Μια Κυβέρνηση μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι υπάρχει μόνο εάν κυβερνά. Σε περίπτωση πλήρους απουσίας οποιασδήποτε διακυβέρνησης, το μόνο συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει Κυβέρνηση. Αντικαταστήστε τον όρο “Κυβέρνηση” με τη λέξη “Θεό”.
Richard Carrier
Ακολουθούν δύο μεταφρασμένες συνδυασμένες δημοσιεύσεις του Richard Carrier με τα δέκα σημαντικότερα παραδείγματα που έρχονται συχνά πυκνά σαν επιχειρήματα της ύπαρξης του Θεού και πως αυτά ανατρέπονται με την λογική. Στη συνέχεια θα γίνει το αντίθετο. Θα δούμε τα ίδια επιχειρήματα με την προϋπόθεση ότι υπάρχει Θεός και τι θα σήμαινε αυτό για τον κόσμο.
Εδώ η αναφορά σε “Θεό”, αναφέρεται σε έναν παντοδύναμο εξωκοσμικό ον, με υπερ-νόηση, υπερ-αγάπη και υπερ-δυνάμεις, κατασκευαστή του Σύμπαντος, όπως ακριβώς τον φαντάζονται οι μονοθεϊστικές θρησκείες, ενώ ο όρος “αθεΐα” αναφέρεται στην μη ύπαρξη αυτού του Θεού.
Η έμφαση δική μου καθώς και τα σχόλια σε αγκύλες.
1.Εισαγωγή.
Η Μπεϋζιανή αντι-απολογητική είναι η μέθοδος που χρησιμοποιεί την Μπεϋζιανή λογική για να μετατρέψει κάθε επιχείρημα υπέρ του Θεού σε επιχείρημα κατά του Θεού, απλά κατανοώντας πώς λειτουργεί η λογική των αποδείξεων και στη συνέχεια επαναφέροντας όλες τις αποδείξεις που οι θεϊστές πάντα παραλείπουν όταν προσπαθούν να προβάλουν ένα επιχείρημα υπέρ του Θεού. Αυτό αποκαλύπτει το γεγονός ότι όλα τα επιχειρήματα υπέρ του Θεού, είναι στην πραγματικότητα απλώς ασκήσεις απόκρυψης αποδείξεων … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Το ευαγγέλιο με την ονομασία Κατά Μάρκον, δεν γράφηκε από κανέναν ευαγγελιστή Μάρκο, είναι ανώνυμο και πλαστογραφημένο στο όνομα του Μάρκου θεωρούμενου ακολούθου του Πέτρου, γράφηκε μετά το 70 κ.χ. μακρυά από την Ιουδαία και αγνοεί την γεωγραφία της και αρκετά από τα έθιμά της. Είναι όμως το πρώτο και βασικό Ευαγγέλιο, το οποίο όλα τα υπόλοιπα αντέγραψαν, διόρθωσαν ή και διέστρεψαν. Είναι και το πρώτο κείμενο που προσπαθεί να ιστορήσει τον Ιησού που πρωτοβλέπουμε στις Επιστολές του Παύλου, στις οποίες η ιστορικότητά του είναι θολή όπως έχουμε δει. Μάλιστα θεωρείται το λιγότερο φανταστικό και πιο πραγματιστικό ευαγγέλιο και θα δούμε αν αυτό ισχύει και σε τι βαθμό.
Έτσι, είναι σημαντική η μελέτη του όπως έχουμε δει και στη δημοσίευση για τον Σιναϊτικό Κώδικα, στον οποίο έχουμε την πιο παλιά και πλήρη μορφή που υπάρχει, στο να καταλάβουμε πως ξεκίνησε ο Χριστιανισμός.
Η παρακάτω δημοσίευση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αντίστοιχη ομιλία του Ρίτσαρντ Κάριερ (Richard Carrier).
Σήμερα θα δούμε τον τρόπο που δουλεύουν, ή οφείλουν να δουλέψουν οι ιστορικοί, και είναι ένας χρήσιμος οδηγός για την κατανόηση τού πως όλοι μπορούμε να κρίνουμε θεωρίες και υποθέσεις του παρελθόντος αλλά και αιτιάσεις του παρόντος, κάτι που είναι χρήσιμο για όλους.
Θα διαπιστώσουμε επαγωγικά με αυτά που θα δούμε επίσης, την έλλειψη ιστορικότητας και αληθοφάνειας στα χριστιανικά κείμενα και γενικά οι ισχυρισμοί που θεωρούνται θαυματουργικοί. Τακτικά γίνεται αντιστοιχία συχνά με τους χρόνους και τις πληροφορίες που έχουμε από το Ευαγγέλια, για να μας κάνει να σκεφτούμε την γνωστή απολογητική ιδεοληψία ότι «η Ανάσταση του Ιησού είναι το καλύτερα μαρτυρημένο ιστορικό γεγονός στην ιστορία», τη στιγμή που ακόμα και η ύπαρξή του Ιησού των Ευαγγελίων είναι αμφίβολη.
Η δημοσίευση είναι δομημένη χρησιμοποιώντας το κείμενο της ομιλίας, αλλά επέκτασή και διόρθωσή της σε κάποια σημεία όπως και συντόμευσης της σε κάποια άλλα.
Για να σας δείξω ότι σε ερασιτεχνική βάση η έρευνα είναι εφικτή για κάποιον που θέλει, όλα τα επιπλέον στοιχεία της ομιλίας που προσέθεσα εδώ, είναι όλα αλιευμένα δημόσια από το Internet κατόπιν έρευνας σε αυτό, και χωρίς να χρησιμοποιηθεί άλλη πηγή, πέρα από την ίδια την ομιλία που είναι και αυτή δημόσια.
Κάποιες εκφράσεις που δείχνουν απαξιωτικές είναι του ίδιου του Carrier και συχνά είναι σε εντονότερο βαθμό σε αυτήν, ως προφορική ομιλία που έχει άλλη χάρη. Τέλος η έννοια θαύμα εδώ έχει προφανώς την έννοια του θαυμαστού και όχι του υπερφυσικού … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Φρονώ ότι μέσα στα πλαίσια της συνειδησιακής καθυπόταξης μέσω των λέξεων, ανήκει και η μετονομασία του Έλληνος σε Ρωμιό. Μετά από αιώνες πλύσης εγκεφάλου, είναι κάπως δύσκολο να το συνειδητοποιήσουμε, αλλά θα άξιζε την προσπάθεια. Ο ελληνικός πολιτισμός αντιπροσωπεύει μια σειρά αξιών που κάποτε είχαν επηρεάσει ολόκληρο τον κόσμο. Μάλιστα από την αλεξανδρινή εποχή και μετά (και μέχρι σήμερα), εμφανίστηκαν οι λεγόμενοι «ελληνιστές». Λόγιοι δηλαδή της εποχής που μιλούσαν την ελληνική και ήταν μέτοχοι της ελληνικής παιδείας, χωρίς να είναι Έλληνες την καταγωγή. Αυτό δεν συνέβη με κανέναν άλλο πολιτισμό, όσο μεγάλος και αν ήταν. Ακόμα και μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, κατά τη Ρωμαιοκρατία, ο ποιητής Οράτιος έγραφε ότι, «η ηττημένη Ελλάδα υπέταξε τον σκληρό κατακτητή και εισήγαγε τις τέχνες στο Λάτιο». Λίγο αργότερα και σταδιακά, θα επιχειρούνταν να δοθεί το όνομα «Ρωμαίος» ή «Ρωμιός» στον Έλληνα, σε μια προσπάθεια αποσυνδέσεώς του με τις προγονικές του ρίζες, σε μια βίαιη αλλοίωση της ταυτότητάς του. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτό που θα έπρεπε να αμαυρωθεί είναι η θρησκεία του, για αυτό και ο Ελληνισμός ταυτίστηκε με την υποτιθέμενη «ειδωλολατρία».
Σήμερα θέλουν να μας πείσουν ότι ο Έλληνας πρέπει να προσδιορίζεται ως «Ρωμιός», και ότι αυτός ο όρος συμπεριλαμβάνει την ενότητα και τη συνέχεια του Ελληνισμού μέσω του Χριστιανισμού. Ισχυρίζονται ότι υπήρχε εποχή κατά την οποία το όνομα «Έλλην» και τα παράγωγά του σήμαιναν το οτιδήποτε άλλο εκτός από τον…Έλληνα στην καταγωγή. Συνεπώς, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, οι όσες πλείστες υβριστικές και υποτιμητικές αναφορές στα συγγράμματα των εκκλησιαστικών πατέρων και συγγραφέων, αφορούν τους «ειδωλολάτρες» και όχι τους Έλληνες. Αυτός ο εξωφρενικά αναληθής ισχυρισμός, που σήμερα έχει εδραιωθεί στις συνειδήσεις μέσω της προπαγάνδας (μην λησμονούμε ότι σύμφωνα με το σύνταγμα η «παιδεία» που παρέχει το κράτος είναι «ελληνοχριστιανικής» κατευθύνσεως), δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τις πηγές. Αλλά ας τα πάρουμε κατά σειρά και τάξη … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Το πρώτο πράγμα που θέλω να ξεκαθαρίσω, είναι ότι δεν υπάρχει καμία παράδοση για την μεταφορά του Αγίου Φωτός όπως την έχουμε συνηθίσει τις τελευταίες δεκαετίες. Δηλαδή με κρατικά έξοδα, τόσο στην υποδοχή όσο και την διανομή του σε όλη την επικράτεια, αλλά και για την υποδοχή του ως αρχηγού κράτους. Αυτή η επονείδιστη για την λογική διαδικασία από μόνη της, δείχνει την αντιμετώπιση μιας φλόγας ως ξεχωριστής οντότητας που αξίζει τιμών από ένα κράτος, δηλαδή ένα είδος ειδωλολατρείας.
Η αναφορά μιας άσβεστης ιερής φλόγας υπήρξε αρκετές φορές στην αρχαία εποχή, όπως επίσης έχουμε τελετές και αναφορές σε λαμπαδηδρομίες, δηλαδή μεταφορά φωτός σαν τελετουργία για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους. Βέβαια οι αρχαίοι έχουν κατηγορηθεί ως ειδωλολάτρες και σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να δικαιολογείται, αλλά τι κάνουν αντίστοιχα οι χριστιανοί; Οι χριστιανοί έχουν το Άγιο Φως.
Ας πάμε όμως σε μια άλλη ιδέα παραπλήσια με το Άγιο Φως, που αξίζει να ειπωθεί παράλληλα. Η ιδέα της αφής της Ολυμπιακής Φλόγας που ξεκίνησε το 1928. Η αφή αυτή γίνεται φυσικά με κάτοπτρο και τις διαθέσεις του φωτοδότη Ήλιου, αλλά είναι δημόσια και προφανής και σηματοδοτεί την έναρξη της μεγαλύτερης παγκόσμιας αθλητικής εκδήλωσης που έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα.
Η μεταφορά της όμως και η σχετική λαμπαδηδρομία μέχρι το στάδιο των αγώνων, ξεκίνησε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Ο συμβολισμός του όλου πλάνου έχει να κάνει με την έννοια της φωτιάς που έκλεψε ο Προμηθέας από τους θεούς για χρήση των ανθρώπων. Τελικά με την λογική και την πρακτικότητα. Είναι δηλαδή ένα ενδιαφέρον σύμβολο και η μεταφορά της φυσικά το ίδιο. Από όσο γνωρίζω, κανείς από την ολυμπιακή επιτροπή ούτε κάποιος άλλος ποτέ θεώρησε την ολυμπιακή φλόγα σαν μια ξεχωριστή οντότητα που χρήζει τιμών ας πούμε αρχηγού κράτους.
Οι ορθόδοξοι θεωρούν ότι πέρα από την θεωρούμενη θεϊκή προέλευση του Αγίου Φωτός, έχει αυτό και ιδιότητες που επίσης μεταφέρονται με την μεταφορά, άσχετα αν επίσης μαθαίνουμε ότι αυτό γίνεται για κάποια λίγα λεπτά της ώρας. Η μεταφορά του γινόταν παραδοσιακά με το καράβι που έφθανε μετά από μία εβδομάδα τουλάχιστον και φυσικά δεν γινόταν διανομή, αλλά όποιος ήθελε, πήγαινε στην Μητρόπολη ή στην Εξαρχία του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα και το έπαιρνε.
Ο πρώτος που είχε την ιδέα της αεροπορικής του μεταφοράς και που την πραγματοποίησε τελικά από το 1988 ήταν ο Ιάκωβος Οικονομίδης ιδιοκτήτης πρακτορείου θρησκευτικού τουρισμού, που έκτοτε απέκτησε και τίτλο του Πατριαρχείου.
Τον πρώτο χρόνο, φαίνεται ότι η μεταφορά έγινε ιδιωτικά, αλλά τον επόμενο (κυβέρνηση Αν. Παπανδρέου) και έκτοτε ανέλαβε τα έξοδα του πρακτορείου το ελληνικό κράτος.
Από το 2001 ξεκίνησε και η “παράδοση” να γίνεται η υποδοχή με τιμές αρχηγού κράτους, ενώ από το 2002, όλη την μεταφορά και την διανομή πλέον ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών (υπ Γ. Παπανδρέου). Αυτά σύμφωνα με την wikipedia.
Η Athens Voice ταυτίζει την ανάληψη των εξόδων από το κράτος και την λαμπρή υποδοχή, ή έστω της ιδέας για αυτήν και η αποδοχή της έγινε αργότερα.
Η ιδέα της μεταφοράς του ξεκίνησε κατά πληροφορίες από την κα Λιάννη Παπανδρέου μια εποχή που μάθαμε ότι είχε επαφή με κάποιον συγκεκριμένο πνευματικό και άλλους επίσης πνευματιστές. Σε αυτό συνηγόρησε και ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Χρήστος Σαρτζετάκης που πρότεινε και άλλη μία “παράδοση”, να γίνεται η υποδοχή του στο αεροδρόμιο, με τιμές αρχηγού κράτους, και με στρατιωτικό άγημα κάτι που φαίνεται να ξεκίνησε όπως είδαμε αργότερα το 2001 (προεδρία Κ. Στεφανόπουλου). Μια “παράδοση” που σταμάτησε ευτυχώς φέτος και ελπίζουμε μόνιμα.