Ελεύθερη βούληση
Εγείρονται πολλές φορές ερωτήσεις από άθρησκους και άθεους ανθρώπους αλλά και από θρήσκους γιατί ο Θεός (στη μονοθεϊστική εκδοχή της θρησκείας που έτσι και αλλιώς κυριαρχεί αριθμητικά σήμερα) δεν κάνει ένα μικρό μαγικό και να εξαφανίσει μια και καλή το κακό από τον κόσμο. Πόλεμους, ασθένειες, πείνα, δυστυχία κ.λπ. Ή γιατί δεν εμφανίζεται μια και καλή σε όλους με όλη τη μεγαλοπρέπειά του και να αποδείξει την παρουσία του; Η τυπική απάντηση είναι ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελεύθερη βούληση και όλο αυτό το κακό είναι ακριβώς αποτέλεσμα των επιλογών των ίδιων των ανθρώπων. Και ότι φυσικά δεν θέλει να εξαναγκάσει τον άνθρωπο να πιστέψει σε αυτόν αλλά αυτός να το επιλέξει από μόνος του.
Αν όμως ισχύει το επιχείρημα της ελεύθερης βούλησης τότε αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την παντογνωσία του Θεού (χριστιανικού ή μουσουλμανικού), δηλαδή την δυνατότητα του να γνωρίζει τα πάντα. Η επίκληση της ελεύθερης βούλησης όμως θα είχε λογική εάν ο φορέας της, δηλαδή ο άνθρωπος μπορούσε να αποφασίσει με τρόπο που ο Θεός δε θα μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων. Αν μπορούσε δηλαδή ένας άνθρωπος να αιφνιδιάσει τον Θεό με τις αποφάσεις του. Αν ο Θεός όμως γνωρίζει (ως παντογνώστης) εξ αρχής π.χ τις αποφάσεις του η ελεύθερη βούληση δεν υφίσταται επειδή μπροστά σε ένα δίλημμα η απόφασή του είναι ήδη γνωστή για τον Θεό πριν καν παρθεί από αυτόν.
Πρακτικά δηλαδή αν πάρουμε ως δεδομένη την ύπαρξη του παντογνώστη Θεού η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου δεν υφίσταται καθώς θα συγκρούονταν με τη γνώση του Θεού. Εκτός και αν αποφασίσουμε ότι ο Θεός δε γνωρίζει τις αποφάσεις μας άρα και τα μελλούμενα οπότε σε αυτή την περίπτωση παρουσιάζεται ως ένας Θεός με αδυναμίες, ο οποίος δρα και αυτός μέσα σε ορισμένα όρια.
Αλλά υπάρχει και το εξίσου μεγάλο θέμα με την ελεύθερη βούληση του ίδιου Θεού και τη σχέση του Θεού όχι με τον κόσμο και τον άνθρωπο αλλά με τον εαυτό του. Θα πρέπει να πάρουμε ως δεδομένο ότι υπήρχε μια χρονική στιγμή στην οποία ο Θεός θα πρέπει να ήταν μόνος του. Την χρονική περίοδο δηλαδή όπου δεν είχε δημιουργήσει τίποτα και άρα ενώ το καλό υπήρξε (προσωποποιημένο από τον ίδιο) το κακό δεν υπήρξε. Ήξερε λοιπόν ο Θεός όταν έφτιαχνε τον κόσμο εκ των προτέρων την πορεία του; Ήξερε πριν ακόμη κάνει το οτιδήποτε ότι από τα δημιουργήματά του θα αποκτούσε τον μεγάλο του αντίπαλο, τον διάβολο ο οποίος είναι λέει εκπεσών άγγελος; Γνώριζε εκ των προτέρων ότι αργότερα ένα άλλο δημιούργημά του, ο άνθρωπος θα αποφάσιζε στην Εδέμ να φάει τον καρπό από το δέντρο της γνώσης; Αφού ο Θεός είναι παντογνώστης φυσικά και ήξερε. Και τα δύο γεγονότα. Παρόλα αυτά αποφάσισε να δημιουργήσει τον κόσμο όπως ακριβώς τον δημιούργησε. Δεν μπορούσε λοιπόν ή δεν ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο τέλειο εξασφαλίζοντας από την αρχή την απουσία του κακού;
Την φράση «σπουδαία τα λάχανα» (εναλλακτικά και «σιγά τα λάχανα»), τη χρησιμοποιούμε σήμερα ειρωνικά, όταν θέλουμε να δηλώσουμε την δυσανάλογη αξία που προσδίδεται σε κάτι, σε σχέση με την πραγματική του αξία. Χρησιμοποιείται δηλαδή απαξιωτικά.
Προήλθε από το εξής περιστατικό:
Σε κάποιο χωριό, πριν από το 1821, πέρασε ο απεσταλμένος τού Μπέη, για να εισπράξει τη «δεκάτη». Η δεκάτη ήταν κι αυτή μία από τις πολλές φορολογίες τών χρόνων εκείνων. Όλοι όμως οι χωρικοί τού απάντησαν πως δεν είχαν να πληρώσουν τον φόρο, γιατί τα λάχανά τους (λάχανα ήταν η παραγωγή τους) έμεναν απούλητα. Τότε ο φοροεισπράκτορας τούς είπε πως θα έστελνε ζώα και ανθρώπους, για να φορτώσει τα λάχανα και έτσι να «πατσίζανε» με το χρέος τους. Έτσι και έγινε.
Από τότε, έμεινε να λένε οι χωρικοί (προφανώς ειρωνικά): «Σπουδαία τα λάχανα», όταν επρόκειτο να «πατσίσουν» τούς οφειλόμενους φόρους, με λάχανα.
Ανήμερα τής 28ης Οκτωβρίου, ο πατριάρχης τών Ιουδαιοχριστιανών Ορθόδοξων, Βαρθολομαίος, αντί να τιμήσει με την παρουσία του, ή με κάποιον άλλο διακριτικό τρόπο, την επέτειο τού «ΟΧΙ», προτίμησε να βρεθεί ως τιμώμενο πρόσωπο στην εβραϊκή Συναγωγή τής Νέας Υόρκης («Park East Synagogue») και να βραβευτεί με το σύμβολο τών Μακκαβαίων, στα πλαίσια τής Χάνουκα, μιας γιορτής τών Εβραίων, που γίνεται κάθε χρόνο σε ανάμνηση του πολέμου τους εναντίον τού Έλληνα βασιλιά Αντίοχου.
Ο Βαρθολομαίος, αφού στην ομιλία του, διατρανώνει τις κοινές ρίζες Χριστιανισμού και Ιουδαϊσμού (που οι θρησκόληπτοι Ρωμιοί επιμένουν να αγνοούν επιδεικτικά) και κάνει αναφορά στον κοινό πρόγονο Χριστιανών και Ιουδαίων, τον…Αβραάμ, αποκαλεί την Κωνσταντινούπολη…Ιστανμπούλ (προφανώς για τον φόβο τών…Ιουδαίων, δηλαδή τών Τούρκων), σε αντιδιαστολή με την Θεσσαλονίκη που την αποκάλεσε με την ελληνική της προφορά.
Ο Βαρθολομαίος, ως φαίνεται κι απ’ το περιεχόμενο τής ομιλίας του, τιμήθηκε με τις «ευλογίες» τής Coca Cola, τής οποίας διευθυντής είναι ο φίλος του, Εβραιότουρκος Μουχτάρ Κεντ.
Λεπτομέρεια: Ο 65ος αποστολικός κανόνας, απαγορεύει (και προβλέπονται συνέπειες) την παρουσία Χριστιανών σε εβραϊκή Συναγωγή: «Ει τις κληρικός ή λαϊκός εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων ή αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω και αφοριζέσθω».
Ένας σκηνοθέτης θέλει να κάνει μια ταινία με τίτλο «Ο τεμπέλης».
Ψάχνει λοιπόν για έναν πρωταγωνιστή, που θα είναι πειστικός και θα «γράφει» στον φακό. Μεταξύ άλλων, ρωτάει και κάποιον έμπειρο συνάδελφό του σκηνοθέτη, ο οποίος του λέει: – Θα πας στο Μεξικό στην πόλη Τσιουάουα και θα ψάξεις να βρεις το σαλούν «Πεπίτα». Εκεί συχνάζει κάποιος που είναι ο ορισμός του τεμπέλη. Τον λένε Χουανίτο Γκονζάλες. Δεν θα δυσκολευτείς να τον αναγνωρίσεις. Κάθεται όλη μέρα στο πάτωμα, σε μια γωνιά.
Πάει λοιπόν εκεί ο σκηνοθέτης, βρίσκει το σαλούν και μπαίνοντας μέσα, πράγματι βλέπει έναν τύπο με κατεβασμένο σομπρέρο (το χαρακτηριστικό πλατύγυρο μεξικάνικο καπέλο) να κάθεται ακίνητος σε μια γωνιά. Τον πλησιάζει και του λέει: – Συγγνώμη, είστε ο κύριος Χουανίτο Γκονζάλες;
Ο Μεξικανός, δίχως να σηκώσει καν το βλέμμα του, γνέφει καταφατικά, ελαφρά με το κεφάλι του.
Και συνεχίζει ο σκηνοθέτης: – Ξέρετε, ψάχνω για έναν πρωταγωνιστή, που θα παίξει τον ρόλο ενός τεμπέλη στην καινούργια μου ταινία. Μου μίλησαν με τα καλύτερα λόγια για σας.
– Και τι θα κάνω ακριβώς στην ταινία;
– Έναν τεμπέλη που όλη την ώρα θα κάθεται με σκυμμένο κεφάλι. Έπειτα θα σηκώσει αργά αργά το κεφάλι, θα κοιτάξει δεξιά, μετά αριστερά και στο τέλος θα το ξανακατεβάσει.
Ο Μεξικανός, αφού το σκέπτεται για λίγο, απαντά: – Όχι. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να παίξω τον ρόλο αυτό.
– Γιατί;…
– Εσύ φιλαράκο δε ζητάς ηθοποιό, ζητάς κασκαντέρ!