Σήκωσε δικό του μπαϊράκι
01/04/2009 |
Σχολιασμός
«Μπαϊράκι» στα τούρκικα σημαίνει «σημαία» (bayrak) και πιο συγκεκριμένα, μικρή σημαία ή λάβαρο. Τα μπαϊράκια κατά την περίοδο της Επανάστασης, χρησιμοποιούνταν ως διακριτικά των αντάρτικων ομάδων των Κλεφτών και των Αρματολών. Οι περισσότεροι αγωνιστές είχαν δική τους σημαία, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος κ.ά.
Συχνά, ανάμεσα στους Αρματολούς του 1821, συνέβαιναν πολλά επεισόδια, παρεξηγήσεις και παραστρατήματα, που κατέληγαν, τις περισσότερες φορές, σ’ ένα θανάσιμο μίσος μεταξύ τους. Οι διαφορές τους αυτές προέρχονταν κυρίως από το ποιος θ’ αναλάμβανε το «καπετανιλίκι». Δηλαδή, ποιος θα γινόταν αρχηγός στις διάφορες αντάρτικες ομάδες των βουνών, όταν «χήρευε» καμιά θέση. Φυσικά, οι παλιοί Αρματολοί, που είχαν ψηθεί στη φωτιά του μπαρουτιού, αδιαφορούσαν για κάτι τέτοια κι έμεναν μακριά από τους καβγάδες. Αλλά οι νεότεροι, που ήθελαν να δείξουν τις ικανότητές τους, επιζητούσαν με κάθε τρόπο να γίνουν αρχηγοί.
Έριχναν, λοιπόν, κλήρo μεταξύ τους και εκείνος που κέρδιζε, γινόταν αρχηγός της μιας ή της άλλης ομάδας. Αυτοί που έχαναν, όμως, δεν έμεναν διόλου ευχαριστημένοι. Έτσι άρχιζαν να βάζουν διαβολές σε βάρος του καινούριου «καπετάνιου» και πολλές φορές κατόρθωναν, με τον τρόπο αυτό, να πάρουν με το μέρος τους ορισμένα παλικάρια και να σηκώσουν δικό τους «μπαϊράκι».
Δηλαδή, οι αποστάτες έκαναν δική τους ομάδα και ύψωναν σημαία δική τους. Το μπαϊράκι αυτό (λεγόταν και φλάμπουρο), σήκωνε ο θεωρούμενος πιο γενναίος της ομάδας, που ονομάζονταν μπαϊρακτάρης ή φλαμπουριάρης. Η ιδιότητα αυτή μάλιστα, με τον καιρό μετεξελίχθηκε και σε οικογενειακό επώνυμο (π.χ. ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, γνωστός για την δράση του εναντίων των Κουτσαβάκηδων).
Από τότε έμεινε η φράση: «Σήκωσε δικό του μπαϊράκι», που τη λέμε για κάποιον που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα, για κάποιον που εκφράζει ενστάσεις και αυτονομείται.
Εναλλακτικά, χρησιμοποιείται και η έκφραση «Σήκωσε μπαντιέρα», η οποία παντιέρα είναι η σημαία στα ιταλικά (bandiera).



Οι αλλαξοπατριαρχίες υπήρξαν ένα φαινόμενο καθ’ όλη την διάρκεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το φαινόμενο αυτό κορυφώθηκε κατά την Τουρκοκρατία. Οι μνηστήρες των θρόνων των πατριαρχών συναγωνίζονταν μεταξύ τους με προσφορές χιλιάδων φλουριών προς τους Τούρκους διοικητές για το ποιος θα πατριαρχεύει. Οι αιώνες που θα ακολουθήσουν αποτελούν την πιο μαύρη εποχή των κληρικών και της Εκκλησίας, γι’ αυτό τον λόγο αποσιωπούνται από τα βιβλία την ιστορίας μας. Οι αγοροπωλησίες των αξιωμάτων των κληρικών, ταπεινωτικές δημοπρασίες για τους θρόνους, δωροδοκίες, συνομωσίες και ελεεινή εκμετάλλευση του υπόδουλου χριστιανικού ποιμνίου, αποτελούν μερικά από τα τραγελαφικά γεγονότα της εποχής. «Οι περί τον πατριάρχην αρχιερείς ουδέν άλλον εσυλλογίζοντο παρά το φατριάζειν περί το αλλαξοπατριαρχεύειν» γράφει ο Αθ. Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του («Τα μετά την άλωσιν», σελ. 85).
Τελευταία γίνεται πολύς λόγος από ελληνορθόδοξους κύκλους και για τη δήθεν ελληνική καταγωγή του Ιησού. Ο Ιησούς ήταν ένας Εβραίος. Όταν η Σαμαρείτιδα τόνισε την ιουδαϊκή του καταγωγή, εκείνος δεν την αρνήθηκε («κατά Ιωάννη» δ΄9). «Παλαιά» και «Καινή Διαθήκη» εμμένουν στην καταγωγή του Ιησού από τον Δαβίδ και τον Αβραάμ και οι ελληνορθόδοξοι επιμένουμε πως ήταν Έλληνας. Η φύση θέλει τους απογόνους να ανήκουν στην ίδια φυλή με τους προγόνους τους. Σε πείσμα κάθε λογικής εμείς οι Έλληνες επιμένουμε πως είμαστε Εβραίοι, «απόγονοι του Αβραάμ» («προς Γαλάτας» γ΄29) και ο Εβραίος Ιησούς ότι ήταν Έλληνας. Είναι να χάνει κανείς το μυαλό του!


