Ο αφορισμός των Κλεφτών και των Αρματολών της Πελοποννήσου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1805
11/05/2010 |
Σχολιασμός
Στις αρχές του 1800, ο επαναστατικός αναβρασμός που επικρατούσε στα Βαλκάνια για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, αποτελούσε έναν διαρκή πονοκέφαλο για τους Τούρκους. Στον ελλαδικό χώρο, οι Κλέφτες και οι Αρματολοί, που ενώ αρχικά δρούσαν για ιδιοτελείς σκοπούς, άρχισαν να οργανώνονται και έμελλε να αποτελέσουν κατά την Επανάσταση του 1821 τον βασικό στρατιωτικό κορμό των επαναστατημένων ραγιάδων. Γι’ αυτό και μετά την απελευθέρωση, η αναφορά στους Κλέφτες δεν είχε αρνητική σημασία. Κλέφτες και Αρματολοί ήταν, ηρωικές μορφές του Αγώνα, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Αθανάσιος Διάκος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, κ.ά.
Το 1805, το ανέκαθεν πιστό σκυλί του Σουλτάνου, ο πατριάρχης και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Καλλίνικος Ε’, εξέδωσε μια αφοριστική εγκύκλιο που αφορούσε τους Κλέφτες της Πελοποννήσου. Τα πραγματικά κίνητρα, δεν ήταν η διατήρηση της «έννομης τάξης», όπως διαφαίνεται από το πατριαρχικό κείμενο, αλλά η υποψία-ανησυχία του Σουλτάνου πως οι Κλέφτες και οι Αρματολοί στρατολογούνταν από τους Ρώσους. Θέλησε έτσι να διαφυλάξει τα νώτα του διώκοντάς τους πριν οργανωθούν. Τον ρόλο του εντολοδόχου, ανέλαβε -για μια ακόμη φορά- το Πατριαρχείο, το οποίο η Πύλη είχε ορίσει ως τσοπανόσκυλο επί του «ποιμνίου» που αποτελούσαν οι χριστιανοί ραγιάδες και δη οι «Ρωμιοί».
Ο Καλλίνικος Ε’, δείχνοντας μεγάλη «φιλοτιμία», σπεύδει εκ μέρους της «κραταιοτάτης βασιλείας, και του υψηλού δοβλετίου» (όχι για για πρώτη φορά, όπως διαπιστώνεται κι απ’ το κείμενο [«Πολλούς υψηλούς προσκυνητούς ορισμούς και υψηλά φερμάνια εξαπέστειλα κατά διαφόρους καιρούς»]), να καλέσει τις άρχουσες τάξεις της Πελοποννήσου να προνοήσουν «διά την ησυχίαν και καλήν κατάστασιν όλων των υπηκόων και πιστών ραγιάδων», τηρώντας «απαρασάλευτα όσα προστάζενται» με «μεγάλην δουλικήν κλίσιν και να «εμποδίζουν με κάθε τρόπον και με όλην τους την δύναμιν κάθε κίνημα». Για τον σκοπό αυτό, καλούνται «χωρίς αργοπορίαν να πιάνωσι τους τοιούτους κλέπτας και να τους δίδωσι εις τον βοϊδόνδαν και ζαπίτην και εις τους αγιάννηδες, από τους οποίους να αποστέλλωνται εις τον μόρα βαλή πασιά εφέντη μας, δια να λάβωσι κατά νόμους τα επίχειρα της κακίας των». Σε περίπτωση δε, που δεν καταφέρουν να καταλαγιάσουν τον «δικαιότατον θυμόν του φιλόπτωχου, φιλοδίκαιου, υψηλού δοβλετίου», ο Καλλίνικος, φροντίζει να προειδοποιήσει πως η αγνόηση ή παρέκκλιση από την «υψηλήν απόφασιν και προσταγήν», θα επιφέρει «χαλεπώτατα παιδευτήρια» ακόμη και τον «πικρόν θάνατον της ζωής» τους.
Το «καταπληκτικό» με τον Καλλίνικο, είναι ότι την ίδια στιγμή που καλεί τους πρόκριτους, κοτσμπάσηδες, ιερείς κ.ά. να συλλαμβάνουν και να καταδίδουν τους Κλέφτες, εμμέσως πλην σαφώς κατακρίνει και τους ίδιους επειδή κατατυραννούν και βασανίζουν τους «πτωχούς ραγιάδες με παράνομα και άδικα χαράτζια και παρσίματα» Πέραν όμως των συνεπειών που θα έχει η μη εφαρμογή του σουλτανικού φιρμανίου, ο Καλλίνικος, σαν καλός «χριστιανός» και «ποιμήν», διαβεβαιώνει πως ο «αντιχριστιανικός» βίος τους θα επιφέρει και την μήνη της Εκκλησίας και θα είναι «κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τυμπανιαίοι και πάσαις ταις πατριαρχικαίς και συνοδικαίς αραίς υπεύθυνοι και ένοχοι του πυρός της γεένης, και τω αιωνίω αναθέματι υπόδικοι». Δεν παραλείπει πάντως να κλείσει την «φιλόστοργη» και γεμάτη χριστιανικό «ήθος» επιστολή, με ένα χριστιανικότατον «η δε του Θεού χάρις είη μεθ’ υμών» …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »





«Αγαπάτε αλλήλους»


