Μια δημοσιογράφος μαθαίνει για κάποιον πολύ ηλικιωμένο Εβραίο που, εδώ και πολλά χρόνια, πηγαίνει δύο φορές τη μέρα στο Δυτικό Τείχος για να προσευχηθεί. Πάει λοιπόν να το ελέγξει.
Φτάνει στο Δυτικό Τείχος κι εκεί τον βλέπει να περπατά αργά προς τον ιερό τόπο. Τον κοιτά να προσεύχεται και, μετά από 45 περίπου λεπτά, όταν στρέφεται να φύγει, χρησιμοποιώντας ένα μπαστούνι και περπατώντας πολύ αργά, τον πλησιάζει κι αφού τού συστήνεται, τον ρωτάει
– Κύριε, εδώ και πόσο καιρό έρχεστε στο Δυτικό Τείχος και προσεύχεστε;
– Εδώ και περίπου 60 χρόνια.
– 60 χρόνια… Αυτό είναι εκπληκτικό! Και για ποιο πράγμα προσεύχεστε;
– Προσεύχομαι να υπάρξει ειρήνη μεταξύ τών χριστιανών, τών Εβραίων και τών μουσουλμάνων. Προσεύχομαι να σταματήσουν όλοι οι πόλεμοι και όλο το μίσος. Προσεύχομαι όλα τα παιδιά μας να μεγαλώσουν με ασφάλεια και να γίνουν υπεύθυνοι ενήλικοι που θ’ αγαπούν τον συνάνθρωπό τους.
– Πώς αισθάνεστε μετά από 60 χρόνια προσευχής;
– Σαν να μιλάω σε…ντουβάρι!…
Παίρνει ένας δημοσιογράφος συνέντευξη από τον Χίτλερ: – Κύριε Χίτλερ, μπορείτε να μού πείτε γιατί σκοτώνετε Εβραίους;
– Μα αφού κανένας δεν νοιάζεται για αυτούς…
– Μα τί λέτε; Άνθρωποι είναι και αυτοί! Πώς λέτε ότι δεν νοιάζεται κανείς για αυτούς;
– Περιμένετε! Λοχία, για έλα εδώ που σε θέλω.
– Μάλιστα! Διατάξτε!
– Λοχία, θέλω να σκοτώσεις 5.000 Εβραίους και 2 φωτογράφους!
– Μα γιατί να σκοτώσετε τους φωτογράφους; ρωτάει ο δημοσιογράφος. – Βλέπετε; Κανείς δεν νοιάζεται για τούς Εβραίους!… Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ένας επιχειρηματίας, αποφασίζει πριν πάει στο σπίτι του, να…«ανανεωθεί» με ένα «πιπίνι». Σε μια κρίση ειλικρίνειας όμως, ενημερώνει την σύζυγό του για την επικείμενη αργοπορία του, στέλνοντάς της ένα φαξ:
Προς την αγαπημένη μου σύζυγο.
Θα καταλάβεις σίγουρα ότι έχω κάποιες ανάγκες στις οποίες, εσύ μετά τα 54 σου χρόνια, δεν μπορείς πλέον να μου ικανοποιήσεις. Είμαι πολύ ευχαριστημένος μαζί σου και σε εκτιμώ σαν μία καλή σύζυγο. Για τον λόγο αυτό, αφού διαβάσεις αυτό το φαξ, ελπίζω ότι δεν θα ερμηνεύσεις λανθασμένα το γεγονός ότι θα περάσω το βράδυ με την 18χρονη γραμματέα μου στο ξενοδοχείο Comfort Inn Hotel. Σε παρακαλώ μην αναστατώνεσαι. Θα γυρίσω στο σπίτι πριν τα μεσάνυχτα.
Όταν ο άντρας επέστρεψε σπίτι, βρήκε την παρακάτω επιστολή στην τραπεζαρία:
Αγαπημένε μου σύζυγε.
Έλαβα το φαξ σου και σε ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου. Θα ήθελα με αυτή την ευκαιρία να σου υπενθυμίσω ότι και εσύ επίσης είσαι 54 χρονών. Ταυτόχρονα θα ήθελα να σε ενημερώσω ότι την ώρα που το διαβάζεις αυτό, θα είμαι στο ξενοδοχείο «Τα πιτσουνάκια» με τον Μιχάλη, τον προπονητή μου στο τένις, ο οποίος, όπως και η γραμματέας σου, είναι 18 ετών. Σαν επιτυχημένος επιχειρηματίας και με τις εξαιρετικές σου γνώσεις στα Μαθηματικά, θα καταλάβεις ότι είμαστε στην ίδια κατάσταση, αν και με μία μικρή διαφορά: Το 18 χωράει περισσότερες φορές στο 54 από ότι χωράει το 54 στο 18…
Για τον λόγο αυτό δεν θα επιστρέψω πριν το αυριανό μεσημεριανό.
Οι επιγραφές που λένε πως «επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε σκυλιά που οδηγούν τυφλούς», θα πρέπει να διαβαστούν από τα σκυλιά ή από τους τυφλούς;
Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν αμέσως κάποιον που τους λέει «υπάρχει Θεός και Παράδεισος», ενώ όταν τους πει ότι το παγκάκι είναι φρεσκοβαμμένο πάνε και το ελέγχουν με το δάχτυλο;
Αφού υπάρχει Θεός, γιατί οι εκκλησίες έχουν αλεξικέραυνα;
Ποιανού ιδέα ήταν η λέξη «ψευδός» να έχει τα γράμματα Ψ και Σ;
Η απαγόρευση του καπνίσματος σε χώρους εργασίας ισχύει και στις καπνοβιομηχανίες;
Αφού από «μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια», τότε γιατί στα δικαστήρια καλούνται κατά κανόνα ως μάρτυρες, ενήλικες και σώφρονες; … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Δυο φίλοι, ο Λάκης και ο Μήτσος, τα πίνουν παρέα και συζητάνε το πρόβλημα που έχουν οι περισσότεροι άνδρες με τις γυναίκες τους: Την κρεβατομουρμούρα που αντιμετωπίζουν, όταν αργούν να γυρίσουν στο σπίτι.
Λέει λοιπόν ο Λάκης: – Ρε συ, εγώ γυρνάω στο σπίτι, μπαίνω στην γειτονιά με σβηστό το αυτοκίνητο. Ανοίγω σιγά-σιγά την πόρτα, δεν ανάβω κανένα φως, περπατάω στις μύτες, γδύνομαι σιγά σιγά, μπαίνω κάτω από τα σκεπάσματα όσο πιο ήρεμα γίνεται και τελικά ξυπνάει και αρχίζει την μουρμούρα! Άσε, δράμα…
Ο Μήτσος πάλι, λέει με τη σειρά του: – Εγώ φίλε μου, μπαίνω στο στενό με φόρα. Ανοίγω με κλωτσιά την πόρτα, ανάβω όλα τα φώτα, περπατάω σαν τσολιάς, πετάω τα ρούχα μου στο κρεβάτι, σηκώνω τα σκεπάσματα και μπαίνω από κάτω και πριν προλάβει να μιλήσει τής ψιθυρίζω τρυφερά στο αφτί: «Σούλα, πάρε μου μια πίπα μωρό μου!».
Ο Λάκης, με μια απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, τον ρωτάει: – Κι αυτή τί…κάνει;
Κι απαντάει ο Μητσάρας: – Τί να κάνει; Κάνει πως κοιμάται…