Πολυτονικό και μονοτονικό σύστημα – Ο «πόλεμος» των τόνων
15/11/2009 |
Σχολιασμός
Πώς δημιουργήθηκε το πολυτονικό σύστημα
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν τόνους (δες επιγραφές). Το πολυτονικό σύστημα (βαρεία, δασεία, οξεία, περισπωμένη, υπογεγραμμένη, ψιλή), δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια και τα δύο πνεύματα επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ, για να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να την διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά, καθώς η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ’ ότι προφέρονται στη γλώσσα μας. Δεν έγινε για την απόδοση της νέας (κοινής) ελληνικής γλώσσας, αλλά για τα αρχαία ελληνικά. Τα πρώτα δείγματα τέτοιων συμβόλων που σώζονται βρίσκονται σε παπύρους του 2ου αι. π.Χ. και τα κείμενα είναι ποιητικά, κυρίως διαλεκτικά ή αρχαϊκά: έχουν δηλαδή μεγάλες ιδιαιτερότητες, εμφανίζουν απόσταση από τον κοινό, πεζό λόγο και ο τονισμός είναι εξαιρετικά σημαντικός.
Ένας άλλος λόγος, για το οποίο δημιουργήθηκαν τα τονικά σημάδια, εικάζεται πως είναι η παρακμή της προφορικής παράδοσης της επικής ποίησης (που σημαίνει ότι οι ίδιοι οι Έλληνες χρειάζονταν καθοδήγηση για να προφέρουν σωστά λέξεις που δεν χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ομιλία).
O τονισμός της αρχαίας ελληνικής ήταν κύρια «μουσικός» (μελωδικός, προσωδιακός) και όχι δυναμικός όπως της νέας ελληνικής. Σχετιζόταν δηλαδή βασικά με το ύψος της φωνής και όχι την έντασή της. Στους κλασικούς χρόνους (και συγκεκριμένα από την εποχή του Πλάτωνα) χρησιμοποιούνται για τον τόνο οι όροι «οξύς» και «βαρύς» που αναφέρονται και στο ύψος και στην ένταση.
Δεν ξέρουμε ούτε ποια έκταση είχε η τονική ποικιλία, ούτε πότε υπερίσχυσε ο δυναμικός τονισμός του μουσικού. Ξέρουμε όμως ότι ο μουσικός τονισμός αρχίζει να αντικαθίσταται από τον δυναμικό κατά την τελευταία περίοδο π.Χ., οπότε αρχίζει να εξαφανίζεται και η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων φωνηέντων. Στην ελληνιστική περίοδο (δηλαδή μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου) η προφορά της γλώσσας έχει απομακρυνθεί από αυτή της κλασικής περιόδου (5ος και 4ος αι. π.Χ.) σε βαθμό ώστε να κρίνεται απαραίτητο να συνταχθούν βοηθήματα για την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Τότε λοιπόν εμφανίζονται τα πρώτα τονικά σύμβολα.
Όταν ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε και η διάδοση του συνδέθηκε με τα ελληνικά (μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, επιστολές Αποστόλου Παύλου κ.λπ.), η ελληνική γλώσσα έμεινε συνυφασμένη στην Δύση με το πολυτονικό σύστημα. Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα ελληνικά. Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια, αρκετοί θεωρούν τη χρήση του επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, θεωρώντας την θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Η σκέψη για κατάργησή του άρχισε από τα την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν γενικεύτηκε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και ερχόταν αρωγός στο άλλο μείζον θέμα, την κατάργηση της καθαρεύουσας και την υιοθέτηση της δημοτικής …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »



Ο Λάμπης Ν. Βολονάκης, λοχίας του Α’ λόχου του 17ου Συντάγματος Πεζικού υπηρετούσε στην Μικρά Ασία το 1920. Καθαρίζοντας το όπλο του, βρήκε ένα σημείωμα και μία…πεντάρα.

«Ελπίζω να μπορείς να με βοηθήσεις! Τις προάλλες, έφυγα για τη δουλειά μου αφήνοντας τον σύζυγό μου στο σπίτι να βλέπει τηλεόραση όπως συνήθως. Δεν είχα απομακρυνθεί πάνω από 500 μέτρα όταν το αυτοκίνητο άρχισε να κάνει διακοπές και έσβησε. Το πάρκαρα στην άκρη και πήγα με τα πόδια πίσω στο σπίτι για να ζητήσω βοήθεια από τον σύζυγό μου.
Καθώς τα τελευταία χρόνια, με την εκρηκτική άνοδο του διαδικτύου και την απρόσκοπτη διάδοση της πληροφορίας, οι συζητήσεις περί θρησκείας, Εκκλησίας, Χριστιανισμού κ.λπ. δίνουν και παίρνουν, ουκ ολίγες φορές έχει τεθεί το ερώτημα: Θα πρέπει οι άθεοι, άθρησκοι κ.ά. να μπαίνουν στην διαδικασία να απαντούν στους σύγχρονους 


