Η αρχαία πόλη στη θέση Βιγλατούρι της Κύμης, που η αρχαιολογική σκαπάνη της αρχαιολόγου Έφης Σακελλαράκη έφερε στο φως, δεν είναι άλλη από την αρχαία Κύμη. Τα αρχαιολογικά ευρήματα της ανασκαφής έρχονται να επιβεβαιώσουν την ήδη υπάρχουσα άποψη, ότι το ιδιότυπο αλφάβητο της αρχαίας Κύμης είναι το λατινικό αλφάβητο.
Το αλφάβητο αυτό όπου το Σ γράφετε ως C, το Γ ως G, το Δ ως D, το Ξ ως X, το Ρ ως R, και το Υ ως U, αποτέλεσε την βάση που επάνω χτίστηκε το λατινικό αλφάβητο. Αλλά και άλλες πόλεις της Ευβοίας όπως η Ερέτρια και η Χαλκίδα είχαν το ίδιο αλφάβητο. Ακόμη φαίνεται ότι μέχρι να επικρατήσει οριστικά το ιωνικό αλφάβητο, κυκλοφορούσαν και άλλα.
Αν λάβουμε υπόψη ότι σήμερα αυτοί που δεν μιλούν Ελληνικά από μικρή ηλικία, αδυνατούν να προφέρουν τα γράμματα Δ, Γ, καθώς και μεμονωμένα το Μ, από το Π το Γ από το Κ και το Ν από το Τ, μπορούμε να υποθέσουμε ότι πιθανώς η διαφοροποίηση αυτή έγινε διότι ίσως αρκετοί από τους κατοίκους να ήταν ξενόφερτοι που αδυνατούσαν να προφέρουν τα παραπάνω γράμματα. Η ανάγκη αυτή οδήγησε στη δημιουργία του ιδιότυπου αυτού αλφαβήτου … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (ή Κεφαλάς), ήταν ένας σημαντικός Έλληνας λαϊκός ζωγράφος. Έμεινε περισσότερο γνωστός με το μικρό του όνομα. Γεννημένος στη Βαρειά της Λέσβου γύρω στα 1870 και μεγαλωμένος στη Σμύρνη, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του ζωγραφίζοντας για ένα κομμάτι ψωμί στον Βόλο και στα χωριά του Πηλίου κι αργότερα (από το 1927 και εξής) ξανά στην πατρίδα του.
Ο Θεόφιλος δεν ζωγράφισε μόνο σε σπίτια και αρχοντικά, όπως ήταν μέχρι τότε η συνήθεια, αλλά και σε καφενεία, μπακάλικα και μύλους, πάνω σε τενεκέδες, σε ξύλα και πανιά, σε δίσκους, σε κάρα, ακόμα και πάνω σε ναυτικούς σάκους. Απεικόνισε σκηνές από την ελληνική ιστορία, τον Ερωτόκριτο, από τον βίο των λαϊκών ηρώων, εξωτικά κυνήγια και τόπους, καθημερινές σκηνές, πορτρέτα κ.λπ. Ζητούσε όμως τόσο λίγα σε αντάλλαγμα του κόπου του και η ανάγκη του να ζωγραφίζει ήταν τόσο επιτακτική, ώστε όσοι ήθελαν μπορούσαν να επωφεληθούν και να αποκτήσουν κάτι που μέχρι τότε ήταν αποκλειστικό προνόμιο των πλουσίων.
Η μυθολογία γύρω από τον βίο του είναι μεγάλη, ωστόσο η ίδια η ζωγραφική του μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι είχε άριστη γνώση της βυζαντινής τέχνης (ο παππούς του ήταν αγιογράφος), καθώς και της λαϊκής παράδοσης που είχε αναπτυχθεί στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ως φαίνεται όμως, ο Θεόφιλος είχε και συνείδηση του τρόπου που έβλεπε τα πράγματα η ακαδημαϊκή ζωγραφική της εποχής του· δεν είναι τυχαίο ότι στο περίφημο κασελάκι με τα σύνεργά του, διέθετε αναπαραγωγές έργων (σε φωτογραφίες και χρωματιστές κάρτες) που του επέτρεπαν να δουλεύει πάνω σε ιστορικά ή άλλα θέματα.
Γιος του Γαβριήλ Κεφαλά και της Πηνελόπης Χατζημιχαήλ, είναι το μεγαλύτερο από οκτώ αδέλφια -τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Ο πατέρας του καταγόταν από το Πληγώνι, ένα χωριουδάκι με λίγα σπίτια, κοντά στην πόλη. Ο παππούς του από τη μητέρα του ήταν Μοσχονησιώτης και ασκούσε το επάγγελμα του αγιογράφου, άνθρωπος ευκατάστατος, ευπαρουσίαστος και στοργικός πατέρας. Πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία -λένε 102 χρονών. Για τον ανήσυχο και ασυμβίβαστο μικρό, αυτός ο καλοντυμένος κι ευχαριστημένος οπό τον εαυτό του καλοστεκούμενος γέροντας ήταν το αντιπαθητικό «κατεστημένο», κι ας μην υπήρχε τότε ο όρος.
Στη νηπιακή του ηλικία αρρωσταίνει βαριά, άγνωστο από τι. Η αρρώστια αυτή, του αφήνει βασανιστικό τραυλισμό. Μα κι αυτόν αγωνίζεται να τον κατανικήσει. Η προφορά του, σύμφωνα με όσους τον γνώρισαν, δεν ήταν ποτέ πολύ καθαρή.
Ο Θεόφιλος ήταν αριστερόχειρας, σοβαρό μειονέκτημα στην εποχή του. Όταν αυτό έγινε αντιληπτό, προκάλεσε ειρωνικά σχόλια και πειράγματα, οικείων και γειτόνων. Ήταν ο «ζερβοκουτάλας», άνθρωπος μισοσακάτης κατά την αντίληψή τους, αντίληψη που πιθανότατα συμμεριζόταν και ο Θεόφιλος. Δυσκολευόταν στη χρήση ορισμένων σκευών, μιας κι αυτά κατασκευάζονται για τους δεξιόχειρες. Δεν υποτάχθηκε, όμως, μοιρολατρικά σ’ αυτή του τη μειονεκτικότητα, πάλεψε για να την κατανικήσει και σαν μέσο χρησιμοποίησε και τη ζωγραφική.
Στο σχολείο, πάντα αφηρημένος, γεμίζει τα τετράδιά του με ζωγραφιές και προκαλεί την αγανάκτηση του δασκάλου. Ο τρόπος με τον οποίο τον τιμωρεί είναι καθοριστικός για τον μικρό μαθητή. Τον στήνει όρθιο στον τοίχο και βάζει τα άλλα παιδιά να περνάνε από μπροστά του και να τον φτύνουν. Για τον Θεόφιλο είναι μια ακόμη επιβεβαίωση της περιφρόνησης των άλλων και έτσι αποφασίζει να μην ξαναπατήοει στο σχολείο. Είναι στην τρίτη Δημοτικού … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
– Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
– Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
– Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία; Τί κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Τί νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί; Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
– Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη, και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη, στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους. Μάλιστα, ετοίμασε για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
– Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες· γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους, και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια· γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα· και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
– Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
– Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα· κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
– Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν). Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ οι πλατέες, κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
– Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν. Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα, και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
– Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Δώστε λίγη προσοχή στο ακόλουθο απόσπασμα από συνέντευξη του φιλόλογου και θεατρικού κριτικού, Κώστα Γεωργουσόπουλου…
Για κάποιον, που κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης ήταν ενήλικος, πιθανώς να μην του είναι άγνωστα αυτά που αναφέρει ο Γεωργουσόπουλος. Στους κατοπινούς όμως, μάλλον προκαλούν μια κάποια έκπληξη, ίσως και θυμηδία.
Τί λέει όμως ο Γεωργουσόπουλος;
Πρώτον, αναφέρει το εκπληκτικό γεγονός, πως το εκπαιδευτικό σύστημα από την Μεταπολίτευση και μετά, γέννησε αρχαιολόγους που δεν μπορούσαν να διαβάσουν…αρχαίες επιγραφές! Για τον πολύ απλό λόγο, ότι είχαν ένα μικρό «θεματάκι» με την γνώση των Αρχαίων Ελληνικών, αλλά και των Λατινικών.
Δεύτερον, όπως αναφέρει ο (αριστερός) Γεωργουσόπουλος, αρκούσε να δηλώνει κάποιος…«αντιστασιακός» (κατά την περίοδο της Δικτατορίας), για να έχει προνομιακή μεταχείριση στα πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Τί άλλο να πούμε εμείς; Γιατί απορούμε για το επίπεδο των σημερινών μαθητών και πολύ περισσότερο για το επίπεδο των δασκάλων τους; (Αλλά και για μερικά άλλα ακόμη) … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »