Στέλιος Κυριακίδης (1910-1987) – Ο απόγονος του Φειδιππίδη
30/04/2010 |
Σχολιασμός
«Πως θα μπορούσα να κερδίσω ποτέ έναν τέτοιον αθλητή; Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για μια ολόκληρη πατρίδα».
Τζόνι Κέλι (μαραθωνοδρόμος)
Ο Στέλιος Κυριακίδης ήταν αθλητής δρόμων ημιαντοχής και αντοχής, με ιδιαίτερη έφεση στον μαραθώνιο. Έγινε παγκοσμίως γνωστός, όταν κέρδισε τον διάσημο Μαραθώνιο της Βοστόνης, το 1946, χρησιμοποιώντας αυτήν την περιφανή νίκη ως όχημα ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για την δραματική κατάσταση της Ελλάδος. Γεννήθηκε στις 4 Μαΐου 1910 στο χωριό Στατός της Πάφου στην Κύπρο. Ήταν γιος των αγροτών Γιάννη και Ελένης Κυριακίδη. Από μικρός είχε το μικρόβιο το τρεξίματος, καθώς οι συχωριανοί του τον θυμόνταν να τρέχει με την παραμικρή αιτία κι αφορμή. Συνήθως «πεταγόταν» μέχρι το απέναντι χωριό που απείχε 15-20…χιλιόμετρα. Έβγαλε το Γυμνάσιο στην Πάφο κι από την εφηβική του ηλικία άρχισε να παίρνει μέρος σε αγώνες· αρχικά σε αγώνες ως αθλητής του χωριού του και στην συνέχεια, από το 1930, ως αθλητής του Γυμναστικού Συλλόγου «Ολύμπια» της Λεμεσού· σύλλογο τον οποίο δεν εγκατέλειψε, μέχρι και το τέλος της αθλητικής του σταδιοδρομίας, παρ’ ότι σύντομα, θα μετακομίσει και θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, έχοντας εργαστεί προηγουμένως, για ένα διάστημα, σαν υπάλληλος του Δήμου Λεμεσού.
Στην Ελλάδα και στην Αθήνα, θα εργαστεί ως υπάλληλος (εισπράκτορας) της Ηλεκτρικής Εταιρείας (Δ.Ε.Η.), χωρίς να εγκαταλείψει τον αθλητισμό και τις μεγάλες αποστάσεις. Θα σαρώσει τα μετάλλια σε Ελλάδα και Βαλκάνια με τα χρώματα της Ελλάδος, όπου για αρκετά χρόνια ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρωταθλητής. Ο Κυριακίδης ήταν αυτός που κατέρριψε την πανελλήνια επίδοση του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο· μια επίδοση τεσσάρων περίπου δεκαετιών. Ο Λούης μάλιστα, φέρεται να υποδέχεται τον Κυριακίδη στο σπίτι του στο Μαρούσι και χαμογελώντας να του λέει: «Παιδί μου Στέλιο, να τρέχεις πάντα, γιατί εμείς οι Έλληνες γεννηθήκαμε για να τρέχουμε. Μόνο έτσι καταφέραμε να ζήσουμε τόσους αιώνες».
Λίγο μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, το 1941, ο Στέλιος Κυριακίδης θα νυμφευθεί την σύντροφό του Ιφιγένεια και μαζί θ’ αποκτήσουν τρία παιδιά: Την Ελένη, την Μαίρη και τον Δημήτρη. Τα χρόνια της Κατοχής, θα είναι δύσκολα για τον Στέλιο Κυριακίδη, όπως και για όλους τους Έλληνες. Όπως έλεγε κι ίδιος, το γαμήλιο δώρο του ήταν ένα ψωμί (κι αυτό μισό), ενώ λόγω της σχετικής αναγνωρισιμότητάς του, κατάφερνε να εξασφαλίζει που και και που, μερικά λαχανικά. Η αθλητική ιδιότητα, θα του σώσει την ζωή, όταν συνελήφθη απ’ τους Γερμανούς στο Χαλάνδρι, το 1943, με άλλα 49 άτομα ως αντίποινα για τον φόνο ενός Γερμανού. Ο Γερμανός αξιωματικός υπηρεσία -που συμπτωματικά ήταν κι ο ίδιος μαραθωνοδρόμος-, θα τον αφήσει ελεύθερο, όταν θα διαπιστώσει ότι ο Κυριακίδης έχει συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο (για καλή του τύχη, είχε στο πορτοφόλι του που το έψαξαν, εκτός από την ταυτότητά του και την κάρτα διαπίστευσης στους αγώνες). Οι υπόλοιποι εκτελέστηκαν… Όπως αναφέρει ο γιος του, Δημήτρης Κυριακίδης, «Μια άλλη φορά, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στο σπίτι μας, βρήκαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Στην πρώτη σελίδα ήταν ο Χίτλερ.“Χάιλ Χίτλερ!” είπαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι εδόθη εντολή να μην πηγαίνει κανείς στο σπίτι του Κυριακίδη. Από τότε ο πατέρας μου έκρυβε στο υπόγειό μας τους συμμάχους που έπεφταν με τα αλεξίπτωτα και έφευγαν αργότερα στην Αίγυπτο». …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

«Πολλάκις εδοκίμασα την λόγχη και την φυλακή, κατανοήσας έτσι ότι η πρόοδος της ιδέας έχει ανάγκην αυτοθυσίας και ότι το δέντρο του αγώνα ποτίζεται με αίμα και όχι με νερό».
«Δώστε σ’ αυτόν τον άνθρωπο ένα μικρόφωνο ή έναν καλό στυλογράφο και θα κάνει τους Εβραίους να αυτοκτονήσουν από ενοχές».
Το βιβλίο «Ατατούρκ – Μια Ψυχοβιογραφία» το έγραψαν δύο ψυχαναλυτές, ο ένας Τουρκοκύπριος (Βολκάν) και ο άλλος Αμερικανοπολωνός (Ίτσκοβιτς). Τα στοιχεία που αναφέρονται παρακάτω, αφορούν επί τα πλείστα τις αρνητικές πτυχές της προσωπικότητάς του, κυρίως επειδή για τέτοιες φυσιογνωμίες της ιστορίας, διαβάζουμε πάντα τις θετικές πλευρές του βίου τους, αλλά σπανίως τις κρυμμένες πτυχές του χαρακτήρα τους. Οι αξιοπιστότατοι όπως φαίνονται συγγραφείς, με όλο τον θαυμασμό που εκφράζουν στο είδωλό τους, κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να περάσουν «στα μαλακά» τις αδυναμίες του, τις νευρώσεις του και τις ιδιοτροπίες του. Χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κατά την ανάγνωση ανακαλύπτεις στο βιβλίο πολλές άρρωστες πτυχές του ήρωα και συνειδητοποιείς ξαφνικά ότι όπως πολλές μεγάλες μορφές της ιστορίας, έτσι κι αυτός ήταν μια καθαρά ψυχοπαθολογική περίπτωση.



