Νοέμβριος 2009 – Σελίδα 4 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχειοθήκη του μηνός Νοέμβριος, 2009

Πορδή, η παρεξηγημένη – Ένα πόνημα του…κώλου

  18/11/2009 | Σχολιασμός

ΠορδήΠορδή (ή πόρδος, ή κλανιά, ή κλάσιμο, ή «αέρια»): Μια παρεξηγημένη σωματική ανάγκη. Αναφέρεται περιπαικτικά και σαν «το ρέψιμο του κώλου» (αντίστροφος ορισμός: Μια πορδή που έχασε το δρόμο της), ή «το γέλιο της κωλοτρυπίδας», ενώ κατά μία…φιλοσοφική προσέγγιση του θέματος, ως πορδή ορίζεται «η επίπονος και η επίμονος προσπάθεια του κώλου να…μιλήσει».

Η σπουδαιότητα της πορδής στην ομαλή λειτουργία του οργανισμού αλλά και της ψυχολογίας μας είναι μεγάλη. Η κομπλεξική κοινωνία μας όμως τη μετέτρεψε σε επαίσχυντη πράξη, δείγμα έλλειψης αγωγής και γυφτιά. Όμως όπως ο βήχας, το φτέρνισμα, το χασμουρητό, το ρέψιμο, έτσι και η κλανιά είναι μια από τις ανάγκες του ανθρώπου. Το κλάσιμο δεν είναι ντροπή. Είναι κάτι το φυσιολογικό…

Κατά τον Ηλία Πετρόπουλο («Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη»), «Η πορδή είναι άκρως προσωπικόν γεγονός, όπως και η μαλακία. Ορισμένοι άνθρωποι αρέσκονται να διατυμπανίζουν τα άκρως προσωπικά συμβάντα. Κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, μια πορδή εκπέμπεται κατά μόνας. Αν, παρ’ ελπίδαν, υπάρχει ακροατήριον η πορδή θα προσβάλλει (είναι γνωστόν) τας αισθήσεις της ακοής και της οσφρήσεως, κυρίως της οσφρήσεως. Πας όστις κοινοποιών πορδήν καλείται κλανιάρης. Από της Εποχής του Χαλκού και έντευθεν, ουδεμία κοινοποιήθείσα πορδή επέρασεν απαρατήρητος. […] Οι Φαλλοκράται και αι Φεμινίστριαι (ελπίζω και οι Ομοφυλόφιλοι) συμφωνούν αφ’ ενός σημείου μια πορδή είναι, κατ’ αρχήν, μουσικόν γεγονός. Η επιστήμη της Φυσιολογίας δεν έχει εξετάσει εώς σήμερον τας δυνατότητας του πρωκτού ως μουσικού οργάνου. […] Στην εποχή μας κανενός είδους ενέργεια δεν πρέπει να χάνεται. Η πορδή προκαλεί γέλιο. Το γέλιο είναι απολύτως απαραίτητο… […] Το πέρδεσθαι εξίκνειται έως το ύψος της Αληθούς Τέχνης. Όμως καθώς γινότανε πάντοτε, συχνάκις το φαινόμενον απολήγει εις καταχρήσεις. […] Η έντασις των πορδών εις ήχον και οσμήν ποικίλει. Οι νταήδες και οι θρασείς κλάνουν βροντερά. Αυτές τις πορδές που πέφτουν σαν κανονιές οι κατάδικοι τις λένε αντρίκιες. Ο ηχοχρωματισμός της πορδής σχετίζεται άμεσα με την προσωπικότητα του κλανιάρη. Οι πούστηδες, οι υποκριταί και οι μπαμπέσηδες αμολάνε κούφιες πορδές, όπως ακριβώς κάνουν οι γριές. […] Η οσμή της πορδής δεν κρύβει κανένα μυστήριο. Ο χημικός τύπος της πορδής είναι S2O4H2 + CH + Ca3RA. Δηλαδή στα αέρια της πορδής κυριαρχούν το υδρόθειον (S2O4H2) και το μεθάνιον (CH) με τις χαρακτηριστικές των οσμές. Φαίνεται ότι το είδος του φαγητού καθορίζει την οσμή της πορδής. Αυτό δεν το λέω με βεβαιότητα γιατί ορισμένων ανθρώπων οι πορδές βρωμάνε υπέρ του δέοντος. Πάντως, τα φασόλια, το γιαούρτι, το γάλα, τα ρεβύθια, τα κουκιά, τα μήλα και τα κάστανα προκαλούν πολλά αέρια. Οι βρομερότερες πορδές προέρχονται από το κουνουπίδι, το λάχανο, το σκόρδο, το ρεπάνι και το αυγό. […] Ο ταλαντούχος κλανιάρης συνδυάζει τον ήχο της πορδής με διάφορες κωμικές χειρονομίες ή με γκριμάτσες ή με ακροβατικές κινήσεις. Υπάρχουν κλανιάρηδες που κυριολεκτικώς μιλάνε με τον κώλο».

Γνωριμία με την πορδή
Μια συνηθισμένη πορδή, αποτελείται από 59% άζωτο, 21% υδρογόνο, 9% διοξείδιο του άνθρακα, 7% μεθάνιο, 4% οξυγόνο και 1% σουλφίδιο του υδρογόνου.
Η θερμοκρασία μια πορδής, την ώρα που δημιουργείται, είναι 37 βαθμοί Κελσίου.
Οι πορδές έχουν ταχύτητα 3 μέτρα το δευτερόλεπτο.
Ένας άνθρωπος, παράγει κατά μέσον όρο την ημέρα, περίπου μισό λίτρο αερίων.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, πέρδονται κατά μέσον όρο, 14 φορές την ημέρα.
Οι γυναίκες πέρδονται όσο και οι άντρες.
Το αέριο που κάνει τις πορδές δύσοσμες, είναι το σουλφίδιο του υδρογόνου, το οποίο περιέχει θείο. Όσο πιο θειούχα είναι η διατροφή, τόσο περισσότερο μυρίζουν τα αέρια
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

image_pdfimage_print

Αστείες κρητικές μαντινάδες

  18/11/2009 | Σχολιασμός

Αστείες κρητικές μαντινάδες

Όταν γεράσει ο άνθρωπος, μειώνεται το φως του.
Θαρρεί πως κατουρεί μακριά, μα κατουρεί ομπρός του.

Η αρρώστια των πουλερικών, μ’ έχει απασχολήσει.
Μη μου ψοφήσει το πουλί, που μού ‘δωσε η φύση.

Απ’ όλα τα τετράποδα μ’ αρέσει το κρεβάτι.
Δεν είναι πιο καλή δουλειά, απ’ τό καλό ραχάτι.

Στο τέσσερα επί τέσσερα, θα βάλω παραπέτι.
Όντε θα κάνω τσι σπινιές, ο σκύλος να μη πέφτει.

Αγόρασα ένα φορτωτή, με οροφή κομμένη.
Για να μπορεί με άνεση, στσι τράπεζες να μπαίνει
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

image_pdfimage_print

Τα «Ευαγγελικά» – Τα αιματηρά επεισόδια του 1901, για την μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη «χυδαία» δημοτική γλώσσα

  17/11/2009 | Σχολιασμός

«Τα Ευαγγελιακά» - Πρωτοσέλιδο εφημερίδος «Ακρόπολις»Τη δεκαετία του 1880 το γλωσσικό ζήτημα εμφανίστηκε μαζί με τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η όξυνση της διαμάχης για τη γλώσσα χώρισε τον ελλαδικό και εξωελλαδικό ελληνισμό ανάμεσα στους καθαρευουσιάνους και τους δημοτικιστές ή «μαλλιαρούς» όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοί τους. Ιδιαίτερα στην Αθήνα όμως η σύγκρουση έλαβε μεγάλη ένταση και συσχετίστηκε άμεσα και έμμεσα με κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που εκκινούνταν από αντιθέσεις του ίδιου του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού ή και πιο συγκεκριμένα των αντιθέσεων που πήγαζαν από τις αντιφάσεις της αθηναϊκής κοινωνίας.

Στα 1888 ο Γιάννης Ψυχάρης ο οποίος διέμενε μόνιμα στο Παρίσι κυκλοφόρησε «Το ταξίδι μου», με το οποίο θα αναδειχτεί ο ίδιος ως το σύμβολο του δημοτικισμού και θα καταστεί ο κατεξοχήν «διδάσκαλός του» εισάγοντας ταυτόχρονα και μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοτική που ονομάστηκε «ψυχαρισμός» και οι οπαδοί της «ψυχαριστές». Από τον κύκλο του Ψυχάρη προέρχεται και ο λόγιος βαμβακέμπορος Αλέξανδρος Πάλλης ο οποίος ζούσε εγκατεστημένος όπως και ο Ψυχάρης στο εξωτερικό. Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην απλή νεοελληνική από τον Πάλλη έδωσε την αφορμή να ξεσπάσουν τα «Ευαγγελικά».

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς «εις την καθωμιλημένην ελληνικήν γλώσσαν η ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία απηγόρευσε πάσαν μετάφρασιν ή παράφρασιν του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου της Κ. Διαθήκης και αυτού του ελληνικού κειμένου της Π. Διαθήκης» κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.

Δεν ήταν όμως προσπάθεια του Πάλλη το μοναδικό μεταφραστικό εγχείρημα. Αντίθετα, είχε προηγηθεί η μετάφραση της «Αναπλάσεως» στα 1900 από τον ομώνυμο θρησκευτικό σύλλογο με τίτλο: «Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον εις το πρωτότυπον κείμενον εις ερμηνείαν σύντομον και εις προσευχάς. Έκδοσις Συλλόγου «Αναπλάσεως» τη συστάσει δι’ Εγκυκλίου της Μεγάλης Εκκλησίας προς ακώλυτον κυκλοφορίαν και εν τω κλίματι του Οικουμενικού Θρόνου. Εν Αθήναις δαπάνη Μελετίου Βαγιανέλλη Αρχιμανδρίτου».

Η έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» περιελάμβανε το πρωτότυπο κείμενο του κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, σύντομη ερμηνεία και προσευχές. Εξαιτίας του ερμηνευτικού χαρακτήρα της δε θεωρήθηκε μετάφραση, αλλά ερμηνευτική παράφραση. Η έκδοση αυτή είχε την έγκριση του Πατριαρχείου από το 1896 με εντολή να γραφτεί σε απλή καθαρεύουσα. Επίσης, οι προσευχές που περιελάμβανε είχαν την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής μόνο κατά την περίοδο των ταραχών μέσα στο γενικότερο κλίμα.

Στο ίδιο κλίμα και εξυπηρετώντας τον ίδιο σκοπό θα κυκλοφορήσει λίγους μήνες μετά την έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» μια πραγματική μετάφραση και των τεσσάρων Ευαγγελίων. Η μετάφραση αυτή έγινε με μέριμνα της βασίλισσας Όλγας και εκδόθηκε σε 1000 αντίτυπα στα τέλη του 1900 δηλώνοντας ότι είναι γραμμένη για οικογενειακή χρήση (Ο ακριβής τίτλος είναι: «Κείμενον και μετάφρασις του Ιερού Ευαγγελίου προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν μερίμνη της Α.Μ. της βασιλίσσης των Ελλήνων Όλγας εκδιδόμενα. Εν Αθήναις τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου 1900»). Η μετάφραση έγινε από την ιδιαιτέρα γραμματέα της Όλγας, Ιουλίας Σουμάκη (μετέπειτα Καρόλου) έχοντας ως βοηθό το θείο της καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωάννη Πανταζίδη. Από τους κύκλους του παλατιού παρουσιάστηκε η ιδέα της μετάφρασης στη νέα ελληνική ως μια αναγκαιότητα που συνειδητοποίησε η βασίλισσα στις επισκέψεις της στα νοσοκομεία των Αθηνών κατά τον πόλεμο του 1897, όταν αντιλήφθηκε πως οι τραυματίες στους οποίους διάβαζε αποσπάσματα από την Αγία Γραφή δεν κατανοούσαν τα βιβλικά κείμενα.

Η νέα μετάφραση έγινε υπό την επιτήρηση και τη σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιου. Χρειάστηκε όμως την αναγνώριση του Υπουργείου για την έκδοση. Το Υπουργείο αρνήθηκε να εκδώσει μια εγκύκλιο αναγνώρισης χωρίς την προηγούμενη έγκριση από την Ιερά Σύνοδο. Το ζήτημα έτσι περιπλέχτηκε. Η Σύνοδος όμως αρνήθηκε να εγκρίνει την έκδοση θέτοντας ως πρόβλημα τη χρήση χυδαίας και ταπεινής γλώσσας παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρός της Προκόπιος συμφωνούσε με το κείμενο. Παρ’ όλ’ αυτά η βασίλισσα επέμεινε. Συνέστησε ειδική επιτροπή επί αυτού του ζητήματος με τη συμμετοχή του Προκοπίου, του Πανταζίδη, του Φίλιππου Παπαδόπουλου, καθηγητή της Ριζάρειου Σχολής, του Διονύση Μεσσαλά, κλειδούχου της βασίλισσας. Στη συνέχεια αποδόθηκε εκ περιτροπής στους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής. Από τους καθηγητές άλλοι συμφώνησαν άλλοι διαφώνησαν και άλλοι πρότειναν να γραφτεί μια νέα από τους ίδιους. Η Ιερά Σύνοδος συνέχισε να αρνείται, αλλά παρά τις συνεχείς αρνητικές απαντήσεις της και «προφορική αδεία» του Μητροπολίτου Αθηνών Προκοπίου προχώρησε στην έκδοση της μετάφρασης με δικά της έξοδα.

Μέχρι το Μάρτιο του 1901 τα αντίτυπα του βιβλίου είχαν εξαντληθεί και η βασίλισσα σκεφτόταν να προχωρήσει σε μια δεύτερη έκδοση, αλλά φαίνεται πως την πρόλαβαν τα γεγονότα. Η μετάφραση αυτή, αλλά και το ίδιο το πρόσωπο της βασίλισσας έγινε στόχος επικρίσεων κατά την περίοδο του αντιμεταφραστικού κινήματος και των ταραχών του 1901. Μετά τα γεγονότα δόθηκε διαταγή να κατασχεθούν όλα τα αντίτυπα της μετάφρασης.

Η μετάφραση του Αλέξανδρου Πάλλη ήταν εκείνη όμως που προκάλεσε την ένταση
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

image_pdfimage_print

Η ελληνική καταγωγή των Αραουκάνων της Χιλής (Λόνκο Κιλαπάν)

  16/11/2009 | Σχολιασμός

Η ελληνική καταγωγή των Αραουκάνων της Χιλής (Λόνκο Κιλαπάν)Οι Αραουκανοί είναι μία μυστηριώδης φυλή της Νοτίου Αμερικής. Έχει προκαλέσει τον παγκόσμιο θαυμασμό για τις αρετές της και ιδίως για την ακατάβλητη μαχητικότητά της μέσα στην πρόσφατη ιστορία, αφού αντιστάθηκε με επιτυχία επί τρεισήμισι αιώνες και ποτέ δεν κατακτήθηκε από τους Ισπανούς, ούτε με τα όπλα ούτε μέσω της θρησκείας. Η κοιτίδα των Αραουκανών, η περιοχή της Αραουκανίας, βρίσκεται στη σημερινή κεντρονότιο Χιλή, μεταξύ των ποταμών Βίο-Βίο και Τολτέν, που σύμφωνα με τις αραουκανικές παραδόσεις αποτελεί «την καρδιά της Χιλής».

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του επίσημου ιστορικού («Επεουτούβε»=Επεοτύπης= Αφηγητής των επών) των Αραουκανών, Λόνκο Κιλαπάν, γύρω στο 600 με 800 π.χ. ξεκίνησε μια αποστολή αποίκισης από την Ελλάδα, συγκεκριμένα από την Σπάρτη, και περνώντας από την Μικρά Ασία ακολούθησε τον παραδοσιακό δρόμο προς την Άπω Ανατολή, περνώντας βορειοανατολικά της Ινδίας, έφτασε στην περιοχή του Λάος. Στη συνέχεια κατέβηκαν προς την Χερσόνησο της Μαλαισίας -που στον χάρτη του Πτολεμαίου ονομάζεται απλώς Χερσόνησος- και από κει πέρασαν στον Ειρηνικό Ωκεανό, που οι Έλληνες ονόμαζαν απλώς Ωκεανό, ως τον κατ’ εξοχήν Ωκεανό της Γης.

Χρησιμοποιώντας ως γέφυρα τα νησιωτικά συμπλέγματα της Ινδονησίας, Μικρονησίας, Μελανησίας και Πολυνησίας, έφθασαν τελικά ως τα νησιά Γκαλαπάγκος και από εκεί πέρασαν στη αμερικανική ήπειρο (Περού). Οι Σπαρτιάτες, αναζητώντας κατάλληλο μέρος για εγκατάσταση της νέας αποικίας, οδηγήθηκαν τελικά σε ανάλογο γεωγραφικό πλάτος με αυτό της Ελλάδος, μεταξύ του 36ου και 40ου παραλλήλου, νοτίως του Ισημερινού. Εκεί θεμελίωσαν την καινούργια πολιτεία-κράτος.

Σύμφωνα με τα όσα παραδόθηκαν στον Λόνκο Κιλαπάν από τον δάσκαλο και προκάτοχό του «Επεουτούβε» Κανίο, όταν οι Έλληνες άποικοι έφτασαν από την Δύση, βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα να προσπαθήσουν να διδάξουν την γλώσσα τους στους ιθαγενείς με τους οποίους ήρθαν σε επιμιξία ή να μάθουν οι ίδιοι την ομιλούμενη γλώσσα εκείνης της χώρας, την μάπου-ντούγκου (mapudugu), έκλιναν κυρίως προς την δεύτερη επιλογή, αλλά εφαρμόζοντας τους γραμματικούς κανόνες της δικής τους γλώσσας. Ταυτόχρονα δίδαξαν στους ντόπιους τις βασικές λέξεις της γλώσσας τους όπως Ζευς ή Ζαν (Ζεν), Γαία (Γούε) κτλ. Επίσης, πολλά τοπωνυμία που διατηρούνται ακόμη και σήμερα σε βουνά, ποταμιά, νησιά, χωριά και περιοχές της Χιλής, είναι ελληνικής προέλευσης, όπως Άνδεις (=αυτές που ευχαριστούν, που τέρπουν, από το ρήμα ανδάνω). Η αραουκανική γλώσσα διαθέτει τόσο πλούσιο λεξιλόγιο που υπερβαίνει πολλές από τις λεγόμενες σύγχρονες γλώσσες. Βασιζόμενος σε μια αρχική εκτίμηση και τονίζοντας το γεγονός ότι η αραουκανική δεν ήταν γραπτή γλώσσα, ο Λόνκο Κιλαπάν βεβαιώνει ότι ένα 20% τουλάχιστον του λεξιλογίου που διατηρείται ακόμα και σήμερα εν χρήσει, είναι ελληνικά.

Λήψη αρχείου (16 MB)
Κατεβάστε το αρχείο από το RapidShare Κατεβάστε το αρχείο από το MediaFire

Πηγή
Κείμενο: heliodromion.gr
image_pdfimage_print

Τον κόλλησε στον τοίχο

  16/11/2009 | Σχολιασμός

Η φράση «τον κόλλησε στον τοίχο», που τη λέμε συνήθως, όχι μονάχα όταν ένα άτομο αδικεί ένα άλλο, αλλά κι όταν ακόμη βάζουμε κάποιον αναιδή στη θέση που του αξίζει, έχει τις ρίζες τις, σ’ ένα παράξενο περιστατικό που συνέβη στο Βυζάντιο.

Στον καιρό του Ρωμανού του Διογένη, ένας από τους στρατηγούς του, ο Ιωάννης Δημαράς, βγήκε μια νύχτα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης μαζί με τη συντροφιά του και όσους διαβάτες έβλεπε μπροστά του, τους έπιανε μαζί με την παρέα του και τους…κολλούσε για πλάκα στον τοίχο μ’ ένα είδος ρετσινιού και πίσσας, που υπήρχαν σε κάθε γωνιά, για να φωτίζονται οι δρόμοι.

Το…αστείο αυτό έκανε τόση εντύπωση την επόμενη το πρωί, ώστε από εκείνη την ημέρα πολλοί άρχοντες της Κωνσταντινούπολης, έβγαιναν σχεδόν κάθε νύχτα στους δρόμους, για να βρουν κανέναν αργοπορημένο και να τον κολλήσουν στον τοίχο. Από τότε, έμεινε ως τα χρόνια μας η συγκεκριμένη φράση.

image_pdfimage_print
 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής