Η ιστοσελίδα «Akropolis World News» ανήκει στον Ισπανό -για την ακρίβεια, Καταλανό- καθηγητή της ελληνικής και λατινικής γλώσσας, Joan Coderch-i-Sancho.
Η ιδιαιτερότητα αυτής της σελίδας έγκειται στο ότι δημοσιεύει ειδήσεις και ενημερωτικά κείμενα, γραμμένα στην αρχαία ελληνική γλώσσα!
Ο, προφανώς, αρχαιοελληνολάτρης ιδιοκτήτης της, μεταφράζει τα κείμενα στα αρχαία ελληνικά και τα δημοσιεύει σε μορφή εικόνας (ενδεχομένως για να μην συναντήσουν κάποιοι προβλήματα ανάγνωσης λόγω γραμματοσειράς, αν και η κωδικοποίηση UTF-8 θα του είχε λύσει τα χέρια)
Μην περιμένετε να διαβάσετε ότι πιο «φρέσκο» υπάρχει από πλευράς ειδησεογραφίας (εξάλλου δεν είναι αυτό το πραγματικό ζητούμενο), αλλά μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα αυτή, αξίζει πραγματικά τον κόπο.
Τώρα, το αν θα καταλάβουμε, εμείς οι Νεοέλληνες, κάτι απ’ αυτά που γράφει στη…γλώσσα μας ο φίλτατος καθηγητής, είναι ένα άλλο θέμα… 🙄
Οι υπαίθριοι αγώνες πάλης των «μπεχλιβάνηδων» (παλαιστών), η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από την πάλη, όπως αυτή τελούνταν από την αρχαιότητα μέχρι και τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποτελούν σήμερα τουριστικό αξιοθέατο στην Τουρκία και την Βουλγαρία. Η διαφορά της παραδοσιακής πάλης με την αντίστοιχη ολυμπιακή μορφή, όπως έχει διαμορφωθεί, είναι, ότι η πρώτη ακολουθεί ένα διαφορετικό τελετουργικό τόσο ως προς τους κανονισμούς (είναι περισσότερο ελεύθερη και διατηρεί πασιφανέστατα πολλά στοιχεία από το αρχαίο παγκράτιο), όσο και προς τη γενικότερη διαδικασία τέλεσης του αγωνίσματος.
Οι Τούρκοι από τα πρώτα χρόνια της εγκαθίδρυσής τους στην Χερσόνησο του Αίμου προέβαιναν σχεδόν πάντα στην αφομοίωση τοπικών πολιτιστικών στοιχείων. Έτσι βλέπουμε σήμερα την ελληνική παραδοσιακή πάλη, όπως αυτή διεξάγονταν στα κλασικά χρόνια, όχι μόνο να επιβιώνει στους κόλπους της τουρκικής κοινωνίας, αλλά πολύ περισσότερο να αποτελεί σήμα κατατεθέν της οθωμανικής κουλτούρας.
Ο καθηγητής Ιστορίας J. E. Miller, σε σχετική τουρκική ιστοσελίδα επιχειρώντας ιστορική αναδρομή προς αναζήτηση των ριζών του αθλήματος δεν συναντά πουθενά την Ελλάδα(!) και ισχυρίζεται, ότι η παράδοση των μπεχλιβάνηδων έχει παρελθόν 4.650 ετών, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην Βαβυλώνα και στην Αίγυπτο. Η πάλη με λάδι (Αγγλ. oilwrestling, Τουρκ. Yagli Gures) σύμφωνα πάντα με τον παραπάνω καθηγητή, αναβίωσε έντονα από τον Οθωμανό σουλτάνο Μωχάμετ Ε΄, ενώ θεσμοθετήθηκε οργανωτικά ως άθλημα το 1924 στο Εdirne της ανατολικής Θράκης (σ.σ. Αδριανούπολη) φέροντας την ονομασία «Kirkpinar», που θα πει σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι 40 εποχές της Άνοιξης». Αναγράφεται ακόμα, ότι η λέξη «μπεχλιβάνης», που επιβιώνει στην ελληνική γλώσσα, δεν είναι τουρκικής αλλά ιρανικής προέλευσης και εισήλθε στον ελληνικό λόγο κατά τις αρχαίες εκστρατείες των Περσών κατά των Ελλήνων.
Η εν λόγω παράδοση επιβιώνει έντονα και στην γείτονα Βουλγαρία με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά, ενώ κάθε χρόνο συνδιοργανώνονται παλαιστικοί αγώνες επί θρακικού εδάφους (Δυτική Θράκη, Ανατολική Ρωμυλία και Ανατολική Θράκη) μεταξύ Ελλήνων, Τούρκων και Βούλγαρων αθλητών, χωρίς όμως να δίδεται από το κράτος μας κάθε φορά η πρέπουσα σημασία ως προς την διαφήμιση του γεγονότος, ως προς την ενίσχυση των αθλητών, αλλά ακόμα και ως προς την ανάπτυξη κατάλληλων αθλητικών υποδομών. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να πούμε, ότι το άθλημα αυτό τελείται συνήθως τους θερινούς μήνες ακολουθώντας δηλαδή την αρχαιοελληνική παράδοση των Ολυμπιακών Αγώνων, οι οποίοι λάμβαναν χώρα από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο. Έτσι αποδεικνύεται, ότι οι αγώνες πάλης, παρά την επίσημη αντιαθλητική γραμμή που χάραξε αργότερα το πολιτικοθρησκευτικό κατεστημένο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, συνέχισαν χωρίς διακοπή να υπάρχουν και να γοητεύουν τα βλέμματα του φιλοθεάμονος κοινού.
Παραλληλισμός με αρχαίες πληροφορίες
Σήμερα οι θεατές κάθονται στις θέσεις τους και μία ομάδα ανθρώπων, που είναι ντυμένοι με παραδοσιακές ενδυμασίες πασάδων-αρχόντων, αναγγέλλουν την έναρξη των αγώνων. Στην αρχαιότητα αυτή η επιτροπή αποτελούνταν από τους ελλανοδίκες, που είχαν και αυτοί κάποια κοινωνικά αξιώματα, διότι σύμφωνα με τον Παυσανία επρόκειτο για αντιπροσώπους των 12 φυλών των Ηλείων, οι οποίοι εκλέγονταν με κλήρο από τους ολιγαρχικούς και κατόπιν χειροτονούνταν από τον δήμο. Αναφέρεται επίσης, ότι έμπαιναν πρώτοι στην πομπή των αθλητών στεφανωμένοι και φορώντας λαμπρά φορέματα: «Αλλ’ ουδέ ο άρχων ουτοσί διίστησιν αυτούς και λύει την μάχην· τεκμαίρομαι γαρ τη πορφυρίδι των αρχόντων τινά τούτον είναι…».… Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο Τριπολιτσιώτης Αγγελάκης Νικηταράς, παράγγειλε κάποτε του Κολοκοτρώνη -που ήταν στενός του φίλος- να κατέβει στο χωριό, για να βαφτίσει το μωρό του. Ο Νικηταράς τού παράγγειλε ότι το παιδί επρόκειτο να το βγάλουν Γιάννη, αλλά για να τον τιμήσουν, αποφάσισαν να του δώσουν τ’ όνομά του, δηλαδή Θεόδωρο.
Ο θρυλικός Γέρος του Μοριά απάντησε τότε, πως ευχαρίστως θα πήγαινε μόλις θα «έκλεβε λίγον καιρό», γιατί τις μέρες εκείνες έδινε μάχες. Έτσι θα πέρασε ένας ολόκληρος μήνας σχεδόν κι ο Κολοκοτρώνης δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την υπόσχεση που είχε δώσει.
Δεύτερη, λοιπόν, παραγγελία του Νικηταρά. Ώσπου ο Γέρος πήρε την απόφαση και με δύο παλικάρια του κατέβηκε στο χωριό. Αλλά μόλις μπήκε στο σπίτι του φίλου του, δεν είδε κανένα μωρό, ούτε καμμιά προετοιμασία για βάφτιση.
Τι είχε συμβεί: Η γυναίκα του Νικηταρά ήταν στις μέρες της να γεννήσει. Επειδή όμως, ο τελευταίος ήξερε πως ο Γέρος ήταν απασχολημένος στα στρατηγικά του καθήκοντα και πως θ’ αργούσε οπωσδήποτε να τους επισκεφτεί -οπότε θα είχε γεννηθεί πια το παιδi- τού παράγγελνε και τού ξαναπαράγγελνε προκαταβολικά για τη βάφτιση.
Όταν ο Κολοκοτρώνης άκουσε την…απολογία του Νικηταρά, ξέσπασε σε δυνατά γέλια και φώναξε: – Ωχού! Μωρέ, ακόμα δεν τον είδανε και Γιάννη τον βαφτίσανε!
(Ενδέχεται η φράση αυτή να προϋπήρξε, αλλά την έκανε γνωστή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης).
Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ!». Εθνικός ύμνος της Ελλάδος, απόσπασμα από τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» (Διονύσιος Σολωμός)
Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο και ένα χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-΄40), ο οποίος υπέβαλλε το έργο του στον βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).
Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον Όθωνα. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του υπουργού Στρατιωτικών.
Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθως με Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον βασιλιά της Ελλάδας ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας.
Το σύνολο της πρώτης μελοποίησης του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» τυπώθηκε για πρώτη φορά σε 27 μέρη στο Λονδίνο το 1873, ένα χρόνο μετά το θάνατο του συνθέτη του. Ο αντισυνταγματάρχης ε.α. Μαργαρίτης Καστέλλης, πρώην διευθυντής Μουσικού Σώματος, διασκεύασε τον «Εθνικό Ύμνο» για μπάντα, κι αυτή η μεταγραφή (από την οποία απουσιάζει η σύντομη εισαγωγή) παίζεται από τις στρατιωτικές μπάντες ως σήμερα. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι στα επτανησιακά μουσικά αρχεία σώζονται διασκευές του έργου για μπάντα χρονολογούμενες τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840.
Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές· από αυτές οι 24 πρώτες στροφές καθιερώθηκαν ως εθνικός ύμνος το 1865. Από αυτές μόνο οι δυο πρώτες είναι εκείνες που ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».
Χρησιμοποιείται επίσης ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.