστολή. Αυτή ήταν ετοιμόγεννη, απόβαλε, την παράτησαν εκεί να τυραγνιστεί ώσπου να πεθάνει. Πάνου στα χαμόκλαδα πηχτά κομμάτια αίμα γυάλιζαν στον ήλιο σα γιούσουρο. Ο λοχίας έφτυσε με αηδία. Η γυναίκα τραβούσε ένα στρατιώτη απ’ το πανταλόνι, να τη σκοτώσει. Αυτός γύρεψε διαταγή. Του είπαν να μην την πειράξει. Έτσι την αφήσαμε ζωντανή και προχωρήσαμε».
Ο Λάμπης Ν. Βολονάκης, λοχίας του Α’ λόχου του 17ου Συντάγματος Πεζικού υπηρετούσε στην Μικρά Ασία το 1920. Καθαρίζοντας το όπλο του, βρήκε ένα σημείωμα και μία…πεντάρα.
«Στο βιβλίο αυτό βρίσκαμε επί τέλους την αλήθεια για την καταστροφή της Σμύρνης και για τη σφαγή μεγάλου μέρους απ’ τους κατοίκους της, γραμμένη από έναν αυτόπτη μάρτυρα. Ο συγγραφέας των σελίδων πού ακολουθούν, είναι ευτυχώς ένας άνθρωπος πού δεν εμποδίζεται να ειπεί, ό,τι ξέρει, από πολιτικούς λόγους η από οποιαδήποτε επίδραση φόβου η συμφέροντος. Δίνει ολόκληρη τη διήγηση του αγρίου αφανισμού του Χριστιανικού πληθυσμού σε όλη την έκταση και το πλάτος της Παλαιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μ’ ένα σαφή και πειστικό τρόπο. Το ότι είκοσι αιώνες μετά Χριστόν μπόρεσε ένας μικρός και οπισθοδρομικός λαός, όπως οι Τούρκοι, να διαπράξει τέτοια εγκλήματα εναντίον του πολιτισμού και της προόδου του κόσμου, είναι ένα ζήτημα πού θα έπρεπε να κάμει όλους τους ευσυνείδητους λαούς να σταθούν και να σκεφτούν ο συγγραφέας όμως δείχνει με αναντίρρητο τρόπο ότι τα εγκλήματα αυτά διαπράχθηκαν χωρίς αντίσταση εκ μέρους οιουδήποτε χριστιανικού έθνους και ότι η τελευταία εκείνη φρικτή σκηνή στη Σμύρνη εκτελέστηκε σε απόσταση ολίγων μέτρων από ένα ισχυρότατο συμμαχικό και αμερικανικό στόλο.


