Σχολιασμοί – Σελίδα 17 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχεία της κατηγορίας «Σχολιασμοί»

Σχολιασμός για οτιδήποτε άπτεται της επικαιρότητας (και όχι μόνο).

Ο αφελληνισμός της παιδείας «στου Κεμάλ το σπίτι»

  21/05/2010 | Σχολιασμός

Το Υπουργείο Παιδείας θεώρησε σκόπιμο να θέσει φέτος, στις 19 Μαΐου 2010, ανήμερα της συμβολικής ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, ως θέμα προς ανάλυση, στις Πανελλήνιες Εξετάσεις και στο μάθημα της Λογοτεχνίας, το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Στου Κεμάλ το σπίτι». Δηλαδή, του σφαγέα των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος «Ελληναράς» ή «εθνίκι» για να καταλάβει ότι αυτή η κίνηση ήταν 100% σκόπιμη (και πολύ θα θέλαμε να γνωρίζουμε και τον εμπνευστή της για να τον «συγχαρούμε»), ειδικά αν λάβει κάποιος υπόψιν, ότι το συγκεκριμένο κείμενο δεν θεωρείται και ιδιαίτερης λογοτεχνικής αξίας. Δημιουργεί όμως «κλίμα» κι αυτό φαίνεται ότι μέτρησε… Βεβαίως, το θέμα φαντάζει κάπως αστείο, δεδομένου ότι το σπίτι του Κεμάλ (το πραγματικό και όχι το «γιαλαντζί»), δεν βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη, καθώς δεν γεννήθηκε εκεί, αλλά στο χωριό Χρυσαυγή του Λαγκαδά…

Στου Κεμάλ το σπίτι – Γιώργος Ιωάννου

 

Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ’ το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: “Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό”. Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.

 

Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ’ την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ’ όλη τη γειτονιά και σ’ όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ’ αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιά και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.

 

Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ’ ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη.

 

Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ’ τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει.

 

Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ’ τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ’ τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. “Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι”, μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: “Θα σου τα έβαζα σ’ ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά”. Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από Τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ’ τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους Τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ’ αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω.

 

Η Τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: “Η Τουρκάλα!” Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι -τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.

 

Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να ‘ρχότανε δε θα ‘βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’ τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους.

 

Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ’ το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ’ την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γρια να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».

 

Από τη συλλογή διηγημάτων «Η μόνη κληρονομιά» (1974)

Για να μην κουράζονται πάντως οι «υπεύθυνοι» του Υπουργείου Παιδείας για το θέμα της Λογοτεχνίας των επόμενων εξετάσεων, θα τους προτείνουμε εμείς ένα κείμενο προς ανάλυση, το οποίο φυσικά θα κινείται στα πλαίσια της ελληνοτουρκικής «φιλίας» που με τόσο «κόπο» οικοδομείται. Άλλωστε το συγκεκριμένο κείμενο-«ποίημα» το φιλοξένησε και στην τουρκική εφημερίδα εφημερίδα Μιλιέτ, στην οποία ήταν αρχισυντάκτης, ο γνωστός «ειρηνιστής» και «φιλέλληνας» Αμπντί Ιπεκτσί

– Το μίσος –

Όσο υπάρχει ο πρόστυχος ο Έλληνας σ’ αυτόν τον κόσμο,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Σαν στέκομαι και τον κοιτάζω τον σκύλο,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Εκδίκηση να πάρω είναι ο μοναδικός μου στόχος.
Σαν αναμετρηθώ στης μάχης το πεδίο,
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια να κλαδέψω σε μια μέρα,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Τα κεφάλια τριάντα χιλιάδων να πολτοποιούσα,
τα δόντια δέκα χιλιάδων με την τανάλια να έβγαζα,
εκατό χιλιάδων τα πτώματα να σκορπούσα στις ρεματιές,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Ο κόσμος όλος ξέρει πόσο ανώτερος είναι ο Τούρκος
και πόση κακοήθεια φωλιάζει στο μυαλό του Έλληνα.
Πέντε χιλιάδων τα πτώματα να έκαιγα στους κλιβάνους,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Σαράντα χιλιάδες τους να σούβλιζα με την λόγχη μου,
ογδόντα χιλιάδες τους να έστελνα στη κόλαση,
εκατό χιλιάδες τους να κρεμούσα στο σκοινί,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος!

Περί διαπόμπευσης των φοροφυγάδων

  18/05/2010 | Σχολιασμός

Ερώτημα: Ποιον ακριβώς σκοπό εξυπηρετεί η διαπόμπευση από το κράτος κάποιων φοροφυγάδων; Όχι ότι διαφωνώ, αλλά προσπαθώ να κατανοήσω ακόμη τα κίνητρα…

Δηλαδή, τι διδασκόμαστε όταν μαθαίνουμε (λες και δεν το ξέραμε) πως υπάρχουν γιατροί, δικηγόροι και καλλιτέχνες, που εμπαίζουν τον κρατικό μηχανισμό δηλώνοντας αστεία ποσά σε σχέση μ’ αυτά που κερδίζουν πραγματικά; Διαμορφώνουμε καλύτερη φορολογική συνείδηση, ή πέφτουμε απ’ τα σύννεφα; Ή απλά συνειδητοποιούμε τον βαθμό της ηλιθιότητάς μας, επειδή έχουμε επιλέξει (όσοι το έχουμε επιλέξει τέλος πάντων) να μην κλέβουμε το κράτος; (Ακόμη κι αν αυτό μας κλέβει ασύστολα).

Η κίνηση αυτή είναι καθαρά αποπροσανατολιστική, και όπως πολύ σωστά άκουσα κάποιον να λέει, είναι πρακτική που συνέβαινε (και συμβαίνει ακόμη) σε κοινωνίες -όπως παλαιότερα στο Βυζάντιο και μέχρι και σήμερα, στα ισλαμικά κράτη- όπου ο όχλος διώχνει την δίψα του με το αίμα των άλλων, λησμονώντας την άθλια κατάστασή του, καθώς και την ευθύνη αυτών που τον έχουν ρίξει και εγκλωβίσει σ’ αυτήν την κατάσταση. Εξοργίζει τον αδικημένο πολίτη εμποδίζοντάς τον να δει το πραγματικό πρόβλημα που δεν είναι (μόνο) αυτοί που φοροδιαφεύγουν, αλλά (κυρίως) αυτοί που είτε αδυνατούν να τους ελέγξουν, είτε κάνουν τα στραβά μάτια (συνήθως με το αζημίωτο). Διαφορετικά θα πρέπει να είναι αρκετά ηλίθιος ένας εφοριακός, ο οποίος παραλαμβάνει δήλωση οδοντογιατρού που είναι μικρότερη κι από ενός ανειδίκευτου εργάτη, όταν ένα σφράγισμα κοστίζει 50-100 ευρώ, και δεν «ψυλλιάζεται» την απάτη. Θα πρέπει να είναι κάτοικος άλλης χώρας, όταν δέχεται ως φυσιολογικές φορολογικές δηλώσεις των 10, 20, ή 30 χιλιάδων ευρώ, καλλιτεχνών που δεν σηκώνονται απ’ το κρεβάτι τους αν η αμοιβή τους δεν έχει τουλάχιστον 3 μηδενικά από πίσω -για μια εμφάνιση εννοείται.

Εμένα δεν μ’ ενδιαφέρει κύριε κρατικέ λειτουργέ να μου δείξεις ποιος κλέβει. Μ’ ενδιαφέρει να έχεις σύστημα που να μην του επιτρέπει να κλέβει, ή ακόμη κι αν το καταφέρνει, να του κόβεις τον κώλο. Γίνεται; Αν ναι, ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα…

«Μακεδονικό» «ανέκδοτο»

  17/05/2010 | Σχολιασμός

Двајца млади од леринските села, во 80те отидоа на одмор во островот Родос.
Ресепсионерот ги праша “Туристе, туристе?”.
Едниот одговори “Тој е на Ристе, јас сум на Трајко!!!”.

Μετάφραση από τα «μακεδονικά»:
Δύο νεαροί Μακεδόνες από τα χωριά του Λέριν-Φλώρινας,τη δεκαετία του ‘80 πήγαν διακοπές στην Ρόδο.
Ο ξενοδόχος τους ρώτησε «Τουρίσται, τουρίσται;».
Και ο ένας, δείχνοντας το φίλο του, απάντησε «Αυτός είναι του Ρίστε, εγώ είμαι του Τράικο!!!!».


Τα άτιμα τα «Μακεδονόπουλα» («του Αιγαίου» βεβαίως βεβαίως), μας έκαναν και «γελάσαμε» πάλι

Για όποιον χρειάζεται, εκτός από «γέλιο», ισχυρές δόσεις «μακεδονικού» αλυτρωτισμού, δεν έχει παρά να επισκεφθεί το νέο «μακεδονικό» «άνθος» του ελληνικού διαδικτύου (Νικόλα Στοΐδη, τους βλέπω να σου τρώνε το ψωμί): novazora.gr. Θα πρέπει πάντως να αναγνωρίσουμε στους εμπνευστές της ιστοσελίδας, μια παγκόσμια πρωτοτυπία: Τα άρθρα αναρτώνται στα ελληνικά, αλλά τα σχόλια στα…«μακεδονικά». Αν και έχω την απορία, γιατί επέλεξαν το τρισκατάρατο .gr και όχι το…πατρογονικό .mk…

Βεβαίως, κατανοώ την πικρία που αισθάνονται για την «προδοσία» του ΚΚΕ απέναντί τους, αλλά δεν φταίει κι αυτό. Απλά από ένα σημείο και μετά, σφίξαν οι κώλοι. Αν και αρχίζουν και ξεσφίχνουν πάλι τα τελευταία χρόνια… Οπότε ας μην απελπίζονται. Μπορεί να ξαναγνωρίσουν το παλιό, καλό ΚΚΕ

Υ.Γ. Μην παραλείψετε να γνωρίσετε και τους διάσημους «Μακεδόνες»

Θέλει η προπαγάνδα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει

  16/05/2010 | Σχολιασμός

Χωρίς λόγια…

Α ρε βρεγμένη σανίδα που χρειάζεται…

  08/05/2010 | Σχολιασμός

Σκηνές από την διαδήλωση μπροστά στη Βουλή για την παράδοση της χώρας απ’ τους πολιτικούς μας στο Δ.Ν.Τ.

Δείτε το βίντεο και συνεχίζουμε…

 

Απορίες:
1. Με πόσο δηλητήριο έχουν ποτιστεί αυτά τα παιδιά;
2. Σε πόση ώρα, σε κάποια χώρα του εξωτερικού, μετά απ’ αυτόν τον οχετό, θα είχαν φάει τα χαστούκια τους και θα μετράγανε τα παΐδια τους για να δουν αν λείπει κανένα; Σε πόση ώρα θα τους είχαν «μπαγλαρώσει» για εξύβριση;
3. Τους προκλητικούς νεαρούς, έστω με μεγάλη δυσκολία, ας πούμε ότι μπορούμε να τους δικαιολογήσουμε. Παιδιά είναι, τα έχουν πορώσει οι καθοδηγητές τους και δεν συναισθάνονται τις μαλακίες που λένε και κάνουν. Εκείνος όμως ο γέρος, δεν σέβεται ούτε τα ίδια τα λευκά μαλλιά του; Να «ρωτάει» τον αστυνομικό «τι λέει στα παιδιά του όταν πάει σπίτι»; Αυτός δηλαδή, όταν γυρίσει σπίτι του, τι θα πει στα εγγόνια του; Ότι πούλησε τσάμπα μαγκιά σε έναν εργαζόμενο που για 900 τόσα ευρώ φεύγει απ’ το σπίτι του και δεν ξέρει αν θα ξαναγυρίσει να δει τα παιδιά του;
4. Η πολιτική ηγεσία, που έχει κάνει «φιλότιμες» προσπάθειες για τον «ευνουχισμό» των σωμάτων ασφαλείας, είναι ικανοποιημένη με το θλιβερό αυτό θέαμα;
5. Μήπως τα φάγαν οι αστυνομικοί τα λεφτά και δεν το έχουμε καταλάβει; Αν είναι έτσι, να ζητήσουμε συγνώμη απ’ τον «ανθό της νεολαίας» και τα «τιμημένα γηρατειά» που τους «πολεμάνε»… Αν και πολύ υποψιάζομαι ότι μπέρδεψαν τους εχθρούς· τον γάιδαρο με το σαμάρι…

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής