Ο λαός του Βυζαντίου γιόρταζε με μεγάλη κατάνυξη και πίστη όλες τις μέρες της Σαρακοστής. Το φαγητό του ήταν μαρουλόφυλλα βουτηγμένα στο ξίδι, μαυρομάτικα φασόλια, φρέσκα κουκιά και θαλασσινά. Στα μοναστήρια, όμως, ήταν ακόμη πιο αυστηρά, αν και πολλοί καλόγεροι, που δεν μπορούσαν να κρατήσουν περισσότερο τη νηστεία, έκαναν πολλές κρυφές…αμαρτίες κι έτρωγαν αβγά ή έπιναν γάλα. Αν τύχαινε, όμως, κανένας απ’ αυτούς να πέσει στην αντίληψη των άλλων -ότι είχε σπάσει δηλαδή τη νηστεία του- καταγγελλόταν αμέσως στο ηγουμενοσυμβούλιο και καταδικαζόταν στις πιο αυστηρές ποινές.
Κάποτε λοιπόν, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος, πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν κοντά στο μοναστήρι. Το αμάρτημά του θεωρήθηκε φοβερό. Το ηγουμενοσυμβούλιο τον καταδίκασε τότε στην εξής τιμωρία: Διάταξε και του γέμισαν το στόμα με αναμμένα κάρβουνα και κει πάνω έβαλαν ένα ωμό ψάρι, για να…ψηθεί! Το γεγονός αυτό το αναφέρει ο Θεοφάνης. Φυσικά ο καλόγερος πέθανε έπειτα από λίγο μέσα σε τρομερούς πόνους. Αλλά ωστόσο έμεινε η φράση «Μου έψησε το ψάρι στα χείλη» ή «Του έψησε το ψάρι στα χείλη».
Ως ιεροδουλεία εννοείται η ιερή ή θρησκευτική πορνεία. Η γυναίκα που εμπλέκεται σε μια τέτοια πρακτική ονομάζεται «ιερόδουλος», αν και η σύγχρονη απόδοση του όρου στα κοινωνικά της συμφραζόμενα είναι δυνατόν να προκαλεί σύγχυση ως προς την ακριβή έννοια του όρου.
Η ιεροδουλεία ήταν θρησκευτικός θεσμός των Ασσυροβαβυλωνίων, καθώς και άλλων λαών. Λέγανε «ιερόδουλους» τους άνδρες ή τις γυναίκες, που ήταν αφιερωμένοι σαν «δούλοι» ή καλύτερα σαν αναθήματα σε κάποιον θεό, κύρια όμως στη θεά Ιστάρ, που οι Έλληνες την έλεγαν Αστάρτη (ο πλανήτης Ιστάρ, που ονομάζουμε Αφροδίτη). Άντρες και γυναίκες ιερόδουλοι έκαναν την ιερή, όπως έλεγαν, πορνεία, σαν τιμώμενη διακονία. Οι άντρες διακρινόντουσαν σε διάφορες κατηγορίες, οι δε γυναίκες σε κοινές εταίρες και σε εκείνες που ασκούσαν την «παρά φύσην» ευλάβεια τους, γιατί αν έμεναν έγκυες, η τιμωρία τους έφτανε μέχρι το θάνατο.
Όσον αφορά στους Βαβυλώνιους, ο Ηρόδοτος αναφέρει κι ένα «εντελώς επαίσχυντο» έθιμο σύμφωνα με το οποίο κάθε γυναίκα «μια φορά στη ζωή της» είχε επαφή κοντά στο ναό της Αφροδίτης (Ιστάρ) με τον πρώτο ξένο που έριχνε «ασημένιο νόμισμα» στο περίζωμά της. Ομοίως, ο Λουκιανός περιέγραψε την τιμωρία των γυναικών που αρνούνταν να ξυρίσουν τα κεφάλια τους εις ένδειξη πένθους για τον Άδωνι: «έστω και για μία ημέρα αυτές (έπρεπε) να πουλήσουν την ομορφιά τους … (σε μια) αγορά … ανοικτή για τους ξένους μόνο και η πληρωμή (γινόταν) προσφορά στην Αφροδίτη (Αστάρτη)».
Η ιερή πορνεία ασκείτο ευρέως στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα στους ναούς της Αφροδίτης, στην Κύπρο, τον τόπο που γεννήθηκε και την Κόρινθο. Στην Κόρινθο μάλιστα ήταν γνωστή ως «Αφροδίτη η εταίρα». Ο Στράβων τον 1ο Π.Κ.Ε. αιώνα αναφέρει ότι χίλιες ιερές πόρνες εργάζονταν στον ναό της εκεί, ενώ τον ίδιο αριθμό αναφέρει και για το όρος Έρυξ στη Σικελία. Αλλά στις ύστερες περιόδους του ελληνικού κόσμου οι υπερήφανες ιέρειες της αγάπης φαίνεται ότι αντικαθιστούνταν στις περισσότερες περιπτώσεις από σκλάβες. Στην Κύπρο οι φιλολογικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι πριν από το γάμο όλες οι γυναίκες υποχρεώνονταν στο παρελθόν από το έθιμο να εκδίδονται σε ξένους στο άδυτο της θεάς. Παρόμοια έθιμα επικρατούσαν σε πολλά μέρη της δυτικής Ασίας. Όποιο και αν ήταν το κίνητρο, η πρακτική δεν θεωρείτο σαφώς οργιαστική εκδήλωση της σφοδρής επιθυμίας, αλλά σοβαρό θρησκευτικό καθήκον που εκτελείτο στην υπηρεσία εκείνης της μεγάλης θεάς της δυτικής Ασίας της οποίας όνομα το ποίκιλε, ενώ ο τύπος της παρέμεινε σταθερός, από τόπο σε τόπο.
Θεσσαλό:
Θα οργανώσει μεγάλο γλέντι, θα το σφάξει και θα το φάει. Κατόπιν θα φροντίσει να μάθουν όλοι οι γείτονες πόσο εύκολα βρίσκει κατσίκια και πόσο καλά πέρασε τρώγοντας.
Ηπειρώτη:
Θα περιφράξει το χώρο για να μην του το κλέψουν ενώ ο ίδιος θα φάει χόρτα για να μην ξοδευτεί.
Μακεδόνα:
Θα το παρατήσει και θα πάει για καφέ.
Πελοποννήσιο:
Θα το πηδήξει.
Νησιώτη:
Θα διαμαρτυρηθεί γιατί όλη η υπόλοιπη Ελλάδα έχει κατσίκια όλο το χρόνο ενώ εκείνος μόνο το Πάσχα. Μετά θα το πουλήσει στην τιμή 100 κατσικιών σ’ έναν Γερμανό τουρίστα.
Κρητικό:
Θα προσπαθήσει να θυμηθεί από πού το έκλεψε.
Αθηναίο:
Θ’ αναρωτηθεί σε ποια ταινία έχει ξαναδεί αυτό το παράξενο ζώο. Θα το αναγνωρίσει μόνο όταν του το προσφέρει σε κομμάτια ο φίλος του ο Θεσσαλός.