Η πομακική εφημερίδα «Ζαγάλισα» δημοσιοποίησε και ξεγύμνωσε το μεγαλύτερο ψέμα της Τουρκίας, που αφορά τον ιδρυτή του σημερινού κεμαλικού κατεστημένου των Νεότουρκων. Η έρευνα των ανθρώπων της «Ζαγάλισα» έφερε στο φως την αλήθεια που επιμελημένα κρύφτηκε επί έναν σχεδόν αιώνα από όλους εκείνους που είχαν συμφέρον να παρουσιάσουν τον Κεμάλ Ατατούρκ ως ιδιαίτερη προσωπικότητα και όχι μόνο…
Το δημοσίευμα της «Ζαγάλισα» «Η Ζαγάλισα αποκαλύπτει μετά από προσεκτική επιτόπια έρευνα πολλών μηνών, ότι ο ισχυρισμός της γέννησης του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ) στη Θεσσαλονίκη είναι ένα μεγάλο και ωραίο ΠΑΡΑΜΥΘΙ, για να κοροϊδεύουν οι Τούρκοι τους εαυτούς τους, αλλά και πολλούς μουσουλμάνους από τη Θράκη. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να τονώσουν το εθνικό φρόνημα, έχει δοθεί “γραμμή” ώστε οποιοδήποτε τουριστικό γκρουπ “Τούρκων” της ελληνικής Θράκης αποτελούμενο από πολιτιστικούς συλλόγους και κυρίως δημοτικά σχολεία, επισκέπτεται την Θεσσαλονίκη, να πηγαίνει συμβολικά πρώτα στο… σπίτι του Κεμάλ και μετά οπουδήποτε αλλού. Για τον τουρκικό εθνικισμό το ιστορικότερο αξιοθέατο της Θεσσαλονίκης είναι το σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ!
Σε πολλά φύλλα των τουρκόφωνων εφημερίδων καταχωρούνται όλο και πιο συχνά φωτογραφίες από συλλόγους και μειονοτικά σχολεία της Θράκης τα οποία επισκέπτονται το… σπίτι του μεγάλου ηγέτη! Έχει γίνει πλέον της μόδας για κάθε “Τούρκο” της Θράκης! Μόνο που το προσκύνημα είναι σε “μαϊμού μέρος”…
Ο Κεμάλ δεν γεννήθηκε στην κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη της εποχής εκείνης (δεν ήταν “πρωτευουσιάνος” όπως θέλει να τον παρουσιάζει ο τουρκικός εθνικισμός), αλλά σε ένα μικρό χωριουδάκι έξω από τον Λαγκαδά, την Χρυσαυγή, όπου μέχρι τα οκτώ περίπου χρόνια του φύλαγε αγελάδες και πρόβατα στους γύρω λόφους! Εκεί πήγε στο δημοτικό σχολείο. Φυσικά, σε καμία τουρκική βιογραφία ή εγκυκλοπαίδεια δεν θα διαβάσετε αυτή την μεγάλη και σκληρή αλήθεια … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
«Σας εύχομαι, τώρα που τελειώνουν οι πόλεμοι, να ευτυχήσετε με την ειρήνη. Όλοι οι θνητοί από δω και πέρα να ζήσουν σαν ένας λαός, μονοιασμένοι, για την κοινή προκοπή. Θεωρήστε την οικουμένη πατρίδα σας, με κοινούς τους νόμους, όπου θα κυβερνούν οι άριστοι, ανεξαρτήτως φυλής. Δεν ξεχωρίζω τους ανθρώπους, όπως κάνουν οι στενοκέφαλοι, σε Έλληνες και βαρβάρους. Δεν με ενδιαφέρει η καταγωγή των πολιτών, ούτε η φυλή που γεννήθηκαν. Τους καταμερίζω με ένα μόνο κριτήριο, την αρετή.
Για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλληνας και κάθε κακός Έλληνας είναι χειρότερος από βάρβαρο. Αν ποτέ σας παρουσιαστούν διαφορές, δε θα καταφύγετε ποτέ στα όπλα, παρά θα τις λύνετε ειρηνικά. Στην ανάγκη θα σταθώ εγώ διαιτητής σας. Το Θεό δεν πρέπει να τον νομίζετε σαν αυταρχικό Κυβερνήτη, αλλά σαν κοινό Πατέρα όλων, ώστε η διαγωγή σας να μοιάζει με τη ζωή που κάνουν τα αδέλφια στην οικογένεια.
Από μέρους μου θα θεωρώ όλους ίσους, λευκούς η μελαψούς και θα ήθελα να μην είστε μόνον υπήκοοι της Κοινοπολιτείας μου, αλλά μέτοχοι, όλοι συνέταιροι. Όσο περνάει από το χέρι μου, θα προσπαθήσω να συντελεστούν αυτά που υπόσχομαι. Τον όρκο που δώσαμε με την σπονδή απόψε κρατείστε τον σαν συμβόλαιο αγάπης».
Ο όρκος αυτός -που στην πραγματικότητα δεν αποτελεί όρκο, αλλά ευχολόγιο και παραινέσεις- αποδίδεται στον Μέγα Αλέξανδρο, σε λόγο που εκφώνησε σε συμπόσιο, στην πόλη Ώπιδα της Ασσυρίας, το 324 π.Χ. ενώπιον 9.000 αξιωματούχων Ελλήνων και Ασιατών.
Ο λεγόμενος «όρκος του Μεγάλου Αλεξάνδρου» κυκλοφορεί στο διαδίκτυο (ενώ έχει «κορνιζωθεί» και σε διάφορα κτήρια, δημόσια και μη) σε μία και μοναδική μετάφραση (με μικρές παραλλαγές), χωρίς να υπάρχει ΠΟΥΘΕΝΑ το πρωτότυπο αρχαίο κείμενο.
Μια πρώτη αναγκαία επισήμανση, θα πρέπει να γίνει στο σημείο όπου τοποθετείται το συμβάν. Η πόλη Ώπιδα (στην ακκαδική γλώσσα, Upa ή Upija) ήταν της Βαβυλωνίας και όχι της Ασσυρίας.
Ο Καλλισθένης, ανηψιός του μεγάλου φιλόσοφου Αριστοτέλη, ακολούθησε μετά από προτροπή του θείου του, τον Αλέξανδρο στην Περσία, για να καταγράψει τα γεγονότα σαν ιστορικός που ήταν. Στα χέρια μας έχουμε τα γραπτά του, που πίσω από αυτά υπάρχει πάντα ένας μύθος, για το αν ήταν αληθινά ή όχι, αλλά όπως και να έχει το πράγμα, δεν γίνεται κανένας λόγος σ’ αυτά για τον «όρκο».
Ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς που αναφέρει γεγονότα από την ζωή και το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είναι ο Αρριανός, που από τα ιστορικά του βιβλία, το σπουδαιότερο και το καλύτερο, που διασώθηκε ολόκληρο, είναι η «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Αποτελείται από επτά βιβλία γραμμένα στην αττική διάλεκτο. Μέσα σε αυτά δεν αναφέρει καθόλου τη λέξη «όρκος». Όσοι τον επικαλούνται, παραπέμπουν σε απόσπασμα από το βιβλίο «Αλεξάνδρου Ανάβασις» (Ζ, 7, 9-10): … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Παρ’ ότι είναι διάχυτη η εντύπωση ότι μεγάλος λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης είναι αφορισμένος από την ελληνική Εκκλησία, εξαιτίας κάποιων θεωρούμενων αντιχριστιανικών του βιβλίων, η πραγματικότητα δεν έχει ακριβώς έτσι. Όπως γίνεται συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Δεν υπάρχει αφορισμός, αλλά ανάθεμα (κατάρα).
Μια διευκρίνιση χρήσιμη για τη συνέχεια: Στην ελληνική επικράτεια υπάρχουν δύο εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες: Του Οικουμενικού Πατριαρχείου (όπου υπάγονται η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, το Άγιον Όρος και οι Νέες Χώρες) και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος (με την Πελοπόννησο, τη Στερεά, τη Θεσσαλία και τα Επτάνησα). Η Εκκλησία της Ελλάδας, καθώς είναι αυτοκέφαλη, υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνο δογματικά. Επομένως, για τις οποιεσδήποτε ποινές που θα επιβάλλει δε χρειάζεται την έγκριση του Πατριαρχείου.
Το ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, επειδή φέρεται να ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας, επομένως δεν ευσταθεί. Πιθανότατα, εισηγήθηκε τον αφορισμό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο ήταν πρωτίστως αρμόδιο γι’ αυτόν, ενδεχομένως για να νομιμοποιήσει και επικυρώσει τον δικό της αφορισμό. Μια κίνηση, καθαρά διπλωματική. Εκτός αυτού, ούτε η (ημι)αυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης φαίνεται να είχε ζητήσει αφορισμό από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο οποίο υπάγεται, καθώς στο αρχειοφυλάκιό του, δεν υπάρχει τέτοια απόφαση (αφορισμός), κάτι που έχει παραδεχθεί επισήμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο (13 Μαΐου, 2003, κατόπιν αιτήματος της δημοσιογράφου Ελένης Κατσουλάκη).
Ο ίδιος ο Αθηναγόρας άλλωστε, κατά την επίσκεψή του στην Κρήτη το 1961, σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου, φέρεται ν’ απαντά: «Τα βιβλία του Καζαντζάκη κοσμούν την πατριαρχική βιβλιοθήκη». Το πιο πιθανό είναι όμως, ότι ο μη αφορισμός του Καζαντζάκη από την Εκκλησία της Ελλάδας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, να είναι αποτέλεσμα και πιέσεων (μεταξύ αυτών και η ψυχαναλύτρια, μαθήτρια του Φρόιντ, Μαρία Βοναπάρτη, Πριγκίπισσα Γεωργίου της Ελλάδος, στην οποία ο Καζαντζάκης αφιέρωσε τον «Τελευταίο Πειρασμό»).
Βέβαια, τελικά δεν αφορίστηκε ο Καζαντζάκης, αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον καταράστηκε κι εξακολουθεί να είναι καταραμένος (η Εκκλησία έχει απαλλάξει τον Ελευθέριο Βενιζέλο απ’ το ανάθεμα, όχι όμως και τον Καζαντζάκη μα ούτε και τον Αντρέα Λασκαράτο). Στην κατάρα αναφέρονται όλες οι εφημερίδες της εποχής εκείνης, μα και στο αρχείο της Βουλής των Ελλήνων, υπάρχουν οι διαμαρτυρίες των Κρητικών βουλευτών όλων των παρατάξεων. Ο «Τελευταίος Πειρασμός» καταγράφτηκε και στον «Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων» της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας του Βατικανού, το καταργηθέν πλέον «Index Librorum Prohibitorum». Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello», δηλαδή «Στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση». Σε μια άλλη επιστολή, προς τον Παντελή Πρεβελάκη (Κρητικός λογοτέχνης και καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης, 1909-1986), διακωμωδεί το θέμα, αλλά εκφράζει και την πικρία του, γράφοντας: «Και να τους πλήρωνα δε θα μου έκαναν τέτοια διαφήμιση. Ενθουσιασμένος ο Γερμανός εκδότης μου, μου τηλεγράφησε πως έβαλε ο Πάπας στο Index τον «Τελευταίο Πειρασμό». Τι υποκρισία, τι σαπίλα πρέπει να ’χει ο κόσμος για να μην μπορεί ν’ ανεχτεί ένα βιβλίο γραμμένο με τόση φλόγα κι αγνότητα. Τι ξεπεσμένη και η πνευματική Ελλάδα, για να με θεωρούν ανήθικο και προδότη» («Γράμματα», γράμμα, 394).
Το χρονικό των διωγμών και της κατάρας
Οι διωγμοί, εναντίον του Καζαντζάκη – ανελέητοι μπορεί να πει κανείς – άρχισαν το 1924, όταν … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Η γέννηση του μύθου
Τον Φεβρουάριο του 1997, το μηνιαίο περιοδικό «Νέμεσις» της Λιάνας Κανέλλη (η οποία δεν είχε ακόμη αρχίσει τη στενή συνεργασία της με το ΚΚΕ) δημοσίευσε ένα απόσπασμα ομιλίας του Χένρι Κίσινγκερ από τη βράβευσή του από προσωπικότητες του επιχειρηματικού κόσμου των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον», που (υποτίθεται ότι) είχε γίνει το Σεπτέμβριο του 1994:
«Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ».
Ως πηγή του δημοσιεύματος υποδεικνύεται η αγγλόγλωσση τουρκική εφημερίδα «Turkish Daily News» της 17/2/97. Τον μύθο (διότι για μύθο πρόκειται) τον κατάπιαν αμάσητο πολλά έντυπα, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, πολιτικοί αναλυτές.
Ο Κίσινγκερ δεν άργησε να πληροφορηθεί, από συνεργάτη του περιοδικού «Πολιτικά Θέματα», ότι κυκλοφορούσε πλαστή δήλωσή του. Η διάψευσή του δημοσιεύτηκε στα «Πολιτικά Θέματα» (13/6/97): «Το απόσπασμα για το οποίο με πληροφορήσατε είναι ψευδές. Κάθε λέξη σ’ αυτό είναι ένα ψεύδος και το νόημά του είναι επίσης ψευδές». Ωστόσο, η διάψευση αγνοήθηκε (σ.σ.: ή δεν έγινε αντιληπτή) και ο μύθος συνέχισε να αναμεταδίδεται. Επιπλέον, όταν ζητήθηκε από την Λιάνα Κανέλλη να παρουσιάσει την πηγή της, εκείνη ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο φύλλο της τουρκικής εφημερίδας έχει γίνει άφαντο από τα γραφεία της εφημερίδας και από την ηλεκτρονική της έκδοση! Ειρήσθω εν παρόδω, η Κανέλλη έκτοτε δεν φάνηκε διατεθειμένη να υποστηρίξει το δημοσίευμά της.
Λίγο αργότερα, η είδηση για τη δήλωση Κίσινγκερ έφτασε στον Γιάννη Μαρίνο, που τότε ήταν εκδότης του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», όπου διατηρούσε τη στήλη «Αντιοικονομικά», που διαβαζόταν πολύ (την υπέγραφε ως «Κριτόβουλος»). Ένας αναγνώστης της στήλης, του απέστειλε φωτοτυπία από την μηνιαία εφημερίδα «Δικαίωμα» (Μάρτιος 1997). Ο Γιάννης Μαρίνος πείσθηκε ότι η επιστολή είναι γνήσια και τη δημοσίευσε στη στήλη του. Αμέσως τη σχολίασε ο Χρήστος Γιανναράς στην «Καθημερινή», ο οποίος στη συνέχεια πέρασε γενεές δεκατέσσερις όποιον αμφισβητούσε τη γνησιότητά της. Με τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα, ήρθε στο φως και η προηγούμενη διάψευση Κίσινγκερ στα «Πολιτικά Θέματα». Τελικά, μπροστά στο θόρυβο που δημιουργήθηκε, ο Γιάννης Μαρίνος αποφάσισε να ερευνήσει το θέμα. Έγραψε στον Κίσινγκερ, ο οποίος του απάντησε ότι πρόκειται για μύθο (φωτοτυπία εδώ). Το κείμενο της διάψευσης έχει ως εξής: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Η φράση που αποδίδεται κι αυτή στον Ισοκράτη (εδώ είναι η άλλη), είναι γνωστή: «Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας». Την ακούμε κάθε λίγο και λιγάκι, κυρίως όταν πρόκειται για θέματα μεταναστών (λαθραίων και μη) και ειδικά σε ότι έχει να κάνει με ζητήματα νομιμοποίησης κ.τ.λ.
Να ξεκαθαρίσω κατ’ αρχάς, σαν άτομο, ότι το νόημα της συγκεκριμένης φράσης δεν με βρίσκει αντίθετο. Θεωρώ πως είναι τιμή μας, κάποιος ξένος που έχει ελληνική παιδεία, αλλά και ελληνική συνείδηση, να δηλώνει αυθόρμητα (και όχι παρακινούμενος από κάποια ιδιοτέλεια), ότι θεωρεί τον εαυτό του Έλληνα. [Μια στάση εδώ. Όταν λέμε «Παιδεία», εννοούμε μόρφωση, πνευματική καλλιέργεια και όχι την στενή έννοια τού όρου, που μεταφράζεται σε «ξερή» εκπαίδευση. Δηλαδή, άντε βγάλαμε με το ζόρι ένα Γυμνάσιο ή ένα Λύκειο, πήραμε ένα απολυτήριο και γίναμε Έλληνες επειδή (συμ)μετείχαμε στην ελληνική εκπαίδευση (ο Θεός να την κάνει εκπαίδευση δηλαδή…).]
Το θέμα είναι όμως ότι Ισοκράτης δεν είπε κάτι τέτοιο, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν εννοούσε κάτι τέτοιο. Ότι δηλαδή «Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας». Βεβαίως, αν πάρει κάποιος αποσπασματικά την συγκεκριμένη φράση («Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας») από το κείμενο του Ισοκράτη, αυτό το νόημα θα βγάλει. Το πραγματικό νόημα όμως προκύπτει σε σχέση με τα συμφραζόμενα, δηλαδή διαβάζοντας ολόκληρη τη φράση. Και το νόημα που προκύπτει απ’ αυτή, δεν είναι αυτό που πιστεύεται σήμερα. Σε πολύ απλά ελληνικά, ο Ισοκράτης έκανε μια διαπίστωση (και όχι διακήρυξη ενός πιστεύω), πως οι ξένοι την εποχή εκείνη έφτασαν στο σημείο να θεωρούνται και να (αυτο)αποκαλούνται Έλληνες με βάση την ελληνική εκπαίδευση που αποκτούσαν και όχι με βάση το γένος.
Τα σκοπίμως παρεννοημένο κείμενο προέρχεται από τον Πανηγυρικό λόγο που απεύθηνε στους Αθηναίους. Το επίμαχο απόσπασμα είναι το ακόλουθο: «Τοσοῦτον δ’ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ’ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας».
Δηλαδή: «Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τούς άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη τού λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι τών άλλων και κατόρθωσε ώστε το όνομα τών Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον τής καταγωγής αλλά τής πνευματικής ανυψώσεως, και να ονομάζονται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή». Μετάφραση: Μ. Πρωτοψάλτης, «Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, Ι. Ζαχαρόπουλος».
Καθώς, η ακριβής απόδοση και το νόημα του αρχαίου κειμένου, έχουν γίνει αντικείμενο συζητήσεων (και ειδικότερα τα ρήματα «πεποίηκε» και «δοκεῖν»), αν και η ουσία δεν αλλάζει, κρίνεται χρήσιμο να δούμε και κάποιες άλλες εκδοχές και απόψεις.
«Ο Ισοκράτης αναφέρει βέβαια στον “Πανηγυρικό” του (380 π.Χ.) ότι η Αθήνα υπερέχει τόσο πολύ στην σκέψη και τον λόγο ώστε “οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας” (παρ. 50). Ωστόσο με την φράση αυτή ο Ισοκράτης δεν θέλει να συμπεριλάβει (όπως υποστηρίχθηκε συχνά) στους Έλληνες και τους εξελληνισμένους αυτούς βαρβάρους, γιατί γι’ αυτόν οι βάρβαροι, ιδιαίτερα οι Πέρσες, εξακολουθούσαν να είναι οι “φυσικοί” εχθροί των Ελλήνων (Πανηγ. παρ. 158, πρβλ. Παναθ. παρ. 163). Το νόημα της φράσεως είναι μάλλον ότι ο Ισοκράτης θεωρεί πραγματικούς Έλληνες μόνον τους Έλληνες εκείνους που είχαν λάβει αττική μόρφωση». Ulrich Wilcken (Γερμανός ιστορικός)
«Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να φανερώνει όχι πλέον τη φυλή αλλά τη διάνοια, με αποτέλεσμα περισσότερο να αποκαλούνται Έλληνες αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά στην κοινή καταγωγή».
«Τι λέει εδώ ο Ισοκράτης; Ότι πιο άξιοι να καλούνται Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ημετέρας παιδείας παρά όσοι έχουν ελληνική καταγωγή. Ο αλλοδαπός που έχει πάρει την ελληνική παιδεία αξίζει περισσότερο ν’ αποκαλείται Έλληνας απ’ ό,τι ο εκ φύσεως Έλληνας που την αγνοεί. Παναπεί, ο αριστούχος αλβανός είναι απόλυτα άξιος να αποκαλείται έλληνας και επομένως να φέρει την ελληνική σημαία, εφόσον το επιθυμεί. Έτσι λέει ο Ισοκράτης. Πιο άξιος μάλιστα από τα βλαστάρια μας που είναι σκράπες. Ο Ισοκράτης το λέει. […] Το «δοκώ» με απαρέμφατο έχει ακριβώς τη σημασία «νομίζομαι, θεωρούμαι», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ (λ. δοκέω, ΙΙ.5) οι δοκούντες είναι τι=άνθρωποι που θεωρείται ότι είναι κάτι. Και πιο καθαρά, όταν λέει ο Δημοσθένης οι «δεδογμένοι ανδροφόνοι», εννοεί «οι ευρεθέντες ένοχοι ανθρωποκτονίας», όχι «αυτοί που φαίνονται φονιάδες αλλά δεν είναι» […]». Νίκος Σαραντάκος (συγγραφέας)