Νοέμβριος 2009 – Σελίδα 8 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχειοθήκη του μηνός Νοέμβριος, 2009

Τί σημαίνει η λέξη «Γραικύλος»;

  11/11/2009 | Σχολιασμός

Ο ελληνικός χαρακτηρισμός «Γραικύλος» είναι απόδοση του λατινικού χαρακτηρισμού Graeculus, ο οποίος με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του εθνικού ονόματος «Graecus» που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες. Γραικύλος, αποκαλείται ο Έλληνας που είναι ανάξιος της εθνικής του παραδόσεως, ο ξεπεσμένος, παρηκμασμένος Έλληνας, συνήθως δουλοπρεπής προς τους ξένους. Πρόκειται δηλαδή, για έναν καθαρά υποτιμητικό χαρακτηρισμό των Ελλήνων.

Στην αρχή της ρωμαϊκής κατάκτησης, η ρωμαϊκή κατοχή, παρά την μετρημένη επιβολή εξουσίας και την ψύχραιμη αυτοσυγκράτηση με την οποία αρχικά εφαρμόστηκε στους Έλληνες, δεν έπαυε να είναι σκλαβιά. Ήταν μόνο θέμα χρόνου οι Έλληνες σκλάβοι, όμηροι και μετανάστες, να κατακλύσουν τη Ρώμη. Κινημένοι από τις στερήσεις αναζητούν οποιοδήποτε επάγγελμα για να επιβιώσουν, με αποτέλεσμα να τους περιφρονούν οι Ρωμαίοι, να τους ονομάζουν Graeculus, δηλαδή μικρούς Έλληνες, που παριστάνουν ότι γνωρίζουν τα πάντα. Λένε οι Ρωμαίοι: «Οmnia novit Graeculus esuriens; in coelum jusseris, ibit» (Τα πάντα γνωρίζει ο πειναλέος Γραικύλος, και στον ουρανό αν τον διατάξεις να πάει, θα πάει).

Αργότερα όταν οι αδικίες και οι καταχρήσεις των Ρωμαίων σε βάρος των κατακτημένων έγιναν σύνηθες φαινόμενο, πρέπει να πήρε την τελική της μορφή η έννοια του Γραικύλου. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς καταλογίζουν στον Γραικύλο γενικά ότι είναι αργόσχολος και κόλακας της εξουσίας και ακόμη ότι είναι νωθρός, ράθυμος, φλύαρος και απρεπής.

Το λατινικό υποκοριστικό μαρτυρείται σε πενήντα περίπου χωρία Λατίνων συγγραφέων, από τα χρόνια του Κικέρωνα μέχρι σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το ελληνικό υποκοριστικό με εξαίρεση μια μαρτυρία του Δίωνος Κασσίου, δεν εντοπίζεται στην αρχαία ελληνική και στη βυζαντινή γραμματεία ως τον 10ο αιώνα.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το όνομα Graeculus είναι, μαζί με το όνομα Poenulus (=«Καρχηδονίσκος»), τα μόνα υποκοριστικά εθνικών χαρακτηρισμών που περιέχει η λατινική γλώσσα. Δεν είναι φυσικά τυχαίο το γεγονός ότι τα δύο αυτά υποκοριστικά αφορούν τους δύο μεγαλύτερους αντιπάλους της Ρώμης, τους οποίους υπέταξε η ρωμαϊκή λόγχη με πολύ μόχθο και αίμα.

Ο Κικέρωνας πιθανολογείται ως ο «πατέρας» αυτού του επιθέτου (Graeculus). Αυτό αληθεύει υπό την έννοια ότι ο διάσημος αυτός Ρωμαίος πολιτικός και ρήτορας χρησιμοποιεί τον όρο αυτόν στο έργο του επανειλημμένα (16 φορές!).

Οι Graeculi κατά τον Κικέρωνα:

  • Είναι κατ’ αρχήν «παραμυθάδες»: Οι Γραικύλοι πλάθουν πολλές ιστορίες· σε μια από αυτές παρουσιάζουν κάποιον πως αυτοκτόνησε από ένα υψηλό τείχος, όχι γιατί του συνέβη κάτι δυσάρεστο, αλλά γιατί είχε διαβάσει ένα σοβαρό και μεγαλόπρεπο βιβλίο του Πλάτωνα με θέμα τον θάνατο (Pro Scauro 3-4).
  • Ταυτόχρονα είναι ανόητοι: «Ο σοφός δεν θέλει να αντιμετωπίζεται από τους ανόητους με τρόπο ώστε όσοι τον ακούν είτε να τον θεωρούν βλάκα και Γραικύλο είτε (…) να φέρουν βαρέως που είναι οι ίδιοι βλάκες» (De oratore 1, 221).
  • Είναι ένα μείγμα τεμπελιάς, φλυαρίας και πολυμάθειας: «Με βάζετε να απαντήσω σε μια ερωτησούλα, σαν να είμαι κανένας Γραικύλος, τεμπέλης και πολυλογάς και ίσως πολύξερος και πολυδιαβασμένος» (De oratore 1, 162).
  • Είναι ακατάλληλοι ως δικαστές (5, Philipp. 12), απαράδεκτοι στις συνελεύσεις τους (Pro Sestio 126), παρατρεχάμενοι και κόλακες των ισχυρών (Pro Milone 55).
  • Δυο από αυτούς, που χάρη στο φίλο τους Καίσαρα έγιναν Ρωμαίοι πολίτες, είναι «τιποτένιοι Γραικύλοι» (13. Philipp. 33).

Το αρνητικό φορτίο του χαρακτηρισμού Graeculus στον Κικέρωνα επιβεβαιώνεται και υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται επίσης και εναντίον ενός γνήσιου Ρωμαίου, του Βέρρη, ο οποίος είχε αρπάξει από τις Συρακούσες ένα άγαλμα της Σαπφούς. Ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι για τον Κικέρωνα είναι διαφορετικό πράγμα οι «πολύξεροι Γραικύλοι» και διαφορετικό η ελληνική τέχνη και παιδεία: «(Το άγαλμα της Σαπφούς) είχε έξοχη κατασκευή και στη βάση του έφερε χαραγμένο ένα καταπληκτικό επίγραμμα. Εκείνος ο πολύξερος και Γραικύλος (ο Βέρρης) ­ που τάχα τα γροικάει αυτά σε βάθος και μόνος αυτός τα καταλαβαίνει ­ δεν θα είχε αρπάξει το άγαλμα αυτό, αν γνώριζε έστω κι ένα γράμμα ελληνικό» (2. In Verrem 4, 127).

Η άποψη του Κικέρωνα στην παραπάνω περίπτωση θυμίζει την ανάλογη στάση κάποιων σύγχρονων Ευρωπαίων: Ενώ είναι θερμός θαυμαστής της αρχαίας ελληνικής σκέψης και λογοτεχνίας, περιφρονεί τους σύγχρονούς του Έλληνες ­ και σ’ αυτό ασφαλώς είχαν και οι τελευταίοι αρκετή ευθύνη. Τελικά όμως η όλη υπόθεση κατέληξε «μπούμερανγκ» για τον ίδιο: Ανάμεσα στα άλλα παρατσούκλια του (π.χ. Κικέρκουλος, δηλ. «Κικερούλης», Κικεράκιος και Κικερίσκος) μαρτυρείται και ο χαρακτηρισμός Γραίκουλος ή Γραίκος (Δίων Κάσσιος 46, 18, 1 και Πλούταρχος, Κικέρων 5), προφανώς εξαιτίας της ελληνομάθειάς του. Το ίδιο παρατσούκλι έμελλε να χρησιμοποιηθεί, λίγο αργότερα, και για τον κατ’ εξοχήν ελληνομαθή Ρωμαίο αυτοκράτορα, τον Αδριανό (Script. Hist. Aug., Spartians, Hadr. 1,5).

Με τον Κικέρωνα, τον «ευρετή» και κεντρικό χρήστη του υποκοριστικού Graeculus ο χαρακτηρισμός αυτός πολιτογραφήθηκε ως δόκιμος όρος της ρωμαϊκής πολιτικής ορολογίας με αρνητικές συνδηλώσεις για τον ελληνικό κόσμο, ενώπιον του οποίου οι Ρωμαίοι ένιωθαν συμπλέγματα κατωτερότητας και ταυτόχρονα ανωτερότητας.

Πηγές
el.wiktionary.org | asxetos.gr | tovima.gr (Δημήτρης Νικήτας)
image_pdfimage_print

Όταν η θρησκεία πιάνει απ’ τα αρχίδια την πολιτική, τότε η διαπραγματευτική ικανότητα της Ελλάδος, επί εθνικών θεμάτων, είναι εξ ορισμού ευνουχισμένη

  11/11/2009 | Σχολιασμός

Την Τρίτη 10/11/2009, προβλήθηκε στην εκπομπή τού Alter «Αθέατος Κόσμος» τού δημοσιογράφου Κώστα Χαρδαβέλα, ένα θέμα που είχε να κάνει με την ασυδοσία τού τουρκικού προξενείου τής Κομοτηνής στην Θράκη.

Είναι γνωστό ότι το εν λόγω προξενείο, ουσιαστικά λειτουργεί ως κράτος εν κράτει στην περιοχή και στην πράξη συνδιοικεί. Έχει καταφέρει σε σημαντικό βαθμό να «τουρκοποιήσει» τούς Πομάκους (με την αμέριστη «συμπαράσταση» βέβαια της ελληνικής πολιτείας) και γενικότερα να εκτουρκίσει κάθε τι μουσουλμανικό. Αποτελεί το «μακρύ χέρι» τής Τουρκίας στην Θράκη και με την τακτική τής κοινωνικής απομόνωσης, αλλά και τής αφειδούς οικονομικής ενίσχυσης, καταφέρνει να χειραγωγεί ακόμα και τούς μετριοπαθείς ή φιλήσυχους μουσουλμάνους, που δεν έχουν διάθεση να γίνονται πιόνια στην πολιτική σκακιέρα τής Τουρκίας.

Για να επιστρέψουμε στην εν λόγω εκπομπή, μαθαίνουμε ότι το τουρκικό προξενείο τής Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε κατ’ αμοιβαιότητα με το ελληνικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το τουρκικό προξενείο στην Κομοτηνή, κατ’ αμοιβαιότητα με το ελληνικό προξενείο στην Ανδριανούπολη τής Ανατολικής Θράκης, το οποίο ασχολείται κατ’ εξοχήν με την έκδοση θεωρήσεων.

Όπως ήταν εύλογο, τέθηκε το ερώτημα γιατί δεν κλείνει η ελληνική πολιτεία το τουρκικό προξενείο, αφού είναι γνωστή τοις πάσι η δράση του κι εν πάση περιπτώσει, αφού το αντίστοιχο προξενείο στην Ανδριανούπολη υφίσταται τυπικά και ουσιαστικά δεν έχει σοβαρό λόγο ύπαρξης.

Η απάντηση ήταν απλή και αφοπλιστική και ήρθε από τον επίτιμο πρέσβη Χρήστο Ζαχαράκη: «Λόγω τού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη»

Καταλάβατε λοιπόν πάνω σε τί βάση ασκείται η εθνική εξωτερική πολιτική τής Ελλάδος, έναντι τής Τουρκίας; Ούτε καν σε σχέση με τούς ελάχιστους εναπομείναντες Έλληνες τής Πόλης (στην οποία είναι μαθηματικώς βέβαιο, πως σε λίγες δεκαετίες δεν θα υπάρχει δείγμα γηγενή Έλληνα), αλλά σε σχέση με το μέλλον και τα συμφέροντα τού Πατριαρχείου… Ενός Πατριαρχείου, τού οποίου η ιστορία, σε σχέση με τον Ελληνισμό, είναι γραμμένη σε μαύρες σελίδες.

Στην ίδια ζυγαριά δηλαδή η βραδυφλεγής βόμβα τής Θράκης, ή το κυπριακό πρόβλημα, με την Θεολογική Σχολή τής Χάλκης. Και ποιός ο λόγος; Για να βγουν ακόμα μερικοί παπάδες και να το παίζουν μητροπολίτες και πατριάρχες σε «ποίμνια» μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων πιστών (κι αξίζει εδώ ν’ αναφερθεί ο αποκλεισμός τών Ρώσων από την διεκδίκηση τού πατριαρχικού θρόνου, που αριθμητικά αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία τού ορθόδοξου δόγματος). Κάτι ανάλογο δηλαδή και με τούς απατεωνίσκους στην Ιερουσαλήμ που πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες (Άγιο Φως) στους θρησκόληπτους και τα γεροντάκια και έχουν το θράσος να μιλάνε για ελληνικά εθνικά συμφέροντα στην περιοχή. Συμφέροντα ναι. Εθνικά όχι.

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, να μιλάμε για σοβαρή, στιβαρή και κυρίως ρεαλιστική εθνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας, όταν πετάμε στο τραπέζι «καμμένα» χαρτιά; Όταν αυτή η πολιτική ασκείται με τρόπο ετεροβαρή; Όταν δίνουμε λιγότερα απ’ όσα παίρνουμε; Όταν ανταλλάσσουμε χρυσό με χάντρες και καθρεφτάκια; Όταν το εθνικό συμφέρον ταυτίζεται μ’ αυτό τής Εκκλησίας και τής θρησκείας;

Αλλά τί να λέμε τώρα; Μια ζωή Γραικύλοι και Ρωμιοί ραγιάδες…

image_pdfimage_print

Η μεγάλη, τού Αριστοτέλους, προσβολή – Ελλάς το μεγαλείο σου…

  08/11/2009 | Σχολιασμός

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Άγιος ΔημήτριοςΑκούμε τούς ξένους, όταν θέλουν ν’ αναφερθούν στην Ελλάδα, να μιλάνε για τον ελληνικό πολιτισμό, το ελληνικό πνεύμα και γενικότερα για την αρχαία Ελλάδα, γεμάτοι θαυμασμό και δέος. Κι εμείς φουσκώνουμε σαν τα παγώνια…

Θα αναρωτηθεί κάποιος, και για τί άλλο να μιλήσουν οι άνθρωποι; Γι’ αυτά είμαστε γνωστοί στον κόσμο οι Έλληνες.

Ε, όχι μόνο γι’ αυτά…. Υπάρχουν και κάποιοι «αστοιχείωτοι», που γίνονται πιο πεζοί και συνδέουν αυθόρμητα την Ελλάδα με το σουβλάκι, τον «μουζάκα», την «γκρικ σάλατ» και το τζατζίκι. Δηλαδή με ότι έχει σχέση την γαστριμαργία.

Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: Ποιοί βρίσκονται πιο κοντά στην «απεικόνιση» τής Ελλάδας; Οι αρχαιολάτρες/αρχαιογνώστες που μιλάνε για το πνεύμα ή οι «πεζοί» που μιλάνε για το στομάχι;
Απάντηση (δική μου): Οι πεζοί. Γιατί είμαστε ένας λαός που δεν είναι άξιος να κουβαλήσει αυτό το τεράστιο ιστορικό φορτίο. Γιατί δεν έχουμε παράγει και εξάγει ούτε δράμι πολιτισμού τούς πρόσφατους, τουλάχιστον, αιώνες (εκτός απ’ τα τουρκόφωνα εδέσματα που προαναφέρθησαν). Γιατί είμαστε καταναλωτές πολιτισμού και όχι δημιουργοί. Γιατί είμαστε Νεοέλληνες κι όχι Ελληνοέλληνες.

Αφήνω όμως το σύνθημα και πάω στο παρασύνθημα.
Υπάρχει κάτι που μ’ ενοχλεί ιδιαίτερα και το έχω θίξει (επιφανειακά, μεταξύ άλλων) και σε άλλο θέμα. Αφορά το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Όπως μαρτυρεί φυσικά τ’ όνομά του, ονομάζεται έτσι προς τιμήν του μεγάλου φιλόσοφου Αριστοτέλη (παραπέμπω σκόπιμα στην αγγλική Wikipedia, γιατί το αντίστοιχο ελληνικό λήμμα, είναι μια γρήγορη «ξεπέτα»).

Ως εδώ όλα καλά…
Αν κάποιος τώρα επιχειρήσει να επισκεφτεί την επίσημη ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου, θα βρεθεί μπροστά σε μια έκπληξη: Στην αρχική σελίδα, δεν υπάρχει ως έμβλημα ο Αριστοτέλης, όπως φυσιολογικά θα περίμενε κάποιος, μιας κι αυτού το όνομα φέρει το Πανεπιστήμιο, αλλά δεσπόζει η αγιογραφία τού Αγίου Δημητρίου!

Η εικόνα δηλαδή, ενός αξιωματικού τού ρωμαϊκού στρατού (και μετέπειτα «αγίου»), κρίθηκε (από ποιούς και με ποιό σκεπτικό άραγε;) ως η πιο κατάλληλη για έμβλημα, ακόμα κι απ’ αυτή τού ίδιου τού τιμώμενου!

Προσέξτε! Μιλάμε για Πανεπιστήμιο και όχι για κάποιο θρησκευτικό ίδρυμα. Τί δουλειά έχει η θρησκεία με την επιστήμη; Το φως με το σκοτάδι; Ο μύθος με την πραγματικότητα; Η λογική με το παράλογο; Τί σχέση έχει ο Φάντης με το ρετσινόλαδο;

Αυτό τώρα, είναι απόδοση τιμής στον μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο, ή ύβρις; Αν αυτό δεν είναι παραλογισμός (εκτός από ύβρις), τότε τί είναι; Και ποιά είναι, αλήθεια, η θέση τών πανεπιστημιακών διδασκάλων γι’ αυτό το ανοσιούργημα; Το δέχονται; Το αγνοούν; Το παραβλέπουν;

Αλλά δεν είναι ν’ απορεί κανείς… Εδώ φτάσαν στο σημείο να αναγορεύσουν επίτιμο διδάκτορα πέντε τμημάτων τού εν λόγω Πανεπιστημίου, τον…πατριάρχη Βαρθολομαίο!
Τον ηγέτη δηλαδή μιας θρησκείας, που μετέτρεψε τον Έλληνα σε Ρωμιό.
Τον ηγέτη δηλαδή μιας θρησκείας, που διαχρονικά πολέμησε, την επιστήμη, το ελληνικό πνεύμα και πετούσε στην πυρά τα συγγράμματα τών Ελλήνων φιλοσόφων (και τού Αριστοτέλη φυσικά).
Τον ηγέτη μια θρησκείας που έχει αναγορεύσει σε προστάτες τών γραμμάτων, τρεις ανθέλληνες.
Τον ηγέτη μιας θρησκείας που είχε φτάσει στο σημείο να αποκαλεί «θέλημα Θεού» την σκλαβιά στον Τούρκο, τού οποίου εδόθη η εντολή (απ’ τον…Θεό) «ωσάν σκύλος να μας φυλάει».
Τον ηγέτη δηλαδή μιας θρησκείας, που αφόρησε την Ελληνική Επανάσταση (κι όχι μια φορά μόνο…).
Τον ηγέτη δηλαδή μιας θρησκείας, που έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει στους πιστούς της να δίνουν ελληνικά ονόματα στα παιδιά τους, αντί τών «πατροπαράδοτων εβραϊκών».

Στην Τουρκία, έχουν την προσωπογραφία τού Κεμάλ σε κάθε κτήριο για να θυμίζει σε όλους ποιος είναι ο «πατέρας τών Τούρκων» (Ατατούρκ). Στην Κούβα έχουν τον Φιντέλ Κάστρο. Όπως είχαν άλλοτε τον Χομεϊνί στο Ιράν, τον Μάο στην Κίνα, τον Λένιν και τον Στάλιν στη Σοβιετική Ένωση κ.ο.κ. Κάτι σαν τα «ιερά τοτέμ» δηλαδή, κάποιων πρωτόγονων πολιτισμών. Στην Ελλάδα έχουμε τη θρησκεία και δη την Ορθοδοξία, για να μας θυμίζει πόσο γερά είναι ακόμα γαντζωμένη (σαν καρκίνωμα) σε κάθε πτυχή τού ελληνικού βίου και τής ελληνικής κοινωνίας.

Συμπερασματικά: Η θεοκρατία και ο ραγιαδισμός στην Ελλάδα, ζει και βασιλεύει…

image_pdfimage_print

«Αγία Γραφή»: Το μεγαλύτερο παραμύθι τού κόσμου – Η Βίβλος τού μίσους, τής κτηνωδίας και τής πλαστογραφίας

  07/11/2009 | Σχολιασμός

Βίβλος«Οσάκις διαβάζουμε τις άσεμνες εικόνες, τις φιλήδονες ακολασίες, τις σκληρές και αισχρές εκτελέσεις, την αδιάλειπτη μνησικακία και εκδικητικότητα, με τις οποίες είναι γεμάτη η Βίβλος, θα ήταν πιο συνεπές να την ονομάσουμε βιβλίο ενός δαίμονα παρά ενός θεού. Είναι μια ιστορία της κακίας που έχει χρησιμοποιηθεί για τη διαφθορά και αποκτήνωση της ανθρωπότητας. Ειλικρινά αηδιάζω με αυτήν, όπως αηδιάζω με όλα τα σκληρά πράγματα».
Tom Paine (Άγγλος συγγραφέας)

Το «βιβλίο των βιβλίων» για τους χριστιανούς είναι η Βίβλος και η οποία θεωρείται ότι είναι «ιερό κείμενο». Στην ιστορία των θρησκειών τα ιερά κείμενα, τα ιερά βιβλία, οι ιερές Γραφές ανήκουν στο επάγγελμα, στη μπίζνα, είχαν και έχουν στενή σχέση με αυτή· όχι μόνο με τη χρηματική, αλλά και με την πολιτική, με το εμπόριο της ανθρώπινης καρδιάς γενικά.

Οι Βίβλοι της ανθρωπότητας είναι επομένως πολλές: Η τριπλή «Βέδα» της αρχαίας Ινδίας π.χ., τα πέντε «Σινγκ», οι κανόνες της κινεζικής αυτοκρατορικής θρησκείας, το «Σιντάτα (Siddhata)» του Ζαϊνισμού, το «Τιπιτάκα» του Βουδισμού της Θεραβάντα, η «Ντάρμα» του ινδικού Βουδισμού της Μαχαγιάνα, το «Τριπιτάκα» του θιβετιανού Βουδισμού, το «Τάο-τε-σινγκ» των ταοιστών μοναχών, η «Αβέστα» του περσικού Μαζνταϊσμού, το «Κοράνι» του Ισλάμ, το «Γκρανθ» των Σιχ, το «Γκίνζα» του Μανδαϊσμού. Πλήθος ιερών κειμένων υπήρχαν στα ελληνιστικά μυστήρια, όπου ήδη σε προχριστιανικές εποχές παρέπεμπαν με την απλή λέξη «Γραφή» και με τη διατύπωση «βρίσκεται γραμμένο» ή «όπως γράφεται». Στην Αίγυπτο τα ιερά κείμενα έφταναν μέχρι τους αρχαιότατους χρόνους, αφού ήδη την 3η χιλιετία π.Χ. αποκαλούσαν τα ιερά κείμενα «λόγο του θεού».

Τώρα, ωστόσο, γνωρίζουμε ότι η Βίβλος δεν είναι μόνο ένα βιβλίο ανάμεσα στα βιβλία, αλλά το βιβλίο των βιβλίων. Επομένως δεν είναι κάποιο βιβλίο που θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει «δίπλα στον Πλάτωνα ή το Κοράνι ή τα αρχαία ινδικά βιβλία της σοφίας». Ο Χριστιανισμός επιμένει στην μοναδικότητα, όπως και όλες οι μονοθεϊστικές θρησκείες (και γι’ αυτό το λόγο διακρίνονται ειδικά αυτές από μοναδική στο είδος της αδιαλλαξία!). «Όπως ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους ανέμους, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τον Ισραήλ», ισχυρίζεται το Ταλμούδ. Στο Κοράνι αναφέρεται: «Μας επέλεξες από όλους τους λαούς… Μας σήκωσες πάνω από όλα τα έθνη…». Ακόμη και ο Λούθηρος θριαμβολογεί: «Εμείς οι χριστιανοί είμαστε μεγαλύτεροι και περισσότεροι από όλα τα πλάσματα…». Με λίγα λόγια, η Βίβλος έχει μια ιδιαιτερότητα, πράγμα το οποίο συμπεραίνεται, εκτός πολλών άλλων, και από το γεγονός ότι ο χριστιανικός κόσμος κατά τον πρώτο ενάμιση αιώνα δεν διέθετε δικό του «ιερό κείμενο» -και γι’ αυτό έκλεψε την Αγία Γραφή των Ιουδαίων, την Παλαιά Διαθήκη.

Το όνομα Παλαιά Διαθήκη (στη βιβλική γλώσσα αποτελεί απόδοση στα ελληνικά μιας εβραϊκής λέξης που σημαίνει «συνθήκη», «συμμαχία», «σύμβαση» ή «συμφωνία») προέρχεται από τον Παύλο ο οποίος το αναφέρει στη Β’ Επιστολή προς Κορινθίους (3,14). Η Συναγωγή, η οποία φυσικά δεν έχει Καινή Διαθήκη, δεν αναφέρεται ούτε σε Παλαιά Διαθήκη, αλλά στο Tenak, μια τεχνητή λέξη η οποία σχηματίστηκε από τα αρχικά γράμματα των λέξεων Thora, NTn’im και Ketubim: Νόμος, Προφήτες και Λοιπά Βιβλία. Αυτά είναι τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, στο βαθμό που προέρχονται από την εβραϊκή παράδοση, η «Αγία Γραφή» των Ιουδαίων μέχρι σήμερα. Οι Ιουδαίοι της Παλαιστίνης καθόρισαν τον οριστικό κατάλογο τους μόλις στη Σύνοδο της Ιάμνειας ανάμεσα στο 90 και 100 μ.Χ., δηλαδή 24 βιβλία, σίγουρα σε ταύτιση με τον αριθμό των γραμμάτων του εβραϊκού αλφαβήτου (τα ιουδαϊκά βιβλία απόκτησαν μόλις το 15ο αιώνα άλλη διάταξη και έφτασαν τα 39 κανονικά βιβλία.) Ο Θεός πάντως, στον οποίο οφείλεται βέβαια αυτή η «Αγία Γραφή», από τον οποίο ουσιαστικά προέρχεται, χρειάστηκε για τη συγγραφή και την οριστική σύνθεση της, όπως και να το κάνουμε, πάνω από χιλιετία· αν και δεν είναι τόσο μεγάλο διάστημα, αν σκεφτούμε ότι για Εκείνον χίλια χρόνια είναι μια ημέρα.

Η ιδιαιτερότητα της χριστιανικής Βίβλου φαίνεται, εκτός αυτού, και από το γεγονός ότι τα διάφορα δόγματα έχουν και διαφορετικές Βίβλους που δεν συμφωνούν καν ως προς την έκταση τους, από το γεγονός ότι οι μεν θεωρούν ιερά όσα για τους άλλους είναι μάλλον περίεργα και ύποπτα.

Ο κανόνας του Ιουδαϊσμού της ελληνιστικής περιόδου, η μετάφραση των Εβδομήκοντα (συμβολίζεται: Ο’) ήταν το ιερό αποκαλυπτικό βιβλίο των ελληνόφωνων Ιουδαίων. Έγινε από διάφορους μεταφραστές του 3ου αιώνα π.Χ. για τους Ιουδαίους της διασποράς στην Αλεξάνδρεια και είναι η αρχαιότερη και σημαντικότερη μεταφορά της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, την οικουμενική γλώσσα της ελληνιστικής περιόδου, βρήκε δε αποδοχή στη Συναγωγή ως επίσημη Βίβλος των Ιουδαίων της διασποράς. Η μετάφραση των Ο’ περιλάμβανε όμως περισσότερα κείμενα από όσα δεχόταν ο εβραϊκός κανόνας και αργότερα και ο καθολικός. Ωστόσο τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης που παρατίθενται στην Καινή Διαθήκη προέρχονται κατ’ εξοχήν από αυτή τη μετάφραση των Ο’. Ακόμη και για τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι τη χρησιμοποιούσαν με ζήλο, ήταν η Παλαιά Διαθήκη και αποτελούσε «Αγία Γραφή».

Τον 2ο αιώνα, όταν ακόμη οι χριστιανοί δεν εκπαιδεύονταν για πόλεμο, όπως θα γινόταν συνεχώς μετά από λίγο, υπήρχαν ανάμεσα τους ίσως περισσότεροι αντίπαλοι της Παλαιάς Διαθήκης από ό,τι υπερασπιστές. Και κανείς δεν ένοιωσε τότε την ασυμφωνία της με τις κεντρικές διδασκαλίες του βιβλικού Ιησού τόσο, όσο ο «αιρετικός» Μαρκίωνας, τουλάχιστον κανείς δεν έβγαλε αυτό το συμπέρασμα με τον ίδιο τρόπο και με τέτοια επιτυχία. Στις (μη σωζώμενες) «Αντιθέσεις» του κατέγραψε τις αντιφάσεις και δημιούργησε τον πρώτο κανόνα χριστιανικών κειμένων, και μάλιστα βάσει του Ευαγγελίου του Λουκά που έχει τις λιγότερες επιρροές από τον Ιουδαϊσμό, και βάσει των επιστολών του Παύλου

Ειδικά οι «αιρετικοί» κύκλοι πολέμησαν την Παλαιά Διαθήκη. Πολλοί χριστιανοί γνωστικιστές την αποδοκίμασαν συλλήβδην. Διακόσια χρόνια μετά το Μαρκίωνα η αντίθεση ανάμεσα στον Γιαχβέ και τον Ιησού σοκάρει και τον Απόστολο των Βησιγότθων Ουλφίλα, έναν ειρηνόφιλο αρειανιστή. Στη μετάφραση της Βίβλου στα Γοτθικά που έκανε γύρω στο 370, το αρχαιότερο γερμανικό λογοτεχνικό μνημείο, ο επίσκοπος δεν μετάφρασε τα ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.

Καίρια κριτική άρχισε να κινείται εκ νέου αργότερα από τον αιώνα του Διαφωτισμού.
Ο οξυδερκής Lessing, ο οποίος θεωρεί αμφίβολες και τις ιστορικές βάσεις του χριστιανισμού, αναφωνεί βλέποντας το αρχαίο ιουδαϊκό βιβλίο: «Σε αυτή τη λάσπη, σε αυτή τη λάσπη, μεγάλε Θεέ! Κι αν υπήρχαν ανάμεσα μερικοί κόκκοι χρυσού… Θεέ! Θεέ! Πάνω σε τι μπορούν οι άνθρωποι να θεμελιώσουν πίστη, με την οποία ελπίζουν ότι θα κερδίσουν την αιώνια ευτυχία;».

Με ακόμη μεγαλύτερο πάθος στηλιτεύει ο Percy Bysshe Shelley (1792-1822) «ολόκληρη την περιφρόνηση της αλήθειας και την περιφρόνηση των στοιχειωδών ηθικών αρχών», την «άνευ προηγουμένου βλασφημία να ισχυρίζονται ότι ο Παντοδύναμος διέταξε ρητά το Μωυσή να επιτεθεί σε έναν άκακο λαό και εξαιτίας μίας διαφορετικής λατρείας να αφανίσει κάθε ένα από τα πλάσματα του, να δολοφονήσει ψυχρά κάθε παιδί και κάθε άοπλο άντρα, να σφάξει τους αιχμαλώτους, να κομματιάσει τις συζύγους και να φυλάξει μόνο τα νεαρά κορίτσια, ώστε να συνουσιάζονται μαζί τους και να τα βιάζουν».

Ο Μαρκ Τουέιν (1835-1910) δεν μπορούσε πλέον παρά να χλευάζει: «Η Παλαιά Διαθήκη καταπιάνεται ουσιαστικά με το αίμα και τον αισθησιασμό· η Καινή Διαθήκη με τη σωτηρία, τη λύτρωση. Τη λύτρωση με τη φωτιά».
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

image_pdfimage_print

Το τραγούδι τής περασμένης μέρας – Σταύρος Ξαρχάκος

  05/11/2009 | Σχολιασμός

Σταύρος Ξαρχάκος

 

image_pdfimage_print
 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής