Αμπετσένταρ (Abecedar/Абецедар): Η ιστορία του «μακεδονικού» αναγνωστικού – Πως οι ίδιοι οι Έλληνες συνέβαλλαν στην δημιουργία της «μακεδονικής» γλώσσας και οντότητας εκ του μη όντος
14/01/2009 |
Σχολιασμός
Ως γνωστόν, σύμφωνα με την επίσημη κρατική τοποθέτηση, μειονότητες στην Ελλάδα δεν υπάρχουν, εκτός από μία: την μουσουλμανική.
Πάντως άλλες μειονότητες –εθνοτικές, γλωσσικές, θρησκευτικές– δεν υπάρχουν: ούτε Εβραίοι, ούτε Ρομά, ούτε Βλάχοι, ούτε Αρβανίτες, ούτε Καθολικοί, Προτεστάντες ή Χιλιαστές.
Αλλά εκείνη η μειονότητα που ΔΕΝ υπάρχει ακόμα περισσότερο, είναι η ακατονόμαστη (ψιθυριστά…): μακεδονική, σλαβο-μακεδονική, ή σλαβόφωνη.
Κι όμως…
Το ελληνικό κράτος, που επί δεκαετίες αρνείται την ύπαρξη αυτής της μειονότητας, είχε τυπώσει το 1925 ένα αναγνωστικό στην (ανύπαρκτη) γλώσσα της, για να την διδάσκει στα σλαβόφωνα παιδιά της Βόρειας Ελλάδας.
Ήταν μία φωτεινή στιγμή, η συμμόρφωση προς τα άρθρα 7, 8 και 9 της «Συνθήκης των Σεβρών» που υπογράφτηκε το 1920 με την εποπτεία της «Κοινωνίας των Εθνών» (προδρόμου του ΟΗΕ).
Ειδικά το άρθρο 9 γράφει: «Σχετικά με την εκπαίδευση, η ελληνική κυβέρνηση στις πόλεις και περιοχές που κατοικεί μεγάλος αριθμός πολιτών οι οποίοι δεν ομιλούν την ελληνική, θα τους παραχωρήσει τις κατάλληλες διευκολύνσεις, ώστε να μπορούν τα παιδιά αυτών των Ελλήνων πολιτών στα δημοτικά σχολεία να μαθαίνουν την μητρική τους γλώσσα».
Το βιβλίο αυτό ήταν το Αμπετσένταρ (Abecedar/Абецедар), ένα αναγνωστικό -ο Θεός να το κάνει- προχειρογραμμένο, με ανύπαρκτο φιλολογικό και γραμματικό υπόβαθρο, το οποίο υπήρξε προϊόν συμφωνίας μεταξύ δυο κρατών, της Ελλάδας και της Βουλγαρίας.
Ποιες ήταν όμως οι συνθήκες, κάτω απ’ τις οποίες δημιουργήθηκε αυτό το αναγνωστικό; …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »



Το 1862 εμφανίστηκε μια ομάδα πολιτών που ονομάστηκαν «τραμπούκοι».
Τις διαβάζω εδώ και λίγες μέρες. Άρχισαν από 1-2 ιστολόγια κι αρχίζουν σιγά σιγά να αναπαράγονται σε όλο και περισσότερα.
Η Ρω ή Ρώγη ή Ροπή, όπως την αναφέρουν διάφοροι χάρτες ή παλιά βιβλία, βρίσκεται 4 μίλια δυτικά από το Καστελλόριζο και σε απόσταση 12 μιλίων από τις τoυρκικές ακτές.
«Είναι εκπληκτικό, πώς μέσα σε λίγα χρόνια μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους η Εκκλησία κατόρθωσε να πείσει για τον δικό της πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιδέα του έθνους και να τον επιβάλει στη διδασκαλία της ιστορίας στην εκπαίδευση. Ταυτίστηκε μάλιστα τόσο με την ιδέα αυτή ώστε να κατακεραυνώνει όσους της αμφισβητούσαν την πρωτοκαθεδρία στους εθνικούς αγώνες. Βέβαια αυτός ο εναγκαλισμός Ορθοδοξίας και εθνικισμού μετά από τον 19ο αι. και εξής συνέβη με όλες τις βαλκανικές χώρες, και δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να απορούμε. Αν η Εκκλησία δεν είχε την τεχνογνωσία της προσαρμογής σε διαδοχικές εξουσίες και καταστάσεις, δεν θα είχε επιβιώσει επί δύο χιλιετίες. Και από την άποψη ενός θεσμού με δισχιλιετή ιστορία, ένα κράτος όπως το ελληνικό, που δεν συμπλήρωσε ακόμη ούτε 200 χρόνια ύπαρξης, δεν είναι παρά επεισόδιο στη ζωή του».


