Δημήτρης Λιαντίνης – Ο φιλόσοφος «εραστής του θανάτου»
28/11/2010 |
Σχολιασμός
«Διοτίμα μου,
Φεύγω αυτοθέλητα. Aφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Eτοίμασα τούτη την ώρα βήμα βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω απ’ όλα εστάθηκε μια προσεχτική μελέτη θανάτου. Tώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.
Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρά είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι.
Nα ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα και τίμια, όπως σε δίδαξα. Nα θυμάσαι ότι έρχονται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Kαι είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.
H τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχονται. Zούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. H λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει…».
Έτσι ξεκινάει η επιστολή που άφησε στην κόρη του, ο σύγχρονος φιλόσοφος -και για κάποιους, «γραφικός» ή αμφιλεγόμενος- Δημήτρης Λιαντίνης, λίγο πριν πάρει τον δρόμο για την πλαγιά του Ταΰγετου, όπου είχε επιλέξει ν’ αποχωριστεί απ’ τη ζωή. Τον αποκάλεσαν «εραστή του θανάτου» και μάλλον όχι άδικα. Ο θάνατος και η φιλοσοφία του περί αυτού, έχουν έντονη παρουσία στο έργο του.
Ακολουθεί ένα βίντεο με αποσπάσματα από ομιλίες, διαλέξεις και διδασκαλίες του· τις εικόνες από την στιγμή της ανεύρεσης της σορού του, ενώ συγκλονιστική είναι και η παρουσία της μάνας του, Πολυτίμης, όπου εξομολογείται πως ο γιος της, τής ανακοίνωσε την απόφασή του και πως την δέχθηκε αυτή …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Προς αποφυγήν παρανοήσεων πρέπει προ παντός άλλου να ειδοποιήσωμεν τον αναγνώστην ότι, ομιλούντες περί της τιμής των γυναικών, δεν μεταχειριζόμεθα την λέξιν καθ’ ήν έχει σημασίαν όταν λέγωμεν η τιμή των ζαχάρεων, των σιτηρών ή και των ψήφων εν Ύδρα ή Ερμουπόλει.
Ο μοναστηρισμός είναι μασονισμός. Ο καλόγηρος είναι μασόνος.
Πως έτυχε προ πολλών ήδη ετών να ενδιαφέρωμαι δι’ έναν τάφον τού παρά την Βάθειαν κοιμητηρίου, τούτο δεν ενδιαφέρει ποσώς τον αναγνώστην. Προς αποφυγήν μόνον πάσης υποψίας ότι πρόκειται περί αισθηματικής τίνος γλυκαναλατίας, δεν θεωρώ περιττόν να προσθέσω, ότι δεν αναπαύεται υπ’ αυτόν Μαρίκα τις, Ελένη ή Περσεφόνη, αλλά καλός άνθρωπος ονομαζόμενος Αντώνης. Τούτον μετέβαινα ενίοτε να επισκεφθώ όχι μόνον διότι με είχεν αφήσει καλάς αναμνήσεις, αλλά και διότι με ήρεσκεν ο περίπατος εκείνος. […] Αλλεπάλληλοι αποδημίαι και άλλαι φροντίδες μ’ έκαναν ν’ αμελήσω και σχεδόν να λησμονήσω επί πολλά έτη τον Αντώνην. Όταν και πάλιν τον ενθυμήθην, επόμενον ήτο να εύρω το άσυλον αυτού κάπως παρηλλαγμένον. Αι κυπάρισσοι, είχον μεγαλώσει, ο πληθυσμός των νεκρών ήτο τετραπλάσιος και οι σταυροί τόσον πυκνοί, ώστε ολίγος απέμενε τόπος εις τα χαμόμηλα και τας ακάνθας. Εις ταύτα πρέπει με βαρείαν συνείδησιν να προσθέσω, ότι κατά το διάστημα της μακράς εγκαταλείψεως, ο τάφος του φίλου μου είχεν ερημωθή τελείως. Τα ξύλινα κάγκελλα έκειντο κατά γης, αι γάστραι ήσαν ανεστραμμέναι και ουδ’ ίχνος απέμενεν επιγραφής επί του μαύρου σταυρού, τον οποίον είχε μεταβάλει εις κόκκινον ή σκωρία. Εζήτησα τον γέροντα νεκροθάπτην προς διόρθωσιν της αταξίας, αλλ’ ως έμαθα από την λιβανίζουσαν γειτονικών τάφον μαυροφόραν, ούτος είχε κατατεθή προ ετών εκεί όπου κατέθετε πριν τους άλλους. Υπήρχεν όμως διάδοχος αυτού, του οποίου μ’ έδειξε την κεφαλήν προβάλλουσαν κατά την στιγμήν εκείνην εκ του υπογείου της οστεοθήκης. Μετά την κεφαλήν εφάνη ο κορμός και έπειτα αι μακραί κνήμαι, των οποίων ήρκεσαν ολίγοι διασκελισμοί να μεταφέρωσι πλησίον μου τον κάτοχον αυτών.
Σε προηγούμενη 


