Βιογραφικά – Σελίδα 3 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχεία της κατηγορίας «Βιογραφικά»

Βιογραφικά Ελλήνων και ξένων, που με τον έναν ή άλλον τρόπο έχουν γράψει τη δική τους ιστορία.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843) – Ο «Γέρος του Μοριά» κι αρχιστράτηγος της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821

  07/05/2009 | Σχολιασμός

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: “πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;”, άλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (από την ομιλία του στην Πνύκα, στις 7 Οκτωβρίου, 1838)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο αρχιστράτηγος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 κι έμεινε γνωστός στην ιστορία και με το προσωνύμιο «ο Γέρος του Μοριά». Είναι ίσως ο μόνος από τους μεγάλους αγωνιστές της εθνεγερσίας, που από την πρώτη στιγμή συνέλαβε το πραγματικό νόημα της Επαναστάσεως. Την έβλεπε σαν πανεθνικό ξεσήκωμα ενός σκλαβωμένου πανάξιου και ιστορικού Έθνους, γι΄ αυτό, όταν απευθυνόταν στους πολεμιστές του τους προσφωνούσε ΕΛΛΗΝΕΣ. Επεδίωκε μ΄ αυτή την τιμητική ονομασία να τους συνειδητοποιήσει την κληρονομική τους μεγαλοσύνη και να τους τονίσει την υψηλή τους αποστολή.

Όπως διηγείται ο ίδιος στα «Απομνημονεύματά» του, γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770, κάτω από ένα δέντρο στο βουνό Ραμαβούνι της Μεσσηνίας. Η καταγωγή του ήταν από το Λιμποβίσι Αρκαδίας. Εκεί, κυνηγημένος από τους Τούρκους, έφτασε το 1536, ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων, ο Τριανταφυλλάκος Τσεργίνης. Ο εγγονός του Τριανταφυλλάκου Τσεργίνη, ο Λάμπρος, άλλαξε το πατρικό επίθετο και ονομάσθηκε Μπότσικας, διότι ήταν μικρός στο ανάστημα και μαυριδερός και έτσι άφησε το όνομα της οικογένειας. Τον Μπότσικα διαδέχθηκε ο γιος του Γιάννης, παππούς του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος ονομάσθηκε από κάποιον Αρβανίτη, λόγω της ιδιόμορφης σωματικής του διάπλασης (άντρας γεροδεμένος με έντονους γλουτούς) «Μπιθεκούρας» που στα ελληνικά αυτή η λέξη αποδίδεται ως «Κολοκοτρώνης». Το επώνυμο αυτό έμεινε ως επώνυμο του Γιάννη και πέρασε και στους υπόλοιπους Τσεργίνιδες.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ήταν πρωτότοκος γιος του περίφημου Αρματολού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, που είχε πρωτοστατήσει στο ξεκαθάρισμα της Πελοποννήσου από την μάστιγα των Τουρκαλβανών Αρβανιτών. Έμεινε ορφανός από πολύ μικρός, σε ηλικία 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε μαζί με δύο αδελφούς και τον φημισμένο Παναγιώταρο στον πύργο της Καστάνιτσας από τους Τούρκους, μετά από προδοσία Τούρκου φίλου του. Από τους Κολοκοτρωναίους διέφυγαν σώοι, ο δεκαετής Θεόδωρος, η μάνα του Ζαμπία (Ζαμπέτα) Κοτσάκη, η αδελφή του, ο νεογέννητος αδελφός του Νικόλαος και ο αδελφός του πατέρα του Αναγνώστης. Τα αδέλφια (του Θεόδωρου): Γιάννης και Χρήστος σκλαβώθηκαν και εξαγοράσθηκαν αργότερα. Οι διαφυγόντες Κολοκοτρωναίοι κατέφυγαν στο χωριό Μηλιά της Μάνης και παρέμειναν επί τρία χρόνια. Κατόπιν ο Αναγνώστης ρίζωσε στον Άκοβο της Φαλαισίας όπου έχτισε σπίτι και συμπεθέρεψε με τον ντόπιο Γεωργάκη Μεταξά, άνθρωπο του ντουφεκιού. Πήγαν στη Μηλιά τα αδέλφια της μάνας του (Κωτσακαίοι) και μετέφεραν προφυλαχτά την ορφανεμένη οικογένεια του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη στην Αλωνίσταινα όπου την φιλοξένησαν επί 2 περίπου χρόνια (1783-1785). Κατόπιν πληροφορήθηκαν οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς ποιοί ήσαν και αναγκάσθηκαν να φύγουν και να πάνε στον Άκοβο (1785).

Η μάνα του Κολοκοτρώνη ξενοϋφαινε, πήγαινε και έκοβε ξύλα και ο μικρός Θόδωρος τα κουβαλούσε στην Τρίπολη και τα πουλούσε. Όταν ο μικρός Θόδωρος ήταν 13 ετών, μια μέρα που είχε βρέξει πολύ, έμπαινε με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα, στη Τρίπολη. Το ζώο γλίστρησε, παραπάτησε σε μια λακούβα με νερά και πιτσίλισαν τα ρούχα μερικών Τούρκων που περνούσαν. Ένας από αυτούς αγριεμένος του έδωσε δύο χαστούκια. Ο Κολοκοτρώνης τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και ορκίστηκε μέσα του να το γυρίσει πίσω το χαστούκι. Και το γύρισε με το χέρι του και με το χέρι όλων των Ελλήνων στο πρόσωπο του Σουλτάνου και της αυτοκρατορίας του. Από την ημέρα που έφαγε το χαστούκι δεν ξαναπήγε στην Τρίπολη. Μπήκε για πρώτη φορά από τότε το ’21, στρατηγός των Ελλήνων, πορθητής και εκδικητής
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Νίκος Γκάλης – Ο μύθος του ελληνικού μπάσκετ και του ελληνικού αθλητισμού

  03/05/2009 | Σχολιασμός

«Αν εγώ είμαι ο γιος του Διαβόλου, τότε ο Γκάλης είναι ο ίδιος ο Διάβολος».
Ντράζεν Πέτροβιτς (παίκτης της εθνικής Γιουγκοσλαβίας και του NBA)

«O Nτράζεν είναι αδερφός μου, αλλά για καλύτερο αθλητή του 1987 ψήφισα τον Γκάλη».
Aλεξάντερ Πέτροβιτς (προπονητής)

«Ο Γκάλης είναι ο παίκτης του 21ου αιώνα. Του βγάζω το καπέλο».
Αλεξάντερ Γκομέλσκι (προπονητής της εθνικής ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης)

«Αν ο Γκάλης θέλει να βάλει καλάθι, θα το βάλει όποιος κι αν είναι ο αντίπαλος».
Άρβιντας Σαμπόνις (Λιθουανός παίκτης της εθνικής της Σοβιετικής Ένωσης και του NBA)

«Δεν περίμενα ότι θα υπήρχε ένας τόσο καλός επιθετικός παίχτης στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα».
Μάικλ Τζόρνταν (ο μεγαλύτερος καλαθοσφαιριστής όλων των εποχών)

«Είδα τον Γκάλη να κάνει πράγματα, που δεν γινόταν ούτε στους Λέικερς και τους Σέλτικς».
Μπομπ Μάκαντου (παίχτης του ΝΒΑ και του ιταλικού πρωταθλήματος)

«Είπα στους παίκτες μου πως θα μαρκάραμε τους 4 παίκτες του Άρη και κάναμε τα σχέδια μας. Για τον Γκάλη κάναμε την προσευχή μας».
Bόιτσεκ Kραϊόφσκι (προπονητής της Λεχ Πόζναν)

«Ξέρω έναν τρόπο να σταματήσουμε τον Γκάλη: να τον κλειδώσουμε στο ξενοδοχείο!».
Pουντ Xαρεβάιν (προπονητής της Ολλανδίας)

Αυτά είναι ελάχιστα από τα εγκωμιαστικά σχόλια για τον Νίκο Γκάλη, τον άνθρωπο που άλλαξε τη μοίρα του μπάσκετ στην Ελλάδα, τον μπασκετμπολίστα που «νίκησε το νόμο της βαρύτητας», τον «γκάνκστερ» που έβαζε τη μπάλα στο καλάθι με κάθε τρόπο, αυτός που δίδαξε στο παρκέ ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο.

Στην ιστορία του αθλητισμού υπήρξαν πολλοί που μπορούν να φέρουν τον τίτλο του μεγάλου παίκτη, αλλά πόσοι από αυτούς μπορεί να θεωρηθούν ότι άλλαξαν την πορεία του αθλήματος τους θέτοντας νέα και αξεπέραστα στο χρόνο δεδομένα; Σε αυτή την κατηγορία ανήκει ο Νίκος Γκάλης, ένας αθλητής που σωματικά έμοιαζε με έναν συνηθισμένο άνθρωπο αλλά κατάφερε να διαπρέψει στο κατεξοχήν παιχνίδι των ψηλών (σχετικά κοντός, μιας και το ύψος του ήταν 1.83), αλλάζοντας καθοριστικά τον ρου της ιστορίας του, δημιουργώντας νέα πρότυπα όχι μόνο αθλητικά αλλά και κοινωνικά.

Ο Νίκος Γεωργαλής (όπως είναι το πραγματικό όνομα του Γκάλη), παιδί των φτωχών μεταναστών από τη Ρόδο, γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου του 1957 στο Νιου Τζέρσεϊ της Νέας Υόρκης και ήταν το τελευταίο από τα 4 παιδιά του Γιώργου και την Στέλλας Γεωργαλή. Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια παίζοντας μπάσκετ στις αλάνες της Νέας Υόρκης, έχοντας στο δωμάτιό του κρεμασμένη την αφίσα του ινδάλματός του και πολύ μεγάλου παίκτη της Νέας Υόρκης του Γουόλτ Φρέιζερ. Ο μικρός Νίκος είχε κλίση στον αθλητισμό και ασχολήθηκε αρχικά με το αμερικάνικο ποδόσφαιρο και στην συνέχεια με την πυγμαχία (κάτω και από την καθοδήγηση του τσαγκάρη πατέρα του που ήταν πυγμάχος στα νιάτα του).

Με προτροπή όμως της μητέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει χτυπημένο και ματωμένο, στράφηκε στο μπάσκετ κάνοντας τα πρώτα του βήματα στο κολέγιο Seaton Hall. Εκεί δεν άργησε να δείξει το ταλέντο του στο σκοράρισμα και την περίοδο 1978-79, στο 4ο έτος των σπουδών του, αναδείχθηκε 3ος σκόρερ του NCAA με 27,5 πόντους μ.ο., πίσω μόνο από τους Μπέρντ και Μπάλντερ. Επόμενο βήμα το ΝΒΑ στο οποίο και επιλέχθηκε μόλις στον 4ο γύρο και το Νο 68 από τους Boston Celtics λόγω κάποιον ατυχιών, τραυματίστηκε στο πόδι και έμεινε εκτός αγωνιστικής δραστηριότητας για 2 εβδομάδες, και κυρίως της μικρής ενασχόλησης του μάνατζερ του Bill Manon που εκείνη την εποχή ήταν απασχολημένος με το μεγάλο του αστέρι την Νταιάνα Ρος που έκανε την πρώτη της προσπάθεια για σόλο καριέρα. Πάντως μετά από χρόνια, ο σπουδαίος προπονητής Νταν Πίτερσον που συνεργαζόταν με τους Σέλτικς τότε και είχε βάλει και αυτός την υπογραφή του προκειμένου να κοπεί ο Γκάλης, δήλωσε ότι «δυστυχώς είχαμε κάνει μεγάλο λάθος και τον αδικήσαμε».

Το καλοκαίρι του 1979 αφού έχει απορριφτεί από το NBA, ο 22χρονος, πλέον, Νίκος Γκάλης ψάχνει ένα μέρος να παίξει μπάσκετ. Η πρώτη ομάδα που μαθαίνει γι’ αυτόν είναι ο Παναθηναϊκός που όμως δεν καταφέρνει τίποτα αφού το μυαλό του Γκάλη είναι ακόμα στο NΒΑ. Αφού οι «πράσινοι» βλέπουν πως δεν καταφέρνουν τίποτα, παρατάνε τον Γκάλη με αποτέλεσμα λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη του ελληνικού πρωταθλήματος να ενδιαφερθεί και ο Ολυμπιακός για την απόκτηση του, αλλά όπως και ο Π.Α.Ο. χωρίς επιτυχία. Αφού και οι Μουρούζης, Γιαντζόγλου του Ολυμπιακού απέτυχαν να φέρουν τον «Νικ» στην Ελλάδα φτάνει και η σειρά του Άρη. Ο γενικός γραμματέας της ΑΕΚ, Νίκος Βρεττάκος διαβάζει το όνομα του Γκάλη σε ένα ιταλικό περιοδικό και μιλάει σχετικά μ’ αυτόν με τον τότε πρόεδρο του Άρη Μενέλαο Χατζηγεωργίου. Αυτός στην συνέχεια εισηγείται την απόκτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της ομάδας και μετά από ψηφοφορία (6-5 υπέρ της απόκτησης του) αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις. Όμως στην αρχή και αυτές, όπως και του Π.Α.Ο. και Ολυμπιακού, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα μέχρι την στιγμή που δυο παράγοντες του Άρη, οι Αλέκος Μιχαηλίδης και ο έφορος της ομάδος, Γιώργος Τσιλιγγαρίδης αποφασίζουν να ενεργήσουν διαφορετικά
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Αλέκος Κιτσάκης – Το αηδόνι της Ηπείρου

  14/04/2009 | Σχολιασμός

Αλέκος Κιτσάκης«Το Δημοτικό τραγούδι, αλλά και γενικά κάθε τραγούδι θέλει ψυχή. Ο τραγουδιστής πρέπει να έχει ίσκιο. Να σε γοητεύει».
Αλέκος Κιτσάκης.

Τον αποκάλεσαν Καζαντζίδη του δημοτικού τραγουδιού εξαιτίας της τεράστιας έκτασης της φωνής του και των μελωδικών γυρισμάτων του αλλά και της σχέσης που είχε με τους μετανάστες. Είναι ο άνθρωπος, που το 1983 τραγούδησε στη Μελβούρνη, μπροστά σε 120.000 κόσμο και ανάγκασε μια εφημερίδα της ομογένειας να γράψει «Η επίσκεψη του μεγάλου Έλληνα τραγουδιστή Αλέκου Κιτσάκη στην Αυστραλία, επισκίασε και αυτή του Κωνσταντίνου Καραμανλή» (έναν χρόνο πριν είχαν σπεύσει να ακούσουν τον Καραμανλή μόνο 70.000).

Ο Αλέκος Κιτσάκης γεννήθηκε το 1934, στο Ριζοβούνι Πρέβεζας, το οποίο είναι γνωστό κι ως «Λάκκα Σούλι».
Σε ηλικία οκτώ μηνών ορφάνεψε από μητέρα, και ένα χρόνο αργότερα, και από πατέρα. Τον μικρό Αλέκο και τον μεγαλύτερο αδελφό του Σταύρο τους μεγάλωσε ο θείος τους Γιώργος Γιαννακάκης. Θα μείνει και δεύτερη φορά ορφανός, καθώς σύντομα πέθανε και η μητριά-θεία του. Σε ηλικία έξι χρόνων ο θείος του «σκάρισε» με την στάνη. Ο μικρός Αλέκος, όλη την μέρα που έβοσκε τα πρόβατα ήταν με το τραγούδι στο στόμα, κάτι που έκανε τους συγχωριανούς του να καταλάβουν ότι έχει ταλέντο στο τραγούδι. Μάλιστα τον έπαιρναν στο καφενείο, τον κερνούσαν λουκούμι, και τον έβαζαν να τραγουδήσει. Ο μικρός Αλέκος, δεν τραγουδούσε πάντα, από ευχαρίστηση και μόνο:
«Θυμάμαι μια φορά, παιδάκι τότε εγώ, γινόταν ένας γάμος στο Γαλατά. Φύλαγα τα πρόβατα κοντά, πιάνω ένα τραγούδι και σταμάτησε ο γάμος… Από πού έρχεται αυτή η φωνή; είπαν, λες και ήταν ένα σπάνιο αηδόνι. “Ο Αλέξης, ο Αλέξης”, φώναξαν. Και μπας και με ακούσουν και με καλέσουν στο γάμο να μου δώσουν και μένα ένα πιάτο φαΐ. Δύσκολες εποχές, πετσί και κόκαλο ήμουνα… Μια μέρα, θυμάμαι, με έβαλε ένας άνθρωπος, Δόσης λεγότανε, να τραγουδάω για να μου δώσει ένα πορτοκάλι. Τραγουδούσα όλη μέρα, με πέθανε. Όλη μέρα για ένα πορτοκάλι…».

Την πρώτη του εμφάνιση σε κοινό, ο νεαρός Κιτσάκης την πραγματοποίησε σε έναν γάμο, όπως θυμάται ο ίδιος:
«Εγώ βοσκούσα τα πρόβατα κι όταν πέρασε από μπροστά μου ο κόσμος άρχισα να τραγουδάω. Αμέσως σταμάτησε ο γάμος και όλοι έκαναν σιωπή να με ακούσουν. Εγώ τραγούδησα μήπως και με ακούσει κανείς και του αρέσω και με καλέσει στη συνέχεια στο γάμο να τραγουδήσω και να φάω ένα κομμάτι ψωμί. Είχα φτώχεια και ορφάνια. Η ενέργειά μου αυτή είχε αποτέλεσμα και με κάλεσαν στο γάμο. Τραγούδησα όλο το βράδυ, αλλά το σημαντικότερο για μένα ήταν ότι έφαγα καλό φαγητό. Αυτή ήταν και η πρώτη παρουσία μου ως τραγουδιστής μπροστά σε κοινό».

Ένας μακρινός του συγγενής ο Νίκος Σουλιώτης με δυσκολία τον πήρε από τον θείο του και τον πήγε στην Αθήνα, δήθεν για καλύτερα, αλλά εκεί τον βρήκαν τα χειρότερα. Όταν πήγε στην Αθήνα, κοιμόταν σε γκαράζ: «Πατησίων 1, στο πάτωμα, σε μια βελέντζα· προίκα της μάνας μου», όπως περιέγραφε ο ίδιος. Από τσοπάνος γιδιών στα βουνά της Ηπείρου, έγινε φύλακας γουρουνιών στο Γουδί. Ο μικρός Αλέκος διαμαρτυρήθηκε και απείλησε τον συγγενή του ότι θα ξαναπάει στο χωριό αν δε του έβρισκε άλλη δουλειά, και ο Σουλιώτης, τον Δεκέμβριο το 1946, τον γνώρισε στον πρόεδρο της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας, που τον καλούσε να τραγουδάει σε κάθε εκδήλωση της. Ο Γενικός Γραμματέας, και ταμίας της Πανηπειρωτικής είχαν πιστέψει στο ταλέντο του Κιτσάκη, και αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν στο θέατρο της Κυβέλης. Έτσι, σε ηλικία 12 ετών, ο Αλέκος Κιτσάκης ντυμένος τσολιάς βγαίνει στη σκηνή και τραγουδάει την «Τζαβέλαινα», κατενθουσιάζοντας όλο το ακροατήριο. Η στιγμή αυτή, ήταν φυσικά αξέχαστη για τον Αλέκο Κιτσάκη:
Ο Αλέκος Κιτσάκης στην πρώτη εμφάνιση«Ήτανε 11 Ιανουαρίου του 1947 στο θέατρο της Αλίκης. Φαντάσου τότε, 11 χρονών παιδί, να βγει με καμάρι και να τραγουδάει για πρώτη φορά σε θέατρο. Στο πρόγραμμα που βγάλανε τότε λέγανε ότι τραγουδάει και ο μικρός Αλέξης. Ήμουν, που λες, συμπαθητικό παιδάκι. Γεννήθηκα έτσι. Είχα ίσκιο. Όποιος με γνώριζε ήθελε να με κάνει παιδί του.

Με ντύσανε με φουστανέλα και μου βάλανε και μια κορδέλα που έλεγε “Σούλι”. Εγώ τότε δεν ήξερα τι εστί Πανηπειρωτική, τι εστί θέατρο. Τραγούδησα λοιπόν την «Τζαβέλαινα». Την εποχή εκείνη ο κόσμος ήταν πολύ πονεμένος και μόλις με άκουσε τρελάθηκε. Κλαίγανε. Μόλις τελείωσα όλοι μου έδωσαν ένα θεόρατο χειροκρότημα. «Γεια σου λεβέντη μου, γεια σου Αλέκο μου, γεια σου Αλέξη μου» μου φωνάζανε. Χαμός έγινε. Και εκεί βγήκε ο Αχιλλέας ο Ζώης και είπε ότι αυτό το παιδί το αναλαμβάνει η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία υπό την προστασία της. Τον είχα σαν πατέρα μου αυτόν τον άνθρωπο.

Μετά την κοπή της πίτας με παίρνει ο Ζώης λοιπόν και με πάει στο Μινιόν. Τότε φορούσα ένα τραγίσιο κοντό παντελόνι, σκληρό Παναγιά μου, μου έτρωγε τα γόνατα και μου τα μάτωνε. Και με παίρνει λοιπόν, να είναι καλά εκεί που είναι τώρα ο άνθρωπος, για να μου βγάλει μια φωτογραφία για να θυμάμαι, μου λέει, που ήμουνα και πώς ξεκίνησα
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Παπαφλέσσας (1788-1825) – Ο Λεωνίδας της Επανάστασης του 1821

  22/03/2009 | Σχολιασμός

Παπαφλέσσας«Θα πολεμήσω τον Ιμπραήμ και θα πεθάνω ή θα νικήσω…».
Παπαφλέσσας.

Ο Παπαφλέσσας ήταν κληρικός, πολιτικός, φλογερός κι ενθουσιώδης αγωνιστής, ήρωας αλλά και πρωτεργάτης της Eλληνικής Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας το 1788 και ήταν το 28ο παιδί του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου, δευτέρας συζύγου του Δημητρίου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Φλέσσας.

Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, και μόνασε στο μοναστήρι της Παναγιάς της Βελανιδιάς, στην Καλαμάτα. Όταν χειροτονήθηκε ιερομόναχος έλαβε το εκκλησιαστικό όνομα Γρηγόριος (Γρηγόριος Φλέσσας, παπάς=Γρηγόριος Παπαφλέσσας). Εξαιτίας του χαρακτήρα του και επειδή ήρθε σε σύγκρουση με τους Τούρκους, εγκατέλειψε την Πελοπόννησο, απειλώντας (σύμφωνα με τα απομνημονεύματα Φωτάκου) «Βρε κερατάδες Τούρκοι να πάτε πίσω εις τον αφέντην σας τον κερατά, να του ειπείτε ότι εγώ φεύγω δια την Πόλιν, και δεν θα γυρίσω πίσω απλούς καλόγηρος. Ή δεσπότης θα έλθω, ή πασάς».

Μετέβη στην Ζάκυνθο, και αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄και έλαβε το εκκλησιαστικό οφφίκιο του «Δικαίου», που σημαίνει αντιπρόσωπος του Πατριάρχη.

Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως, πως ο ιδιωτικός βίος του Παπαφλέσσα, κάθε άλλο παρά συμβάδιζε με το σχήμα της ιεροσύνης, το οποίο τον περιέλαβε. Κατηγορούνταν -και μάλλον όχι αβάσιμα- ως «έκδοτος στις ηδονές, με μανιώδη ροπή προς τον έκλυτο βίο», άσωτος, ασύδοτος, αλαζών, μέθυσος κι ότι γλεντοκοπούσε και ξόδευε στα φανερά με τις ερωμένες του προκαλώντας την κοινή γνώμη. Αργότερα, ο αγωνιστής Κανέλλος Δεληγιάννης, θα έλεγε χαρακτηριστικά: «Ο Παπαφλέσσας, ένεκα της ασελγείας και της θηλυμανίας του κατήντησε το κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον και εσύναξεν όλους τους ασώτους και μπιριμπάντας και έπραττεν εις τους δυστυχείς κατοίκους τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα». Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, αναφέρεται κι αυτός στον Παπαφλέσσα, μέσα από τα απομνημονεύματά του, με αρνητικό τρόπο, τόσο για τον ιδιωτικό βίο, όσο και για τις επαναστατικές του ενέργειες: «Όθεν οι μεν Πελοποννήσιοι έμειναν εν αμηχανία περί του πρακτέου, βλέποντες το παράκαιρον και ανέτοιμον· ο δε Δικαίος, άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος, περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του Έθνους, δια να πλουτίση εκ των αρπαγών, τους εβεβαίωνεν, ότι είναι τα πάντα έτοιμα».
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Βασίλης Χατζηπαναγής – Ο μάγος της μπάλας

  06/03/2009 | Σχολιασμός

Ξημερώματα Σαββάτου 22 Νοεμβρίου 1975. Για πρώτη φορά πατάει το πόδια του σε ελληνικό έδαφος, ο ποδοσφαιριστής που αναγνωρίστηκε από το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων ποδοσφαιρόφιλων, ανεξαρτήτως συλλογικής προτίμησης, ως μεγαλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε ποτέ στα γήπεδα της Ελλάδος: Ο Βασίλης Χατζηπαναγής. Στις 2.00 το πρωί στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης ακούστηκε για πρώτη φορά το: «Βασίλη καλωσόρισες»…

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής, γόνος ελληνικής οικογένειας της -τότε- Σοβιετικής Ένωσης, κατέπληξε τους Έλληνες φιλάθλους με την απαράμιλλη τεχνική του, τις δεκαετίες του 70 και του 80. Οι φίλαθλοι μάλιστα, πολλές φορές, ανεξάρτητα με τη συλλογική τους προτίμηση, γέμιζαν τα γήπεδα ακόμη και σε σχετικά αδιάφορα εντός και εκτός έδρας παιχνίδια της ομάδας του, του Ηρακλή, μόνο και μόνο για να απολαύσουν τις περίτεχνες ενέργειές του. Ο «Βάσια» (Βασίλης στα ρωσικά) «κέρδισε» το προσωνύμιο «Νουρέγιεφ», με το οποίο δημοσιογράφοι και φίλαθλοι εξήραν το βιρτουόζικο στιλ του. Χαρακτηρίστηκε (φυσικά καθ’ υπερβολήν) ως ο μοναδικός παίκτης στον κόσμο που μπορούσε να ντριπλάρει ακόμα και τον εαυτό του, ή που μπορούσε να ντριπλάρει και μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο. Ο αδιαμφισβήτητα θεαματικότερος ποδοσφαιριστής που έχει αγωνιστεί ποτέ στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της Ελλάδας αγωνίστηκε σχεδόν σε όλη την καριέρα του στον «Γηραιό» και αγαπήθηκε όσο λίγοι, όχι μόνο από τους φίλους του συλλόγου του. Ο Χατζηπαναγής ήταν ο μοναδικός ίσως Έλληνας ποδοσφαιριστής, που κέρδισε (επάξια) τον σεβασμό και τον θαυμασμό, ακόμα κι αυτών των «σκληροπυρηνικών» οπαδών των ελληνικών συλλόγων.

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1954 στην Τασκένδη της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν, από Έλληνες γονείς, οι οποίοι βρέθηκαν εκεί ως πολιτικοί πρόσφυγες. Πρωτόπαιξε ποδόσφαιρο στη Δυναμό Τασκένδης σε ηλικία δώδεκα ετών. Πέρασε από όλα τα τμήματα υποδομής του Συλλόγου (Παιδικό, Εφηβικό Α’, Εφηβικό Β’, Νεολαίας και Ανδρών). Πήρε μέρος ακόμη σε δύο Πανενωσιακά πρωταθλήματα Παίδων που διεξήχθησαν για την ανεύρεση ταλέντων. Φοίτησε για επτά μήνες στην Ποδοσφαιρική Σχολή Νεολαίας και με την έναρξη της ποδοσφαιρικής περιόδου του 1972 εντάχθηκε στο δυναμικό της Παχτακόρ Τασκένδης, η οποία ήταν η ομάδα των βαμβακοπαραγωγών και μια από τις πιο πλούσιες ομάδες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι υπεύθυνοι του συλλόγου διέκριναν αμέσως την «φλέβα χρυσού» που χτύπησαν, υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Για να παίξει ο 17χρονος Βασίλης Χατζηπαναγής στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης, θα έπρεπε να λάβει πρώτα την σοβιετική υπηκοότητα. Έτσι, μετά από αρκετές πιέσεις, οι γονείς του Χατζηπαναγή, έδωσαν την έγκριση για την ικανοποίηση του αιτήματος. Ο Χατζηπαναγής αγωνίστηκε με τα χρώματα της Παχτακόρ μέχρι το 1975. Σε ηλικία λοιπόν, των 17 ετών έκανε το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα και σύντομα κλήθηκε και στην εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης κάτω των 19 ετών (Εθνική Ελπίδων). Με τα χρώματα της Εθνικής Ελπίδων αγωνίστηκε 10 φορές, με την Ολυμπιακή ομάδα καθώς και με την εθνική Ανδρών περισσότερο από 15 φορές και στις δύο). Μάλιστα, η ποδοσφαιρική ομάδα με το Βασίλη Χατζηπαναγή στη σύνθεσή της είχε προκριθεί στην τελική φάση, στην οποία θα αγωνιζόταν σίγουρα ο Βάσια, αν φυσικά δεν προτιμούσε την Ελλάδα και τον Ηρακλή! Κι αυτό, γιατί δεν χρειάστηκε μεγάλο διάστημα, ώστε να γίνει ευρέως γνωστό το ταλέντο του, ακόμα και στην Ελλάδα.

Έτσι, παρά τα επαινετικά λόγια του τότε προπονητή της Σοβιετικής Ένωσης, Κονσταντίν Μπέσκοφ, που είπε πως
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής