«Τώρα γυρίζει ο Σπύρος. Κι είναι λαχανιασμένος σα να τον κυνηγούσανε.
-Βρε! Σας έσβυσε η φωτιά! Κι εγώ είμαι ξεπαγιασμένος.
Σκαλίζει τη στάχτη τρέμοντας. Ο Ίγγορ ξαναπιάνει τα ντενεκέδια του και κοιτάζει αλλού. Δε θα θέλει να τόνε δούνε κι άλλοι κλαμμένο.
-Πού ήσουνα Σπύρο μ’ αυτή την παγωνιά; ρωτώ.
Μα ο Σπύρος είν’ ανήσυχος. Δεν απαντάει, τρέχει κοντά στον Σαμιώτη.
– Άντε Γιάννη, ξύπνα. Τάσο ξύπνιος είσαι και συ; Αύριο δεν έχει δουλειά!…
– Τι τρέχει ρε; νυσταμένα ρωτά ο Μήτσος ο Θασώτης από μια γωνιά.
– Όλους στο λαιμό μου σας πήρα! Ξαναλέει. Μα δε βαριέσαι! Χαρά στη δουλειά!…
– Τι έχεις μωρέ; Μας έσκασες που να σε πάρουνε οι διαόλοι στο κάτω-κάτω!…
Ο Σαμιώτης ανυπομονεί. Όλοι έχουνε τώρα ξετυλιχτεί απ’ τα κουρέλια τους και περιμένουνε. Το λυχνάρι φωτίζει με τ’ αδύναμο φως, κεφάλια αναμαλλιασμένα, μούτρα αναιμικά, κορμιά που ξεπροβάλλουνε από σωρούς σκουπίδια και κουρελόπανα.
Ο Σπύρος κάτι διηγιέται, βιαστικά, ανάκατα, μπερδεμένα. Τ’ αφτί μας όμως είναι στεμένο! Κοσκινίζει, ξανακοσκινίζει, ό,τι παίρνει, ξεμπερδεύει τα μπερδεμένα και στο μυαλό κατασταλάζει τούτο το νόημα: ο Σπύρος πήγε να παρακαλέσει τον καπετάνιο του καραβιού που ’τανε στην παραλία, να τον πάρει πλήρωμα. Μα δεν ήταν εμπορικό.
– Γυναίκες μισόγυμνες γλεντούσαν μέσα. Κι ήταν εκεί κι ο Ανατόλιος ο Οικονόμος μας κι ο Ανανίας ο Κουτλουμουσιάνος και δυο τρεις άλλοι καλόγεροι μεθυσμένοι!
Αυτό καταστάλαξε στο μυαλό μου, απ’ όσα λέει ο Σπύρος ο Κουμπής απ’ τη Σαμαρίνα.
Έτσι μαθαίνω τούτη τη στιγμή, πως για να μη λερωθεί η «Άγια Γη», έχουν εφευρεθεί τα πλωτά πορνεία!». Απόσπασμα από το βιβλίο «Άγιον Όρος – Οι Άγιοι χωρίς μάσκα».
Ο Θέμος Κορνάρος έγραψε το βιβλίο «Άγιον Όρος – Οι Άγιοι χωρίς μάσκα» με βάση τις εμπειρίες που απέκτησε σαν εργάτης στα μοναστήρια. Το βιβλίο βγήκε το 1933 αλλά πολύ σύντομα απαγορεύτηκε. Η τελευταία του έκδοση έγινε μετά τη μεταπολίτευση, αλλά σήμερα είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο. Το βιβλίο του Κορνάρου δεν έχει να κάνει τίποτε με τα θεία και τη θρησκεία. Ο συγγραφέας δεν θίγει καθόλου τέτοια ζητήματα. Εικονίζει μόνο πιστά μια κατάσταση, όπως την είδε αυτός, δουλεύοντας σαν απλός εργάτης στο Άγιον Όρος. Όσοι ενδιαφέρονται λοιπόν πραγματικά για τη θρησκεία και για τα θεία, αντί να ζητήσουν την κεφαλήν του Κορνάρου επί πίνακι, θα ’πρεπε να εξακριβώσουν τις καταγγελίες του και ν’ ασκήσουν αυστηρό έλεγχο εκεί που πρέπει.
– Ακούω συνέχεια ότι «το πανεπιστημιακό άσυλο προστατεύει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στα πανεπιστήμια». Δηλαδή γιατρέ μου, τι θέλει να πει ο ποιητής; Ότι η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των πανεπιστημίων; Στον «έξω κόσμο» δηλαδή δεν υφίσταται αυτή η ελευθερία και δεν προστατεύεται; Γιατρέ μου, θα τολμήσω να κάνω μια διαπίστωση και πρόσεξε καλά τι θα γράψεις στη γνωμάτευσή σου. Γιατί έχω την εντύπωση, ότι σήμερα ο μόνος χώρος που δεν προστατεύεται η ελεύθερη διακίνηση ιδεών, είναι τα πανεπιστήμια;
– Γιατρέ μου, δεν ξέρω αν είναι της ειδικότητάς σου, αλλά αρχίζω και έχω τριχόπτωση και μάλιστα βαριάς μορφής. Ολόκληρη τούφα μου ‘μεινε στα χέρια χθες μετά απ’ αυτό που άκουσα. Ο Ιερώνυμος, λέει, εισηγήθηκε στο Υπουργείο Παιδείας, την αύξηση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών, ενώ ζητάει και κονδύλια για την Εκκλησία, μέσω Ευρωπαϊκής Ένωσης. Να του κανονίσεις μια συνεδρία κι αυτουνού, να δεις πως πάει;
Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις για τον Λαρισαίο Κώστα Γκουσγκούνη που άφησε εποχή στον χώρο του ελληνικού πορνό και του «καλτ» κινηματογράφου, την περίοδο που ελληνική τσόντα βρισκόταν στο απόγειό της.
Ο «σεΐζης» του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» έμελλε να γίνει διάσημος, όχι τόσο από το καμουτσίκι που βαστούσε στην εν λόγω τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του ’70, αλλά από το φυσικό του «καμουτσίκι», με το οποίο δέσποζε μέχρι την δεκαετία του ’80.
Εκτός όμως από την κινηματογραφική του δράση, έμειναν στην ιστορία και οι σπαρταριστές ατάκες που εκστόμιζε και οι οποίες αποτελούσαν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής τσόντας της εποχής εκείνης. Μερικές απ’ αυτές παρατίθενται εδώ.
Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι… 😉
Ο Γκουσγκούνης σε πισωκολλητό, με τα χέρια στη μέση.
Παρτενέρ: Γκουσγκούνη μου, κουράστηκα, άλλαξε στάση!
Γκουσγκούνης: Εντάξει μωρό μου, λέει και…βάζει τα χέρια του στο κεφάλι!
Ένα πρωί ο Γκουσγκούνης έχει ξυπνήσει και έχει αποθέσει το «ταλέντο» του πάνω στο καλοριφέρ. Η ερωτική του παρτενέρ, τον πετυχαίνει στην αδόκιμη στάση.
Παρτενέρ: Τι κάνεις εκεί;
Γκουσγκούνης: Ζεσταίνω το πρωινό σου!
Ο Γκουσγκούνης, είναι πρώτη μούρη στο πλάνο και φυσικά πηδάει την γκόμενα. Σε μια στιγμή μουρμουρίζει κάπως δυνατά:
– Πω, πω, να είχα μια μπύρα τώρα…
Οπότε, ένα χέρι εμφανίζεται -από το πουθενά- στο πλάνο και του δίνει παγωμένη μπύρα! Ο Γκουσγκούνης την βουτάει, την κατεβάζει μονορούφι και συνεχίζει το Θεάρεστο (με θήτα κεφαλαίο) έργο του!
Ο Γκουσγκούνης είναι στο πλάνο και η τύπισσα περιποιείται το «εργαλείο» του. Σε μια στιγμή τελειώνει ο Γκουσγκούνης, οπότε η «Tσιμπουκίδου» γυρνάει και αρχίζει να τα φτύνει. Η ατάκα που ακολουθεί απογειώνει τον αισθησιασμό της, ούτως ή άλλως, ρομαντικής σκηνής:
– Τι φτύνεις μωρή; Κουκούτσια έχουν;
Χαλάνε τα υδραυλικά μιας. Ο Γκουσγκούνης έρχεται ως υδραυλικός στο σπίτι της, στρογγυλοκάθεται στο τραπέζι της κουζίνας όπου έχει μια μεγάλη φρουτιέρα με πορτοκάλια. Παίρνει ένα πορτοκάλι στο χέρι του και ρωτάει όλος αβρότητα:
– Πορτοκάλι θέλεις;
– Όχι! απαντά αυτή.
– Να σε γαμήσω θέλεις;
– Δεν έχω πρόβλημα! απαντά αυτή.
Και…η συνέχεια επί της οθόνης.
Και πάλι ως υδραυλικός έρχεται στο σπίτι μιας τσαχπίνας. Στρογγυλοκάθεται, ως είθισται, στο τραπέζι της κουζίνας όπου ακολουθεί ο εξής διάλογος:
– Καφέ θέλεις; ρωτά αυτή.
– Ναι, απαντά ο «Μεγάλος».
– Πως τον πίνεις;
– Πολλά βαρύ και όχι, με δύο φουσκάλες.
– Είσαι και μερακλής!
– Έχεις γαμώ τις κωλάρες!
Η συνέχεια αφήνεται ως άσκηση στον αναγνώστη.
Ο Γκουσγκούνης γυρνάει στο σπίτι κουρασμένος (έφτιαχνε υδραυλικά ντε!). Aφήνει την τσάντα με τα σύνεργα κάτω, χαιρετάει βαριεστημένα την γυναίκα του και την ρωτάει:
– Τι φαΐ έχει;
– Δεν έκανα φαΐ… απαντά εκείνη απολογητικά, με ψιλοπονηρό όμως ύφος.
– Τι; Δεν έκανες φαΐ; Θα σε γαμήσω!
Όπερ και εγένετο!
Ο Γκουσγκούνης παίζει τον ρόλο του πατέρα!
Έρχεται η κόρη του στο σπίτι με μια καινούργια φίλη της. Κάθονται στον καναπέ. Έρχεται και ο «Αρχηγός» στο σαλόνι και τις βλέπει. Κάθεται και αυτός, χωρίς να πει τίποτα, κοντά τους. Περνάει ένα λεπτό απόλυτης ησυχίας (δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα μέχρι τότε). Ξαφνικά, ο «Μεγάλος», γυρνάει προς την φίλη της κόρης του και την ρωτάει:
– Τον παίρνεις απ’ τον κώλο;
– Μπαμπά τι είναι αυτά που λες; πετάγεται έκπληκτη η κόρη του.
– Προσπαθώ να σπάσω τον πάγο! απαντά αυτός.
Η συνέχεια γνωστή και τιμημένη…
Η γκόμενα διανοείται να ζητήσει μια χάρη απ’ τον «Μεγάλο».
Γκόμενα: Θα μου φέρεις λίγο νερό;
Γκουσγκούνης: Α φιρί φιρί το πας να σε γαμήσω!
Ο Γκουσγκούνης κάνει καινούργιες γνωριμίες.
Γκουσγκούνης: Γεια σας κορίτσια, ξένες είσαστε;
Γκόμενες: Όχι καλέ, ντόπιες από τη Μυτιλήνη.
Γκουσγκούνης: Ααα! Δηλαδή λεσβίες!
Γκόμενες: Ε όχι και λεσβίες!
Γκουσγκούνης: Εεε αποδείξτε το τότε!
Ο Γκουσγκούνης, έπειτα από υπόδειξη του σκηνοθέτη, ότι πριν γαμήσει, πρέπει να πει και δυο λόγια για εισαγωγή, ώστε το έργο να έχει πλοκή, αποφασίζει να γίνει πιο ομιλητικός. Έρχεται λοιπόν η γκόμενα στο σπίτι και αρχίζει ο ρομαντικός διάλογος:
– Γκουσγκούνης: Θες αχλάδι;
– Γκόμενα: Όχι.
– Γκουσγκούνης: Εεεε τότε δεν μένει τίποτα άλλο, παρά να σε γαμήσω!
Είναι ο Γκουσγκούνης σε ένα μπαρ. Η γκόμενα πλένει τα ποτήρια και πίσω της είναι ένα ρολόι τοίχου. Ο Γκουσγκούνης προσπαθεί να δει την ώρα. Κάνει δεξιά,κάνει και η γκόμενα δεξιά, κάνει αριστερά, και η γκόμενα αριστερά. Αυτό γινότανε συνέχεια. Ο Γκουσγκούνης αρχίζει και δυσανασχετεί, τον βλέπει η γκόμενα και τον ρωτάει:
– Γκόμενα: Γιατί είσαι τσαντισμένος;
– Γκουσγκούνης: Γιατί δεν βλέπω την ώρα να σε γαμήσω!
Βγαίνει ο Γκουσγκούνης από τη θάλασσα με μια γκόμενα. Φοράνε και οι δυο στολή.Όταν η γκόμενα πάει να βγάλει τη μάσκα, τη βλέπει ο «Μεγάλος» και λέει:
– Μη βγάλεις τη μάσκα γιατί θα σου πετάξω τα μάτια έξω!
Ο Γκουσγκούνης έχει «ατσαλώσει» και λέει στην γκόμενα που την έχει γυρίσει από πίσω:
– Βάστα τοίχο, γιατί θα σπρώξω γερά!
Ο Γκουσγκούνης παίζει τον ρόλο του διανομέα πίτσας. Φτάνει στο σπίτι και του ανοίγουν οι συμπρωταγωνίστριες.
Γκουσγκούνης: Έφερα τις πίτσες.
Γκόμενες: Μα δε παραγγείλαμε πίτσες.
Γκουσγκούνης: Παραγγείλατε, δε παραγγείλατε, εγώ θα σας γαμήσω!
Ο Γκουσγκούνης με Γαλλίδα παρτενέρ σε τσόντα:
Γαλλίδα: Aahhh, tres jolie! (τρε ζολί=πολύ ωραίο)
Γκουσγκούνης: Τι ζολή, μωρή; Ψωλή το λένε!
Ο «διεθνής» Γκουσγκούνης και πάλι σε σκηνή με αλλοδαπή.
Αλλοδαπή: Fuck me!
Γκουσγκούνης: Σκάσε μωρή μη σε γαμήσω!
Ο Γκουσγκούνης κάθεται μπροστά σε ένα πιάνο και προσπαθεί να παίξει. Ξαφνικά σκάει μύτη μια γκόμενα, η οποία τον πειράζει και του τρίβεται. Τότε ο Γκουσγκούνης την πετάει έξω την μάνικα, αρπάζει το κεφάλι της και την υποχρεώνει σε στοματικό έρωτα λέγοντάς της:
– Ωραία, τώρα εγώ θα παίζω πιάνο και εσύ κλαρίνο!
Είναι στην παραλία δύο γκόμενες, ολομόναχες. Σε κάποια φάση εμφανίζεται από το πουθενά ο Γκουσγκούνης να κόβει βόλτες εκεί κοντά. Σε κάποια φάση ρωτάει τις γκόμενες:
Γκουσγκούνης: Τι κάνετε εσείς εδώ, γυμνούλια;
Γκόμενες: Περιμένουμε να περάσει κάποιος να μας γαμήσει.
Γκουσγκούνης: Α! Καλά που πέρναγα, δηλαδή!
Η πρωταγωνίστρια είναι μπρούμυτα κι ενώ ο…μάστορας σπρώχνει από πίσω, εκείνη φεύγει μπροστά. Εκείνος απορεί και λέει:
– Εεε, που πας; Τοίχος!
Ο Γκουσγκούνης είναι με την γκόμενα στην εξοχή κάνοντας σεξ, οπότε σε μια στιγμή η γκόμενα πετάει το άσχετο:
– Άκου Κώστα μου πως κελαηδούν τα πουλάκια!
– Άστα αυτά και κοίτα να κάνεις το δικό μου πουλάκι να κελαηδήσει!
Ο Γκουσγκούνης βαρκάρης μεταφέρει μια τουρίστρια σε νησάκι. Σε κάποια φάση του πέφτει το ένα κουπί.
Τουρίστρια: Τώρα πως θα πάμε απέναντι χωρίς κουπιά;
Γκουσγκούνης: Θα σε πάω γαμιώντας!
Και κλείνουμε με «Ποίηση Γκουσγκούνη»: «Της ψωλής μου το κεφάλι,
πιάσανε πονοκεφάλοι,
τα χειλάκια σου λοιπόν,
πιο καλά και από Ντεπόν!»
Η πρώτη Απριλίου, είναι μια ανεπίσημη γιορτή, που γιορτάζεται σε πολλές χώρες του κόσμου. Την ημέρα αυτή καλούμαστε, λόγω εθίμου, να πούμε αθώα ψεματάκια ή να κάνουμε ανώδυνες φάρσες. Κάποιοι «κακεντρεχείς» συνηθίζουν να ταυτίζουν την ημέρα αυτή, με τους πολιτικούς (για ευνόητους λόγους).
Τα ψέματα της Πρωταπριλιάς είναι ένα έθιμο που μας έχει έρθει από την Ευρώπη. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο που γεννήθηκε το έθιμο αυτό. Τρεις από αυτές, όμως, είναι οι επικρατέστερες.
Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, το έθιμο της πρωταπριλιάς ξεκίνησε από τη Γαλλία το 1564, όταν ο βασιλιάς Κάρολος ο 9ος διέταξε να μεταφερθεί η μέρα της Πρωτοχρονιάς από την 1η Απριλίου στην 1η Ιανουαρίου. Μέχρι τότε, η αλλαγή του χρόνου ξεκινούσε την 25η Μαρτίου, λίγο μετά την εαρινή ισημερία, και όταν κορυφωνόταν το οκταήμερο των εορταστικών εκδηλώσεων, δηλαδή την 1η Απριλίου, γινόταν η μετάβαση στο νέο έτος. Με την υιοθέτηση λοιπόν του Γρηγοριανού ημερολογίου -το οποίο ο Πάπας Γρηγόριος ο 13ος λίγο αργότερα, το 1582, διέταξε με παπική βούλα να αντικαταστήσει το Ιουλιανό, ακολουθώντας τις οδηγίες της Συνόδου του Τρέντο (1545-1563)- η έναρξη του έτους μεταφέρθηκε στην 1η Ιανουαρίου. Ωστόσο, είτε επειδή τα νέα άργησαν να φτάσουν σε όλα τα μέρη της Γαλλίας, είτε επειδή ορισμένοι δύστροποι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις προσταγές του βασιλιά, η 1η Απριλίου εξακολούθησε να αποτελεί γι’ αυτούς την ημέρα αλλαγής του έτους. Το αποτέλεσμα ήταν οι άλλοι να τους κοροϊδεύουν, αποκαλώντας τους «ψάρια του Απρίλη», επειδή αυτή την εποχή του χρόνου γίνεται η μετάβαση από τον ζωδιακό κύκλο των Ιχθύων. Τους έστελναν λοιπόν ψεύτικα δώρα, προσκλήσεις σε ανύπαρκτες γιορτές, κλπ. Το πείραγμα αυτό μετατράπηκε με τον καιρό σε έθιμο. Από τη Γαλλία το έθιμο ταξίδεψε στην Αγγλία τον 18ο αιώνα και από κει στην Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο.
Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, το έθιμο ξεκίνησε από τους Κέλτες. Λαός της βορειοδυτικής Ευρώπης, οι Κέλτες, ήταν δεινοί ψαράδες. Η εποχή του ψαρέματος ξεκινούσε την 1η Απριλίου. Όσο καλοί ψαράδες όμως και να ήταν, την εποχή αυτή του χρόνου τα ψάρια πιάνονται δύσκολα. Έτσι και αυτοί, όπως προστάζει ο κώδικας δεοντολογίας των ψαράδων όλων των εποχών, έλεγαν ψέματα σχετικά με τα πόσα ψάρια είχαν πιάσει. Αυτή η συνήθεια, έγινε με το πέρασμα του χρόνου έθιμο. Έτσι εξηγείται, σύμφωνα με ορισμένους, το γεγονός ότι οι Γάλλοι ονομάζουν την Πρωταπριλιά «απριλιάτικα ψάρια».
Για άλλους οι πρωταπριλιάτικες φάρσες οφείλουν την ύπαρξή τους στη γιορτή της «Κοροϊδίας και του Ξεγελάσματος» της ρωμαϊκής θεάς Venus Aprilis, δηλαδή της Απριλίου Αφροδίτης, που έδινε το έναυσμα για απελευθέρωση του πνεύματος ταυτόχρονα με την οργιώδη απελευθέρωση της φύσης.
Το έθιμο αυτό, εμφανίζεται να εισάγεται στην Ελλάδα μέσω των ναυτικών που αγκυροβολούσαν στα ξένα λιμάνια, ενώ έγινε περισσότερο γνωστό το 1880, μέσω της «Εφημερίδας» του Κορομηλά και τελικά επικράτησε και έφτασε μέχρι τις μέρες μας.
Πρωτότυπες και πετυχημένες πρωταπριλιάτικες φάρσες
Εκατοντάδες ακροατές τηλεφώνησαν στο BBC το 1957 ρωτώντας πώς μπορούν να φυτέψουν ένα…μακαρονόδεντρο στον κήπο τους. Η φάρσα αυτή θεωρείται μια από τις πιο πετυχημένες στην ιστορία του εθίμου. Τότε η πασίγνωστη εκπομπή Panorama είχε κάνει ρεπορτάζ στο οποίο ανέφερε ότι χάρη στις συνθήκες που επικράτησαν τον περασμένο χειμώνα και την αντιμετώπιση των παράσιτων οι κάτοικοι της Βόρειας Ιταλίας και της Νότιας Ελβετίας είχαν πολύ καλή συγκομιδή των…σπαγγέτι! Το ρεπορτάζ βέβαια συνοδευόταν και από οπτικοακουστικό υλικό που δείχνει να μαζεύουν μακαρόνια από δέντρα!
Την Πρωταπριλιά του 2008 και πάλι το BBC έκανε μια καταπληκτική φάρσα. Σε άλλο ένα παρόμοιο ρεπορτάζ, κάποια τηλεοπτικά συνεργεία που βρίσκονταν στην Ανταρκτική για το ντοκιμαντέρ «Miracles of Evolution» κατάφεραν να αποθανατίσουν τους πιγκουίνους Adelie να πετάνε! Φυσικά πάλι το ρεπορτάζ προβλήθηκε κανονικά με την συνοδεία video (γιατί έτσι γίνονται οι σωστές φάρσες) … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Στην διαδικτυακή πιάτσα κυκλοφορούν εδώ και πολλά χρόνια κάποια «ανέκδοτα», που ο νοσηρός εγκέφαλος αυτού ή αυτών που τα επινόησαν, χρίζει ιδιαίτερης επιστημονικής μελέτης. Είναι απορίας άξιον, που βρίσκεται το αστείο, για να θεωρούνται ανέκδοτα αυτά τα εμετικά «αστεία» που καλούνται «ανέκδοτα με την Αννούλα».
Προφανώς οι σαβουροσυντάκτες του Τρωκτικού, θεωρούν πολύ αστεία τα ακόλουθα και φρόντισαν να τα δημοσιεύσουν «για να γελάσει το χειλάκι μας»:
– Τι έχει η μικρή Αννούλα που δεν έχουν τα άλλα παιδιά;
– Καρκίνο.
– Γιατί η μικρή Αννούλα δεν μπορεί να κάνει κούνια;
– Γιατί δεν έχει χεράκια.
Δεν αναφέρω και τα υπόλοιπα που δημοσίευσαν, γιατί πραγματικά αηδιάζω και μόνο που τα διαβάζω (για ευνόητους λόγους, που αμφιβάλλω αν το «περιορισμένης ευθύνης» Τρωκτικό μπορεί να κατανοήσει).
Ενημέρωση: Τελικά μετά από διαμαρτυρίες διέγραψαν το θέμα και ζήτησαν συγνώμη, αλλά οι τύποι παραμένουν αδιόρθωτοι. Επιμένουν ότι πρόκειται για…ανέκδοτα!!!