Βιογραφικά – Σελίδα 2 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχεία της κατηγορίας «Βιογραφικά»

Βιογραφικά Ελλήνων και ξένων, που με τον έναν ή άλλον τρόπο έχουν γράψει τη δική τους ιστορία.

Στέλιος Κυριακίδης (1910-1987) – Ο απόγονος του Φειδιππίδη

  30/04/2010 | Σχολιασμός

«Πως θα μπορούσα να κερδίσω ποτέ έναν τέτοιον αθλητή; Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για μια ολόκληρη πατρίδα».
Τζόνι Κέλι (μαραθωνοδρόμος)

Ο Στέλιος Κυριακίδης ήταν αθλητής δρόμων ημιαντοχής και αντοχής, με ιδιαίτερη έφεση στον μαραθώνιο. Έγινε παγκοσμίως γνωστός, όταν κέρδισε τον διάσημο Μαραθώνιο της Βοστόνης, το 1946, χρησιμοποιώντας αυτήν την περιφανή νίκη ως όχημα ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για την δραματική κατάσταση της Ελλάδος. Γεννήθηκε στις 4 Μαΐου 1910 στο χωριό Στατός της Πάφου στην Κύπρο. Ήταν γιος των αγροτών Γιάννη και Ελένης Κυριακίδη. Από μικρός είχε το μικρόβιο το τρεξίματος, καθώς οι συχωριανοί του τον θυμόνταν να τρέχει με την παραμικρή αιτία κι αφορμή. Συνήθως «πεταγόταν» μέχρι το απέναντι χωριό που απείχε 15-20…χιλιόμετρα. Έβγαλε το Γυμνάσιο στην Πάφο κι από την εφηβική του ηλικία άρχισε να παίρνει μέρος σε αγώνες· αρχικά σε αγώνες ως αθλητής του χωριού του και στην συνέχεια, από το 1930, ως αθλητής του Γυμναστικού Συλλόγου «Ολύμπια» της Λεμεσού· σύλλογο τον οποίο δεν εγκατέλειψε, μέχρι και το τέλος της αθλητικής του σταδιοδρομίας, παρ’ ότι σύντομα, θα μετακομίσει και θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, έχοντας εργαστεί προηγουμένως, για ένα διάστημα, σαν υπάλληλος του Δήμου Λεμεσού.

Στην Ελλάδα και στην Αθήνα, θα εργαστεί ως υπάλληλος (εισπράκτορας) της Ηλεκτρικής Εταιρείας (Δ.Ε.Η.), χωρίς να εγκαταλείψει τον αθλητισμό και τις μεγάλες αποστάσεις. Θα σαρώσει τα μετάλλια σε Ελλάδα και Βαλκάνια με τα χρώματα της Ελλάδος, όπου για αρκετά χρόνια ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρωταθλητής. Ο Κυριακίδης ήταν αυτός που κατέρριψε την πανελλήνια επίδοση του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο· μια επίδοση τεσσάρων περίπου δεκαετιών. Ο Λούης μάλιστα, φέρεται να υποδέχεται τον Κυριακίδη στο σπίτι του στο Μαρούσι και χαμογελώντας να του λέει: «Παιδί μου Στέλιο, να τρέχεις πάντα, γιατί εμείς οι Έλληνες γεννηθήκαμε για να τρέχουμε. Μόνο έτσι καταφέραμε να ζήσουμε τόσους αιώνες».

Λίγο μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, το 1941, ο Στέλιος Κυριακίδης θα νυμφευθεί την σύντροφό του Ιφιγένεια και μαζί θ’ αποκτήσουν τρία παιδιά: Την Ελένη, την Μαίρη και τον Δημήτρη. Τα χρόνια της Κατοχής, θα είναι δύσκολα για τον Στέλιο Κυριακίδη, όπως και για όλους τους Έλληνες. Όπως έλεγε κι ίδιος, το γαμήλιο δώρο του ήταν ένα ψωμί (κι αυτό μισό), ενώ λόγω της σχετικής αναγνωρισιμότητάς του, κατάφερνε να εξασφαλίζει που και και που, μερικά λαχανικά. Η αθλητική ιδιότητα, θα του σώσει την ζωή, όταν συνελήφθη απ’ τους Γερμανούς στο Χαλάνδρι, το 1943, με άλλα 49 άτομα ως αντίποινα για τον φόνο ενός Γερμανού. Ο Γερμανός αξιωματικός υπηρεσία -που συμπτωματικά ήταν κι ο ίδιος μαραθωνοδρόμος-, θα τον αφήσει ελεύθερο, όταν θα διαπιστώσει ότι ο Κυριακίδης έχει συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο (για καλή του τύχη, είχε στο πορτοφόλι του που το έψαξαν, εκτός από την ταυτότητά του και την κάρτα διαπίστευσης στους αγώνες). Οι υπόλοιποι εκτελέστηκαν… Όπως αναφέρει ο γιος του, Δημήτρης Κυριακίδης, «Μια άλλη φορά, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στο σπίτι μας, βρήκαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Στην πρώτη σελίδα ήταν ο Χίτλερ.“Χάιλ Χίτλερ!” είπαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι εδόθη εντολή να μην πηγαίνει κανείς στο σπίτι του Κυριακίδη. Από τότε ο πατέρας μου έκρυβε στο υπόγειό μας τους συμμάχους που έπεφταν με τα αλεξίπτωτα και έφευγαν αργότερα στην Αίγυπτο».
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Μαρίνος Αντύπας (1872-1907) – Ο διαφωτιστής των κολίγων

  03/03/2010 | Σχολιασμός

Μαρίνος Αντύπας«Πολλάκις εδοκίμασα την λόγχη και την φυλακή, κατανοήσας έτσι ότι η πρόοδος της ιδέας έχει ανάγκην αυτοθυσίας και ότι το δέντρο του αγώνα ποτίζεται με αίμα και όχι με νερό».
Μαρίνος Αντύπας

Ο Μαρίνος Αντύπας υπήρξε αγωνιστής του αγροτικού κινήματος κι ο πρώτος που αγωνίστηκε εμπράκτως για να αφυπνίσει τους εξαθλιωμένους κολίγους, παρ’ ότι ο ίδιος δεν ήταν αγρότης. Ήταν υπέρμαχος των λαϊκών ελευθεριών και των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, κυρίως των ανθρώπων του μόχθου. Αγωνίστηκε σ’ όλη του τη ζωή για την αφύπνιση του λαού, και μάλιστα των αγροτικών και εργατικών τάξεων.

Γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Φερεντινάτα, της περιοχής Πυλαρού στην Κεφαλλονιά, το 1872. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Σπύρου Αντύπα και της Αγγελίνας το γένος Κλαδά από το Αργοστόλι. Αδέλφια του ήταν ο Μπάμπης ή (Μπαούτας) και η Αδελαΐς. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός και ξυλογλύπτης και ζούσε από το επάγγελμά του. Έτσι ο Μαρίνος Αντύπας κατόρθωσε να τελειώσει το γυμνάσιο με πολλές στερήσεις, που έγιναν ακόμη μεγαλύτερες όταν, σε ηλικία 17 ετών, πήγε να ζήσει στην Αθήνα ως φοιτητής της Νομικής Σχολής, χωρίς εντέλει να αποπερατώσει τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο του νομικού. Ο Μαρής, όπως τον φώναζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ως φοιτητής ήρθε σε στενή επαφή με προοδευτικούς, δημοκρατικούς και σοσιαλιστικούς κύκλους της Αθήνας, που επέδρασαν σημαντικά στον ιδεολογικό του προσανατολισμό, γίνεται μέλος του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Καλλέργη και μάλιστα στις αρχές Φεβρουαρίου 1896 ήταν ομιλητής σε συγκέντρωση 200 περίπου χωρικών στη Βιτρίτσα, όπου μίλησε για τον Σοσιαλισμό. Αργότερα, με τη διάσπαση του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου, συνεργάστηκε για ένα διάστημα με τον Σοσιαλιστικό Σύνδεσμο «Κόσμος», ενώ αργότερα έγινε μέλος του Σοσιαλιστικού Συλλόγου.

Όταν ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση του 1896, ο Αντύπας με άλλους φοιτητές κατέβηκε εθελοντής αγωνιστής στην Κρήτη. Σε μια σύγκρουση όμως με τους Τούρκους, τραυματίστηκε σοβαρά στο στήθος και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα. Στην Αθήνα άρχισε να οργανώνει δημόσιες ομιλίες για τον Σοσιαλισμό και τις επαναστατικές ιδέες, ενώ τον ίδιο χρόνο (1897) οργάνωσε και μίλησε σε συλλαλητήριο στην Ομόνοια εναντίον των Μεγάλων Δυνάμεων και του βασιλικού καθεστώτος της Ελλάδας, κατηγορώντας τους για την ήττα στον πόλεμο του χρόνου αυτού και ζήτησε την εξακολούθηση του πολέμου κατά των Τούρκων μέχρι τέλους. Για το συλλαλητήριο αυτό συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη, στις 8 Ιανουαρίου 1898, όπου καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση στις φυλακές της Αίγινας, αποκτώντας τον χαρακτηρισμό του επικίνδυνου. Η υπ΄αριθμόν 4176 διαταγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης δίνει αυστηρή εντολή «Να μπει ο Αντύπας στην απομόνωση και να μην συνδιαλέγεται κανένας μαζί του. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του Αντύπα προς τα παραπάνω να τον δέσουν μέσα στο κελί και να τον θέσουν “υπό άναλον δίαιτα”».

Μετά την αποφυλάκισή του, προσπάθησε να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά τελικά τις εγκατέλειψε και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του το 1900. Τότε γνώρισε την Βασιλικούλα Καλομοίρη κόρη σταφιδέμπορα από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η κυρία «Κούλα», όπως την έλεγαν στο χωριό, ήταν γυναίκα από αρχοντική οικογένεια, αγάπησε τον Αντύπα και φύλαγε τα γράμματα του μέχρι τελευταία που πέθανε. Ο Αντύπας εκδίδει εκεί την εφημερίδα «Ανάστασις», όπου το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε στις 29 Ιουλίου του 1900. Το περιεχόμενο του πρώτου φύλλου προκάλεσε την καταδίωξη του Αντύπα και την εισαγωγή του σε δίκη, με αποτέλεσμα τη διακοπή της έκδοσης της εφημερίδας. Όμως από τις 3 Ιουλίου 1904 ως τις 27 Απριλίου 1907 συνεχίστηκε η έκδοσή της χωρίς καμιά διακοπή.

Τα πιστεύω του, συμπύκνωσε στο τελευταίο του άρθρο, με τίτλο «ΤΙ ΕΙΜΑΙ», όπου, μεταξύ άλλων, γράφει:
«Είμαι σοσιαλιστής όνομα και πράγμα, φέρω τον τίτλο μου πιστώς και υπερηφάνως. Πιστεύω ως παντοκράτορα, ποιητή ορατών τε και αοράτων, την εργασίαν, και ως ομοούσιον και αχώριστον τριάδα της ευτυχίας και της ειρήνης, την Ελευθερία, την Ισότητα και την Αδελφότητα».
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Πάουλ Γιόζεφ Γκέμπελς (1897-1945) – Ο «μάγος» της προπαγάνδας

  04/02/2010 | Σχολιασμός

Πάουλ Γιόζεφ Γκέμπελς«Δώστε σ’ αυτόν τον άνθρωπο ένα μικρόφωνο ή έναν καλό στυλογράφο και θα κάνει τους Εβραίους να αυτοκτονήσουν από ενοχές».
Χάινριχ Χίμλερ (αρχηγός των SS) για τον Γκέμπελς

Μια χιονισμένη μέρα του Φεβρουαρίου 1924, ένας νέος, αδύνατος μελαχρινός άνδρας έκανε την εμφάνισή του στο μέγαρο Σούτσενχαουζ στην πόλη Ράιντ της Ρηνανίας. Στην αίθουσα επικρατούσε πολιτικός πυρετός, καθώς οι ρήτορες του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (DKP) αγόρευαν με πάθος και ένταση. Ο αδύνατος άνδρας με τα εκφραστικά μάτια και το φτηνό, μάλλινο παλτό ανέβηκε στην έδρα και υπέβαλλε κάποιες ερωτήσεις στους ομιλητές. Μερικοί από το ακροατήριο γέλασαν. Ένας κομμουνιστής τού επιτέθηκε, φωνάζοντας οργισμένος: «Εκμεταλλευτή της εργατικής τάξης, καπιταλιστή!». Ατάραχος ο νεαρός άνδρας, άρπαξε ενστικτωδώς την ευκαιρία που αναζητούσε. Απευθύνθηκε με κοφτή αλλά σταθερή φωνή προς τον «εκπρόσωπο της εργατικής τάξης» και είπε: «Θα παρακαλούσα τον κύριο που με αποκάλεσε δίχως ντροπή “εκμεταλλευτή και καπιταλιστή”, να έλθει στην έδρα και να αδειάσει το πορτοφόλι του. Τότε θα δούμε ποιος από τους δύο μας έχει τα περισσότερα χρήματα». Ολοκληρώνοντας την ομιλία του έβγαλε το πορτοφόλι του και άδειασε τα λιγοστά κέρματα που είχε, στην έδρα. Ο κόσμος γέλασε, αλλά χάρισε τη συμπάθειά του στον νεαρό. Έτσι άρχισε η πολιτική διαδρομή του Γιόζεφ Γκέμπελς, του «εγκέφαλου» του Γ’ Ράιχ
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ – Μια ψυχοβιογραφία

  02/10/2009 | Σχολιασμός

Ατατούρκ - Μια ΨυχοβιογραφίαΤο βιβλίο «Ατατούρκ – Μια Ψυχοβιογραφία» το έγραψαν δύο ψυχαναλυτές, ο ένας Τουρκοκύπριος (Βολκάν) και ο άλλος Αμερικανοπολωνός (Ίτσκοβιτς). Τα στοιχεία που αναφέρονται παρακάτω, αφορούν επί τα πλείστα τις αρνητικές πτυχές της προσωπικότητάς του, κυρίως επειδή για τέτοιες φυσιογνωμίες της ιστορίας, διαβάζουμε πάντα τις θετικές πλευρές του βίου τους, αλλά σπανίως τις κρυμμένες πτυχές του χαρακτήρα τους. Οι αξιοπιστότατοι όπως φαίνονται συγγραφείς, με όλο τον θαυμασμό που εκφράζουν στο είδωλό τους, κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να περάσουν «στα μαλακά» τις αδυναμίες του, τις νευρώσεις του και τις ιδιοτροπίες του. Χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κατά την ανάγνωση ανακαλύπτεις στο βιβλίο πολλές άρρωστες πτυχές του ήρωα και συνειδητοποιείς ξαφνικά ότι όπως πολλές μεγάλες μορφές της ιστορίας, έτσι κι αυτός ήταν μια καθαρά ψυχοπαθολογική περίπτωση.

Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε έντονα πληθωρική και μεγαλειώδη εικόνα για τον εαυτό του. Αυτό εξηγείται με την ιδιαίτερη πρώιμη σχέση που είχε ο Ατατούρκ με την μητέρα του. Μια μητέρα ψυχρή που τον άφησε συναισθηματικά πεινασμένο. Μια «καταβροχθιστική», όπως την αναφέρει ο Βολκάν, μάνα. Αυτό δίνει στο παιδί μια ροπή προς τις ιδέες μεγαλείου και τις δυνάμεις να σταθεί αργότερα πάνω από τις δυνάμεις που τον πλήγωσαν.

Ο Κεμάλ Ατατούρκ γεννήθηκε το 1881 στη Θεσσαλονίκη, οθωμανική τότε επαρχία. Αν ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε κάποιες ιμπεριαλιστικές βλέψεις αυτές ήταν μόνο για την Θεσσαλονίκη! Ποτέ όμως δεν τις εξέφρασε δημοσίως. Ήταν η αγαπημένη πόλη της μάνας του και η οποία συχνά του εξέφραζε τη νοσταλγία της γι αυτήν. Η μάνα του η Ζουμπέιντε ήταν μια παραδοσιακή μουσουλμάνα και ήθελε να τον στείλει σε παραδοσιακό σχολείο. Ο πατέρας του όμως ο Αλί Ριζά ήταν προοδευτικός άνθρωπος και εκεί θα βρούμε τα «πρότυπα» του Κεμάλ Ατατούρκ. Οι γονείς του χτυπήθηκαν άσχημα από την μοίρα: Τρεις φορές είδαν να πεθαίνουν τα παιδιά τους πριν τη γέννηση του Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Κεμάλ Ατατούρκ ήταν το 4ο παιδί και το κυριότερο: Ξανθός με γαλάζια μάτια!

Ο πατέρας του πέθανε, όταν ο Κεμάλ Ατατούρκ (Μουσταφά λεγόταν τότε) ήταν 7 ετών και η μάνα του 27. Ο θάνατος του πατέρα του, ενώ το παιδί βρισκόταν στο αποκορύφωμα της οιδιπόδειας περιόδου, φόρτωσε το παιδί με ένα μεγάλο τραύμα. Κατά την οιδιπόδεια περίοδο, το παιδί ως γνωστόν, έχει αιμομικτικές τάσεις προς τον γονέα του αντίθετου φύλου, «επιθυμώντας» ταυτόχρονα την εξαφάνιση ή τον θάνατο του άλλου. Ο θάνατος του πατέρα του στη διάρκεια αυτής της περιόδου, κάνει το παιδί Κεμάλ Ατατούρκ, να αισθάνεται θριαμβευτής, αλλά ένοχος. Η υπερβολική αυτή ενοχή, παρεμποδίζει την διαδικασία της φυσιολογικής λήξης της περιόδου αυτής: Το παιδί περιμένει να τιμωρηθεί και έχει φόβους αντεκδίκησης.

Έτσι λοιπόν ο Κεμάλ Ατατούρκ, από τη σχέση του με τη μάνα του, ανέπτυξε 2 βασικές πλευρές στην αίσθηση για τον εαυτό του: Από τη μία ήταν στερημένος, εξαρτημένος από αυτήν και συναισθηματικά πεινασμένος, από την άλλη ήταν παντοδύναμος, αυτάρκης και ιδιαίτερος. Την απώλεια του πατέρα του την βίωσε διατηρώντας κι από κει 2 εικόνες: Η πρώτη εικόνα του πατέρα του ήταν αυτή του εξιδανικευμένου, ριψοκίνδυνου άνδρα της οθωμανικής μεθορίου (ήταν υλοτόμος στα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την ελληνική Θεσσαλία και του επιτίθεντο συχνά Έλληνες ληστές) και η άλλη αυτή του ξεπεσμένου, καταθλιπτικού πότη (τα έτσουζε ο πατέρας του). Παρακολούθησε λοιπόν στρατιωτικό σχολείο, που εκείνη την εποχή ακολουθούσε δυτικό τρόπο εκπαίδευσης. Ο ναρκισσιστικός χαρακτήρας του επιθυμούσε να φορέσει στολή. Ένας καθηγητής του του κόλλησε και το όνομα Κεμάλ που σημαίνει «τελειότητα».

Ο δεύτερος γάμος της μάνα του τον εξοργίζει. Άλλη μια επιβάρυνση για τον εικοσάχρονο τότε νεαρό, που μέχρι να τους σκοτώσει είχε σκεφτεί! Πάντως, από το Μοναστήρι που πήγαινε στη σχολή, επισκεπτόταν τη μάνα του στη Θεσσαλονίκη η οποία έκανε προσπάθειες να συμφιλιώσει το γιο της με τον πατριό του. Τι προσπάθειες; Υποχρέωνε τον άντρα της να σηκώνεται όρθιος όταν έμπαινε ο Κεμάλ! Το κόλπο άρχισε να πιάνει και ο Κεμάλ Ατατούρκ άρχισε να τον αποδέχεται. Προφανώς μια τέτοια πρωτοφανής για τα μουσουλμανικά δεδομένα συμπεριφορά, θα πρόσθετε κι άλλες ιδέες μεγαλείου στον νεαρό
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827) – Το λιοντάρι της Ρούμελης

  13/05/2009 | Σχολιασμός

Γεώργιος Καραϊσκάκης«Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο!».
Γεώργιος Καραϊσκάκης

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος, αποτελεί μια από τις πιο θρυλικές μορφές της Επανάστασης του 1821. Υπήρξε αρχικά Αρματολός και στην συνέχεια αρχιστράτηγος της Ρούμελης (Στερεά Ελλάδα) κι ένας εκ των κορυφαίων στρατηγών του Αγώνα.

Απ’ όλους τους ιστορικούς αναφέρεται ως «γιος της καλογριάς» Ζωής Διμισκή (ανιψιά του περίφημου κλεφταρματολού της Άρτας Γώγου Μπακόλα και χήρα του Γιαννάκη Μαυροματιανού που πέθανε νωρίς), που γεννήθηκε το 1782 εντός σπηλαίου κοντά στο χωριό Μαυρομμάτι Καρδίτσας. Για κάποιους, πατέρας του ήταν ο κλεφταρματωλός του Βάλτου Δημήτρης Ίσκος (Φωτιάδης) ή Καραΐσκος (Περραιβός, Γαζής, Βλαχογιάννης), για κάποιους άλλους ο κλέφτης Αραπόγιαννος, ενώ για κάποιους άλλους παραμένει μυστήριο. Υπάρχει όμως και μία σημαντική μαρτυρία του υπαρχηγού του Ναπολέοντος Ζέρβα και του ΕΔΕΣ Μιχάλη Μυριδάκη που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν για την πατρική του καταγωγή. Στο βιβλίο του «Η Εθνική Αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΘΕΑ 1941-44 τόμος Α΄», αναφέρει ότι όταν βρισκόταν στο χωριό Σκουληκαριά της Ηπείρου πολεμώντας τους Ιταλούς, συνομιλούσε με κατοίκους του χωριού.

Ένας απ’ αυτούς του είπε για την καταγωγή του Καραϊσκάκη:
«Εγνώριζα ότι ο Καραϊσκάκης καταγόταν απ’ την Σκουληκαριά αλλά μου έκανε εντύπωση, όταν μου είπαν, ότι πρώτα είχε αρχίσει αυτός τον εθνικό αγώνα απ’ τον Αη Λια. Όταν δε, ερώτησα αυτόν πως το γνωρίζει αυτός μου απήντησε, ότι απ’ τις ιστορίες παλαιοτέρων συγχωριανών του και από ένα μικρό βιβλίο που είχαν εκδώσει το 1843 δώδεκα δημογέροντες της Σκουληκαριάς, δηλαδή δεκαοκτώ έτη μετά απ’ τον θάνατό του, σχετικά με τον τρόπο που εγεννήθη απ’ τους γονείς του και την ιστορία των πρώτων χρόνων της ζωής του.

Συγκεκριμένα μου είπε ότι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν νόθο παιδί μιας πεντάμορφης κοπέλας της Σκουληκαριάς της Διαμάντως Διμισκή και ενός αρματωλού του Νικολάου Πλακιά κι αυτού κατοίκου της Σκουληκαριάς και ότι εγεννήθη μέσα σ’ ένα κελί του μοναστηριού της Παναγίας της Σκουληκαριάς. Εκεί είχαν κλείσει την Διαμάντω οι δύο κλέφτες αδελφοί της, Κώστας και Γιώργος, για ν’ αποφεύγει τις ενοχλήσεις των Τούρκων, που είχαν μόνιμα εγκαταστημένα καρακόλια στο χωριό. Γι’ αυτό τον λόγο αυτή ύστερα από απόφαση της μάνας της και των αδελφών της ζούσε στο μοναστήρι και φορούσε ράσα χωρίς να είναι καλογριά.

Η Διαμάντω όταν ζούσε στο μοναστήρι εσυνδέθη ερωτικά με τον αρματωλό συγχωριανό της Νικόλαο Πλακιά απ’ τον οποίο και έμεινε παράνομα έγκυος και η εγκυμοσύνη της είχε μείνει μυστική ακόμα και απ’ τον ηγούμενο του μοναστηριού, Καλλίνικο, συγγενή της Διαμάντως.

Ύστερα από σαράντα μέρες μετά την γέννηση του παιδιού ο ηγούμενος του μοναστηριού με κάθε μυστικότητα και με το όνομα Ζωή, έστειλε αυτήν και το νεογέννητο στον φίλο του ηγούμενο του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου στο Μαυρομμάτι της Καρδίτσας, που πριν με επιστολή του τον είχε ειδοποιήσει. Εκείνος για να την προστατεύσει την πήρε χωρίς ράσα βέβαια για να εργάζεται στην υπηρεσία του μοναστηριού και να μεγαλώνει το παιδί της.

Μετά από οκτώ έτη ξαναγύρισε στην περιοχή του τόπου της γεννήσεώς της. Εγκαταστάθηκε σαν Ζωή πάλι στο χωριό Δούνιτσα του Βάλτου γειτονικό χωριό της Σκουληκαριάς. Εκεί δούλευε και είχε μαζί της τον γιο της Γεώργιο στο αρχοντικό του Δημητρίου Ίσκου, που σαν τραυματία τον είχε περιποιηθεί στο μοναστήρι τ’ Αη Γιώργη της Καρδίτσας. Επειδή το παιδί δούλευε σαν παραγιός του Ίσκου και είχε πολύ μαύρο δέρμα, τα παιδιά της Δούνιτσας τον φώναζαν Καρά (από την τουρκική λέξη kara=μαύρος, πολύ μελαχροινός) του Ίσκου. Λόγω του ότι το μυστικό είχε μαθευτεί οι κλέφτες αδελφοί της Διαμάντως σκότωσαν τον σπιούνο Νικόλαο Πλακιά μέσα στον συνοικισμό Γιαννιώτη, όταν αυτός οδηγούσε τούρκικο ασκέρι εναντίον τους».

Επομένως σύμφωνα με αυτή την μαρτυρία ο Καραϊσκάκης, ούτε γιος καλόγριας υπήρξε, όπως αρέσκεται να προσφωνείται απ’ την «επίσημη ιστορία» μας, ούτε πατέρα είχε τον Ίσκο ή τον Αραπόγιαννο. Οι πρώτοι βιογράφοι του, Γεώργιος Γαζής, Δημ. Αινιάν και Κων/νος Παπαρρηγόπουλος ομολογούν και γράφουν, πως ο Καραϊσκάκης είναι Αρτινός και γεννήθηκε στη Σκουληκαριά. Οι αγωνιστές του ’21 Νικόλαος Κασομούλης και Λάμπρος Κουτσονίκας γράφουν, ότι «Ο Καραϊσκάκης κατήγετο από το Ραδοβύζι» εννοώντας, βέβαια, τη Σκουληκαριά. Οι ξένοι Ιστορικοί Φ. Πουκεβίλ. Μ. Μπαρθόλντι και ο Αύγουστος Φάμπρ γράφουν πως ο Καραϊσκάκης είναι Αρτινός και γεννήθηκε στη Σκουληκαριά. Ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ και σε κανέναν για τον πατέρα του, παρά αποκαλούσε τον εαυτό του περήφανα και σαρκαστικά μπάσταρδο ή μούλο.

Τα παιδικά χρόνια
Πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, τρώγοντας «ξύλο και μπομπότα». Ντύνονταν με κουρέλια με ήλιο και με χιόνι. Ξυπόλητος όπως ήταν χειμώνα καλοκαίρι συνήθισε να περπατάει στις πέτρες και στα χιόνια στ’ αγκάθια και στις τσουκνίδες, ανέβαινε τα βουνά πιο γρήγορα από τα κατσίκια που φύλαγε, έγινε ένα με αυτά έμαθε τα κατατόπια και τα περάσματα σκαρφάλωνε μαζί τους εκεί που δεν πήγαινε άνθρωπος, γιατί μαζί τους αισθάνονταν καλύτερα πιο άνετα, έβλεπε τον κόσμο από μακριά. Σε ηλικία οκτώ ετών έχασε την μητέρα του τον μόνο άνθρωπο που του φέρονταν ανθρώπινα. Η ζωή του έγινε κόλαση. Οι ξένοι καταφρόνεσαν το παιδί περισσότερο από ποτέ και γύρευαν μ’ αδιάκοπη δούλεψη να τους πληρώνει το ξεροκόμματο που του έδιναν να φάει. Όταν τσακώνονταν με κάποιο άλλο παιδί μαζευόντουσαν όλοι μαζί, τον έδερναν και τον αποκαλούσαν μπάσταρδο και μούλο άσχετα αν είχε δίκιο η όχι. Ήταν φιλόνικος, βλάσφημος και βωμολόχος, χαρακτηριστικά που απέκτησε από αυτά τα δύσκολα παιδικά του χρόνια.

Όταν μεγάλωσε δεν ξέχασε την μιζέρια την φτώχεια και την αδικία που πέρασε στα παιδικά του χρόνια. Γι’ αυτό συμπονούσε τον αδύνατο και κατηγορούσε όσους του φέρνονταν άδικα. Συχνά, όταν πια μεγάλωσε έλεγε: «Όποιος γίνεται αφέντης χωρίς να γίνει δούλος, είναι μπάσταρδος αφέντης κι αλίμονο στο δούλο».
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής