Ιούλιος 2009 – Σελίδα 7 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχειοθήκη του μηνός Ιούλιος, 2009

Apress le pluie (René Aubry)

  09/07/2009 | Σχολιασμός

René Aubry

 

 

 

image_pdfimage_print

«Αντιρατσιστική» πορεία στην Ελλάδα

  08/07/2009 | Σχολιασμός

Ως φαίνεται, για να είναι πετυχημένη μια «αντιρατσιστική» πορεία στην Ελλάδα, αυτό προϋποθέτει την καύση της ελληνικής σημαίας (μάλλον θα πρέπει να πρόκειται για κάποιο τελετουργικό, που δεν έχουμε αντιληφθεί ακόμα το βαθύτερο νόημά του).

Καύση ελληνικής σημαίας

Και φυσικά, το κερασάκι της επιτυχίας, είναι οι αλβανικές σημαίες (όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη) που ανεμίζουν περήφανα, σε αντιδιαστολή με την «μιαρή» ελληνική.

Αλβανικές σημαίες

Η φωτογραφίες προέρχονται απ’ το πάντα «έγκυρο» σε τέτοιες περιπτώσεις Indymedia.

image_pdfimage_print

Κρητικά ανέκδοτα

  07/07/2009 | Σχολιασμός

Ανέκδοτα με ΚρητικούςΕίναι βράδυ χειμώνα, σ’ ένα ορεινό χωριό στον Ψηλορείτη, και κάθονται στον καφενέ γύρω από την φωτιά οι γέροντες του χωριού και φιλοσοφούν. Λέει λοιπόν κάποιος: «Ο γάμος είναι σαν ένα βαρέλι με σκατά, πού έχει πάνω-πάνω 2 δάχτυλα μέλι…».
Κουνάνε όλοι το κεφάλι με θαυμασμό για την σοφία του γέρου, ώσπου βλέπουν στο βάθος ένα νέο να κουνάει το κεφάλι σκεφτικός. Τον ρωτάνε λοιπόν τι πρόβλημα έχει, κι αυτός απαντάει: «Σαν να μου φαίνεται ότι άνοιξα το βαρέλι ανάποδα…».

Πηγαίνει στην Κρήτη ένας τύπος με πολλά λεφτά και μαγεύεται από τις ομορφιές της. Κάποια στιγμή συναντάει ένα ντόπιο ο οποίος κρατά ένα κρητικό μαχαίρι.
– Φίλε, του λέει, πόσα θέλεις για να μου δώσεις το μαχαίρι σου;
– Δεν το δίνω, απαντά ο Κρητικός.
– Θα σου δώσω όσα θες, λέει πάλι ο πλούσιος.
– Όι (όχι), ξαναλέει ο Κρητικός.
– Να, θα σου δώσω το χρυσό μου ρόλεξ, λέει με λαχτάρα ο πλούσιος.
– Σου ‘πα, δεν σου τη δίνω τη μαχαίρα!
– Μα γιατί; ρωτά ο πλούσιος.
– Γροίκα (άκου) θα να δεις, του λέει ο Κρητικός. Αν μου δώκεις το ρόλεξ τσε σου δώκω τη μαχαίρα, τσε πάω στο χωριό, τσαι κάτσω στον καφενέ, τσαι πιω δυο ρατσιές, τσαι με πιάκει ο πεντοζάλης, τσαι έρθει κάποιος τσαι μου πει: «τση μάνας σου το μουνί», εγώ ίντα θα πω; Εννιά παρά τέταρτο;

Σε ένα χωριό της Κρήτης ένας πατέρας συζητάει με τον γιο του.
– Μωρέ Παναή, δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα να παντρευτείς; Θέλω και εγώ να χαρώ ένα εγγονάκι!
– Ίντα λες μωρέ πατέρα; Και ποια να πάρω;
– Ποια να πάρεις; Τόσες κοπελιές μωρέ έχει το χωριό μας! Δε σου αρέσει το Μαράκι;
– Όχι είναι χοντρή σαν τη γελάδα μας!
– Δεν σου αρέσει το Κατερινιό;
– Όχι είναι στραβοκάνα σαν τη κατσίκα μας!
– Ούτε το Μαρικάκι σου αρέσει;
– Ούτε! Δεν μου αρέσει καμμιά τους!
– Ε! Τέλος πάντων, ποια σου αρέσει;
– Εμένα μου αρέσει ο Σηφαλιός! Είναι ντελικανής, ωραίος νιός!
– Ποιόν; Αυτόν τον κομμουνιστή; Πάνω από το πτώμα μου!!!

Ακούγονται πυροβολισμοί στην είσοδο των Χανίων από Ηράκλειο και κάποιος με το όνομα Σήφης λέει στο γιο του:
– Άμε, μωρέ Μανωλιό, εκειά που ακούγονται οι πυροβολισμοί να δεις ίντα συμβαίνει και έλα να μου πεις, μα γερά-γερά, για να έχω τ’ αμέντε μου (το νου μου).
Πάει ο Μανωλιός εκεί που του είπε ο πατέρας του και γυρνώντας του λέει:
– Πατέρα, οι πυροβολισμοί είναι μαθές γιατί ήρθε ο Μητσοτάκης.
Αφού παύουν για λίγο οι πυροβολισμοί σε μια στιγμή ακούγονται και πάλι από την κεντρική πλατεία του χωριού και ο Σήφης λέει πάλι στο γιο του:
– Άμε, μωρέ Μανωλιό, στην πλατεία να δεις ίντα συμβαίνει εκεί και έλα να μου πεις.
Πάει ο Μανωλιός στην πλατεία και γυρνώντας λέει του πατέρα του:
– Πατέρα, οι πυροβολισμοί είναι γιατί, όπως σου είπα και πιο πριν, ήρθε ο Μητσοτάκης.
Και ο Σήφης νευριασμένα:
– Ε και ίντα κάνουν αυτοί οι άχρηστοι; Ακόμη να τον πετύχουν;

Στις δημόσιες τουαλέτες Ηρακλείου Κρήτης ένας ηλικιωμένος κύριος ουρεί και κάπου-κάπου του φεύγει και κανένας σιγανός έως υπόκωφος αερισμός. Ακούγοντας τον από δίπλα ένας μηχανόβιος του λέει:
– Σύντεκνεεεεε.., μάρσαρε για θα σβήσεις!

Είναι ένας παπάς ο οποίος μόλις διορίζεται σε μια εκκλησία στην Κρήτη. Έχει όμως ένα πρόβλημα… Δεν γουστάρει τους Κρητικούς.
Την πρώτη Κυριακή κατά το κήρυγμα του λέει στους πιστούς:
– Θα σας μιλήσω σήμερα για την Μαρία τη Μαγδαληνή , η οποία ήταν μια πόρνη…από τα Χανιά…
Αμέσως οι πιστοί αντέδρασαν:
– Από τα Χανιά; Πάτερ τι είναι αυτά που λες;…κτλ. Ο παπάς όμως επέμενε.
Την επόμενη Κυριακή πάλι τα ίδια ο παπάς:
– Σήμερα θα σας μιλήσω για την παραβολή του «Άσωτου Υιού» , ο οποίος ήταν ο γιος ενός βοσκού από το Ηράκλειο…
Αγανακτούν οι πιστοί και κάνουν παράπονα στον Μητροπολίτη. Φωνάζει αυτός τον παπά και του λέει:
– Ξέρω ότι δεν συμπαθείς τους Κρητικούς, ούτε και εγώ τους γουστάρω, προσπάθησε όμως να είσαι πιο διακριτικός και να μην τους τη λες χύμα…
Οπότε την επόμενη Κυριακή λέει ο παπάς στους πιστούς:
-Σήμερα θα μιλήσουμε για το Μυστικό Δείπνο… και συνεχίζει…
– Μαζεύει ο Χριστός τους μαθητές του και τους λέει «απόψε κάποιος από εσάς θα με προδώσει». Και αμέσως του απαντά ο Ιούδας: «Ίντα λες μωρέ σύντεκνε;»…
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

image_pdfimage_print

Νίκος Καζαντζάκης: Δε θα ήθελα να πεθάνω ποτέ – Μια συνέντευξη του 1957

  07/07/2009 | Σχολιασμός

Νίκος ΚαζαντζάκηςΣτις αρχές του 1957 η δημοσιογράφος Γιολάντα Τερέντσιο επισκέφθηκε το ζεύγος Καζαντζάκη στο σπίτι τους στην πόλη Αντίμπ. Περιγράφει το χώρο, δίνει ένα σύντομο πορτρέτο του συγγραφέα και καταγράφει τη συζήτηση που είχε μαζί του. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

Ζουν ήσυχα, ερημικά, οι δυο Έλληνες στο γραφικό μικρό σπίτι της οδού του Μπα-Καστελέ. Απ’ τα παράθυρά τους βλέπουν το λιμάνι της Αντίμπ και τη γαλανή Μεσόγειο. Η πρόσχαρη φιλοξενία της οικοδέσποινας αγκαλιάζει τον επισκέπτη μόλις δρασκελίσει το κατώφλι. Λίγα σκαλιά οδηγούν στο γραφείο του συγγραφέα. Ψηλός, ίσιος, ασκητικός, μ’ ένα καλό χαμόγελο, απλώνει το μπράτσο και σφίγγοντας το χέρι ρωτάει άπληστα, με την ιδιαίτερη προσφορά του: «Τι νέα μας φέρνετε απ’ την Ελλάδα;».

Ευτυχώς, μια σειρά από δημοσιογραφικές έρευνες μ’ έχουν φέρει τελευταία σ’ επαφή με την έξω από την Αθήνα Ελλάδα κι έτσι του διηγούμαι τι είδα και τι άκουσα στα χωριά και τις πόλεις, από τ’ άγρια βράχια της Μάνης ως την κορφή του Βίτσι.

Πως γίνονται και μεγάλα έργα, αλλά πως η φτώχεια μένει πάντοτε φτώχεια και πως η εγκατάλειψη στα χωριά είναι τόση ώστε οι άνθρωποι στη Βόρειο Ελλάδα μου είπαν πως ζούνε «πίσω από τον ήλιο».

Πίσω από τον ήλιο, μουρμουρίζει ο Καζαντζάκης και σημειώνει την απλή αυτή φράση, που βγήκε απ’ τα χείλια του λαού που τόσο βαθιά αγαπάει.

Γ.Τ.: Πέστε μου τώρα και για σας, είσαστε ευχαριστημένος;
Ν.Κ.: Είμαι ευτυχισμένος -αν κι είναι ντροπή να αισθάνεται κανείς ευτυχισμένος μια ώρα τέτοια. Αν δεν ήταν μπροστά η Ελένη, θα σας έλεγα πως αυτή η γυναίκα είναι η αιτία της ευτυχίας μου… πραγματικά, δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να φαντασθώ τέτοια κατανόηση από άνθρωπο. Αλλ’ αν εξακολουθήσω, θα θυμώσει… Είμαι ευτυχισμένος γιατί μπορώ να δουλεύω, γιατί δεν έχω καμία φιλοδοξία, κανένα μίσος, γιατί έχω την καρδιά μου καθαρή. Οταν δουλεύει κανείς πνευματικά δεν αρρωσταίνει, δεν γερνάει – αυτό είναι το μυστικό: να μην παρατήσει κανείς τη δουλειά του, γιατί τότε αλίμονο. Πέντε λεπτά μετά τον θάνατό σου, το μυαλό σου να δουλεύει ακόμα. Του Γκαίτε, είμαι σίγουρος, ότι δούλευε και μετά τον θάνατό του, γι’ αυτό όταν ο Εκερμαν ξεσκέπασε το σώμα του, ήταν σαν του εφήβου, είχε πειθαρχήσει στα βάσανά του.

Γ.Τ.: Αν μπορούσατε να ξαναγεννηθείτε, θα το θέλατε;
Ν.Κ.: Δεν θα ήθελα να πεθάνω ποτέ· μ’ ενδιαφέρει η ζωή, ο άνθρωπος -όχι οι άνθρωποι όλοι μαζί.

Γ.Τ.: Πιστεύετε στην ποιοτική εξέλιξη της ανθρωπότητας;
Ν.Κ.: Ενας Αρμένης ποιητής είπε κάποτε: «Ο πιθηκάνθρωπος ξεκίνησε να γίνει άνθρωπος, αλλά δεν έφτασε ακόμα…».

Γ.Τ.: Υπάρχει ελπίδα για τους ανθρώπους να ζήσουν κάποτε ευτυχισμένοι;
Ν.Κ.: Με στοίχημα, σε χίλια χρόνια!… Ενας χωρικός πήρε έναν κόρακα, για να εξακριβώσει αν αλήθεια ζη εκατό χρόνια, μα ο χωρικός πέθανε πρώτος! Ετσι κι εγώ, και χίλια χρόνια αν ζήσω, δεν θα προφτάσω να δω τους ανθρώπους ευτυχισμένους.

Γ.Τ.: Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ευτυχία τους;
Ν.Κ.: Αυτό είναι πολύ δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς, αυτό είναι η μεγάλη μου αγωνία… Το μεγαλύτερο εμπόδιο στον άνθρωπο είναι, φαντάζομαι, η έλλειψη πίστης σ’ ένα ιδανικό ανώτερο από το Εγώ του. Αν δεν πιστεύει κανείς σ’ ένα πράγμα ανώτερο από τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος.

Γ.Τ.: Νομίζετε πως μπορεί ν’ αποφευχθεί ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος;
Ν.Κ.: Δεν νομίζω πως θα τον γλιτώσουμε…
(Μην λέτε τέτοια πράγματα! φωνάζει η κυρία Καζαντζάκη. Ο,τι και να βάλουμε στο μυαλό μας, ό,τι και να πούμε, τα πράγματα θα έρθουν αλλιώτικα).
Ν.Κ.: Ο πόλεμος θα σταματήσει όταν ο πιθηκάνθρωπος γίνει άνθρωπος! Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα είναι η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα διανοητικού και ηθικού ανθρώπου. Ο διανοητικός άνθρωπος έχει φθάσει στο μαγικό, στο υπεράνθρωπο, ενώ ηθικά είναι ανάπηρος. Οταν αρμονισθούν αυτά τα δύο, τότε θ’ αποκτήσει κι η ανθρωπότητα το ισοζύγιο και θα γίνει ευτυχισμένη. Ο σημερινός άνθρωπος μου θυμίζει τον θηριοδαμαστή που μπήκε στο κλουβί των θηρίων νομίζοντας πως η τίγρη ήταν γυμνασμένη…

Γ.Τ.: Ο πνευματικός άνθρωπος μπορεί ν’ ανήκει σ’ ένα κόμμα ή πρέπει να μένει πάντοτε ανεξάρτητος, για να είναι ελεύθερος να κρίνει; Οπως είπε ο Σαρτρ, κάποτε, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να πολεμάει την αδικία όπου και να τη βρίσκει.
Ν.Κ.: Είναι δύσκολο για τον πνευματικό άνθρωπο να μείνει μόνος του. Μόνος του είναι αδύνατος, αν ενωθεί όμως με τους άλλους χαλάει. Το πρόβλημα είναι: πώς είναι δυνατόν να ενωθούν οι τίμιοι άνθρωποι; Ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να καταδικάζει την αδικία όπου τη βρίσκει και κάνοντας αυτό που κάνω απαντώ στο ερώτημά σας: γράφω για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που ποδοπατιέται παντού τόσο εύκολα. Αν ενωθώ με τους άλλους θα χάσω την ελευθερία μου. Η ψυχολογία της μάζας είναι αλλιώτικη, μιλάω για τους διανοούμενους σαν μάζα, όχι για τις λαϊκές μάζες, που τις σέβομαι και που έχουν τη δική τους δουλειά. Ενας πνευματικός άνθρωπος μόνος του μπορεί να δουλέψει καλύτερα: ελεύθερος άνθρωπος παλεύει για την ελευθερία. Δέκα ελεύθεροι άνθρωποι, ενωμένοι, χάνουν την ελευθερία τους. Εκείνο που χρειάζεται είναι ν’ ακολουθήσεις τον δρόμο σου ώς την άκρη. Η αξία του δρόμου είναι να μη σταματήσεις ποτέ!

Γ.Τ.: Ποιο είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο;
Ν.Κ.: Για μένα ο χρόνος. Οπως είπε ο αισθητικός Μπέρναρντ Μπέρενσον, που αποτραβήχτηκε στη Φλωρεντία κι είναι ενενήντα χρονώ, μου έρχεται να κατέβω στο δρόμο και ν’ απλώσω το χέρι μου στους διαβάτες και να τους πω: «Δώστε μου λίγο από το χρόνο που χάνετε…».

Γ.Τ.: Κι εγώ που σας έφαγα τόσην ώρα απ’ τον πολύτιμο χρόνο σας!
Ν.Κ.: Ε, δεν πειράζει, άπλωσα κι εγώ το χέρι μου και κάτι μάζεψα…

Πηγή: antiparos-blog.blogspot.com (Περιοδικό «Ταχυδρόμος» 2 Μαρτίου 1957)

image_pdfimage_print

Αέρα!

  07/07/2009 | Σχολιασμός

Στην αρχαία Ελλάδα, όταν άρχιζε κάποια μάχη, οι πολεμιστές έπεφταν πάνω στον αντίπαλό τους, φωνάζοντας «αλαλά», λέξη που δεν είχε κανένα νόημα, αλλά ήταν απλώς πολεμική κραυγή. Απ’ αυτό, ωστόσο, βγήκε η λέξη «αλαλάζω» και η αρχαία φράση «ήλόλαζον τήν νίκην», πράγμα που έκανε παλαιότερα τους γλωσσολόγους μας να πιαστούν σε ομηρικούς καβγάδες, γιατί ο καθένας από αυτούς έδινε και τη δική του ερμηνεία.

Ο αλαλαγμός χρησιμοποιήθηκε και στους νεότερους πολέμους, τόσο για εμψύχωση των πολεμιστών, ιδίως στις εφόδους, όσο και σαν επωδός της νίκης, αφού αντικαταστάθηκε η λέξη «Αλαλά» με τη λέξη «Aέρα».

Αλλά ποιο ήταν πόλι το γεγονός εκείνο που έκανε τη λέξη «Αέρα» να επικρατήσει σαν πολεμική κραυγή;
Κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων (1912-13), οι οβίδες του εχθρού, που χτυπούσαν εναντίον των οχυρωματικών θέσεων του στρατού μας, δεν έφερναν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα, εκτός από το δυνατό αέρα, που δημιουργούσαν ολόγυρα οι εκρήξεις. Σε κάθε τέτοια, λοιπόν, αποτυχημένη βολή, οι Έλληνες στρατιώτες -προπαντός όμως
οι θρυλικοί Τσολιάδες- φώναζαν όλοι μαζί «Αέρα!», θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκδηλώσουν τη χαρά τους για την εχθρική αποτυχία (ειπώθηκε για πρώτη φορά από εύζωνα του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων).

Η λέξη, όμως, «Αέρα» έγινε ένα πραγματικό σύμβολο κατά τον πόλεμο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και επικράτησε τότε και σ’ αυτούς ακόμη τους αντιπάλους μας. Είναι γνωστό, ότι σε πολλές μάχες, οι φασίστες έκαναν επιθέσεις φωνάζοντας «Αέρα», νομίζοντας ίσως ότι η κραυγή αυτή είχε…μαγικές ιδιότητες!

image_pdfimage_print
 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής