Καρκίνος της ουροδόχου κύστεως
ΓενικάΟ καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι μια από τις πιο συχνές ασθένειες που αντιμετωπίζουν οι ουρολόγοι. Οι περισσότεροι καρκίνοι της ουροδόχου κύστης είναι καρκινώματα του μεταβατικού επιθηλίου και σπάνια προέρχονται από τα τοιχώματα της κύστεως όπως τα λειώματα, λειομυοσαρκώματα ή το συνδετικό ιστό, όπως τα ινώματα, ινομυοσαρκώματα κ.λ.π.
Εμφανίζονται υπό δύο κυρίως μορφές: χαμηλής διαφοροποίησης επιφανειακοί όγκοι και υψηλής διαφοροποίησης διηθητικός καρκίνος.
Επιδημιολογία1)Συχνότητα εμφάνισης.
Η ουροδόχος κύστη είναι ο πιο συχνός τόπος εμφάνισης καρκίνων του ουροποιητικού συστήματος. Στους άντρες, είναι ο τέταρτος κατά σειρά συχνότερος καρκίνος μετά τον καρκίνο του προστάτη, του πνεύμονα και του παχέος εντέρου, θεωρούμενος υπαίτιος για το 10 τοις εκατό όλων των περιπτώσεων καρκίνου. Στις γυναίκες, είναι η όγδοη κατά σειρά πιο συχνή αιτία καρκίνου, και υπολογίζεται στο 4 τοις εκατό του συνόλου των καρκίνων.
2) Θνησιμότητα-Φύλο και Φυλή.
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι η τέταρτη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο στους άντρες, μετά τον καρκίνο του πνεύμονα, του προστάτη και του παχέος εντέρου, με ποσοστό που ανέρχεται στο 5 τοις εκατό των θανάτων από καρκίνο στους άντρες. O καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι υπαίτιος για το 3 τοις εκατό περίπου του συνόλου θανάτων από καρκίνο στις γυναίκες. Τα ποσοστά θνησιμότητας στους λευκούς (6 τοις εκατό για τους άντρες και 1,7 τοις εκατό για τις γυναίκες) είναι συγκρίσιμα με αυτά των μαύρων (4,2 τοις εκατό στους άνδρες και 2,4 τοις εκατό στις γυναίκες).
Σε ασθενείς με εντοπισμένους όγκους, το ποσοστό επιβίωσης 5 ετών είναι 88 τοις εκατό για τους λευκούς σε σύγκριση με 74 τοις εκατό για τους μαύρους. Σε ασθενείς με τοπικούς όγκους, το ποσοστό επιβίωσης 5 ετών είναι 44 τοις εκατό για τους λευκούς και 30 τοις εκατό για τους μαύρους. Σ' αυτούς με απομακρυσμένες μεταστάσεις, το ποσοστό επιβίωσης 5 ετών είναι 9 τοις εκατό για τους λευκούς και 8 τοις εκατό για τους μαύρους. Γενικά, τα ποσοστά θνησιμότητας από τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης είναι γύρω στο 20 τοις εκατό ως προς την συχνότητα εμφάνισης της νόσου, το οποίο υποδεικνύει ότι οι περισσότεροι ασθενείς με καρκίνο της ουροδόχου κύστης καταλήγουν από άλλα αίτια.
Μετά την δεκαετία του 1950, ο ρυθμός εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης αυξάνεται σταθερά. Η βελτίωση των διαγνωστικών τεχνικών και η αυξημένη διαθεσιμότητα των τεχνικών αυτών συνέβαλαν στην έγκαιρη διάγνωση της νόσου. Παρατηρείται σταθερή μείωση των ποσοστών θνησιμότητας από καρκίνο της ουροδόχου κύστης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Η μείωση των ποσοστών θνησιμότητας οφείλεται κυρίως σε αύξηση των περιπτώσεων που η διάγνωση γίνεται στα αρχικά στάδια της νόσου αλλά επίσης, ως ένα βαθμό, και πιο αποτελεσματικές θεραπείες.
3) Ηλικία.
Θεωρείται γενικά νόσος των ηλικιωμένων με μέση ηλικία διάγνωσης τα 67 με 70 έτη. Οι νεώτεροι ασθενείς φαίνεται να έχουν καλύτερη πρόγνωση γιατί παρουσιάζουν πιο συχνά επιφανειακούς, χαμηλής διαφοροποίησης, καρκίνους. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία βάσει του σταδίου και της διαφοροποίησης της νόσου, ανεξάρτητα από την ηλικία τους.
4) Τοπικές και εθνικές διαφορές.
Η συχνότητα εμφάνισης του καρκίνου της ουροδόχου κύστης αναφέρεται ότι είναι 30 με 50 τοις εκατό υψηλότερη στις βόρειες περιοχές των Ηνωμένων πολιτειών απ' ότι στις νότιες. Είναι υψηλότερη στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Αγγλία απ' ότι στην Ιαπωνία και την Φιλανδία. Στην Χαβάη, η συχνότητα εμφάνισης είναι διπλάσια στον λευκό πληθυσμό απ' ότι στους Ιάπωνες. Υψηλά ποσοστά καρκίνου της ουροδόχου κύστης έχουν αναφερθεί επίσης στους Εβραίους.
Αιτιολογία1)Επαγγελματική έκθεση σε χημικές ουσίες.
Tα χρώματα ανιλίνης, που εισήχθησαν στα μέσα του 19ου αιώνα για τη χρώση των υφασμάτων, είναι καρκινογόνα του ουροθηλίου. Άλλες χημικές ουσίες που έχει αποδειχθεί ότι προξενούν καρκίνο της ουροδόχου κύστης είναι η 2-ναφθυλαμίνη, το 4-αμινοδιφαινύλιο(ξενυλαμίνη), το 4-νιτροφαινύλιο, το 4,4-διαμινοδιφαινύλιο και το 2-αμινο-1-ναφθαλ, τα αέρια της καύσης και η αιθάλη από τα κάρβουνα, καθώς επίσης, ενδεχομένως, οι χλωριωμένοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες.
Υπολογίζεται ότι γύρω στο ένα τέταρτο με ένα τρίτο των καρκίνων της ουροδόχου κύστης στις Ηνωμένες Πολιτείες οφείλονται σε επαγγελματική έκθεση. Η λανθάνουσα περίοδος μπορεί να διαρκέσει περί τα 40 με 50 έτη, αλλά μια πιο εντατική έκθεση στο καρκινογόνο μπορεί να μειώσει τη διάρκεια της λανθάνουσας περιόδου.
2)Κάπνισμα.
H συχνότητα εμφάνισης της νόσου στους καπνιστές είναι τετραπλάσια απ' ότι στους μη καπνιστές. Ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου συσχετίζεται με τον αριθμό των τσιγάρων, την διάρκεια του καπνίσματος, και το βαθμό εισπνοής του καπνού. Εκτιμάται ότι το ένα τρίτο των περιπτώσεων καρκίνου της ουροδόχου κύστης μπορεί να οφείλονται στο κάπνισμα.
3)Κατανάλωση καφέ και τσαγιού.
Η κατανάλωση καφέ έχει ενοχοποιηθεί σε ορισμένες, αλλά όχι σε όλες τις μελέτες, όσον αφορά την αιτιολογία του καρκίνου της ουροδόχου κύστης.
4)Κατάχρηση αναλγητικών.
H κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων του αναλγητικού φαινακετίνης, που έχει χημική δομή ανάλογη με τις βαφές ανιλίνης, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης του καρκινώματος του μεταβατικού επιθηλίου της νεφρικής πυέλου και της κύστης.
5)Συνθετικά γλυκαντικά.
Mεγάλες δόσεις συνθετικών γλυκαντικών ουσιών, περιλαμβανομένης της σακχαρίνης και της κυκλαμάτης, έχει αποδειχθεί ότι προξενούν καρκίνο της ουροδόχου κύστης σε πειραματικές μελέτες με τρωκτικά.
6)Χρονία κυστίτιδα.
Η χρόνια κυστίτιδα παρουσία ουρηθρικών καθετήρων ή λίθων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρκινώματος των πλακωδών κυττάρων της κύστης. Το 2 έως δέκα τοις εκατό των παραπληγικών με μακροχρόνια χρήση ουρηθρικών καθετήρων αναπτύσσουν καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Το 80 τοις εκατό των περιπτώσεων αυτών είναι καρκίνος του πλακώδους επιθηλίου.
7)Ακτινοβολία της πυέλου.
Οι γυναίκες που υπεβλήθησαν σε ακτινοθεραπεία για καρκίνο του τραχήλου της μήτρας έχουν διπλάσια έως και τετραπλάσια πιθανότητα εμφάνισης καρκινώματος του μεταβατικού επιθηλίου της ουροδόχου κύστης.
8)Κυκλοφωσφαμίδη.
Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη έχουν έως και εννεαπλάσια πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Ο μεταβολίτης του Cytoxan στα ούρα, η ακρολεΐνη, πιστεύεται ότι ευθύνεται για την αιμορραγική κυστίτιδα και τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης.
9)Ενδογενείς Μεταβολίτες της Τρυπτοφάνης.
Oι ασθενείς με καρκίνο της ουροδόχου κύστης αναφέρεται ότι έχουν αυξημένα επίπεδα μεταβολιτών της τρυπτοφάνης. Τα υψηλά επίπεδα έχει αναφερθεί ότι σχετίζονται με την πιθανότητα υποτροπής του όγκου.
Σε μελέτες αποδεικνύεται ότι οι ενδογενείς μεταβολίτες της τρυπτοφάνης δεν συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό στην ανάπτυξη καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Ωστόσο, ο συνδυασμός της τρυπτοφάνης με το 2-ακετυλαμινοφθορίδιο ή της τρυπτοφάνης με μία δίαιτα πτωχή σε πυριδοξίνη προκάλεσε καρκίνο της ουροδόχου κύστης σε πειραματόζωα.
10)Κληρονομικότητα.
Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για μια κληρονομική αιτιολογία στις περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Έχουν υπάρξει αναφορές εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης σε οικογένειες .Μία εναλλακτική εξήγηση για την εμφάνιση του καρκίνου σε οικογένειες μπορεί να είναι η έκθεση στους ίδιους περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Δύο διαφορετικά σχήματα γενετικής επίδρασης έχουν προταθεί για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης: ένα αυτοσωμικό επικρατές σχήμα που ευθύνεται για μικρό αριθμό περιπτώσεων κι ένα πολυπαραγοντικό, πολυγονικό σχήμα όπου ενέχονται γενετικές και περιβαλλοντικές αλληλεπιδράσεις.
ΣυμπτώματαΤο πιο συχνό σύμπτωμα με το οποίο εμφανίζεται ο καρκίνος της κύστης είναι η ανώδυνη αιματουρία, ιδιαίτερα στους μη διηθητικούς όγκους. Οι διηθητικοί όγκοι συχνά προκαλούν ερεθιστικού τύπου συμπτώματα όπως συχνουρία, δυσουρία και έπειξη προς ούρηση. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν οσφυικό πόνο λόγω απόφραξης του ουρητήρα, πυελική μάζα ή συμπτώματα μεταστατικής νόσου.
ΘεραπείαΟι επιφανειακές και πρώιμες βλάβες μπορούν να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά με διουρηθρική εκτομή, αλλά η επίπτωση υποτροπής είναι μεγάλη. Στους όγκους χαμηλής κακοήθειας, η ανά τακτά διαστήματα κυστεοσκόπηση με επανάληψη της εκτομής ή καυτηριασμό είναι συνήθως αρκετή. Οι όγκοι που διηθούν βαθιά το τοίχωμα της κύστης συνήθως θεραπεύονται με ριζική κυστεκτομή, οπότε και απαιτείται παράλληλη εκτροπή της ροής των ούρων. Η ακτινοθεραπεία από μόνη της μπορεί να έχει αποτελέσματα σε ορισμένες περιπτώσεις. Η συστηματική χημειοθεραπεία μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματική. Ορισμένοι κατ' επιλογή επιφανειακοί όγκοι μπορούν να αντιμετωπιστούν με επανειλημμένες εγχύσεις στην κύστη χημειοθεραπευτικών παραγόντων, όπως είναι η θειοτέπα, η μιτομυκίνη C και η δοξορουβικίνη. Η θεραπεία με εγχύσεις BCG (Bacille Calmette-Guerin) έχει αποδειχθεί επίσης πολύ αποτελεσματική για τον έλεγχο επιφανειακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του BCG είναι τα τοπικά ερεθιστικά κυστικά ενοχλήματα. Συχνά είναι ακόμη τα ήπια συστηματικά ενοχλήματα με δεκατική πυρετική κίνηση και μυαλγίες. Όταν υπάρξει υψηλός και επίμονος πυρετός για περισσότερο από 24 ώρες έως 48 ώρες και/ή σοβαρά συστηματικά ενοχλήματα, συνιστάται η αντιφυματική θεραπεία. Η ακριβής επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης, η δοσολογία και τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση, σε συνδυασμό πάντοτε με το ιατρικό ιστορικό, την βιολογική κατάσταση και τις προσωπικές επιλογές του ασθενούς.