Σκηνές από την διαδήλωση μπροστά στη Βουλή για την παράδοση της χώρας απ’ τους πολιτικούς μας στο Δ.Ν.Τ.
Δείτε το βίντεο και συνεχίζουμε…
Απορίες: 1. Με πόσο δηλητήριο έχουν ποτιστεί αυτά τα παιδιά; 2. Σε πόση ώρα, σε κάποια χώρα του εξωτερικού, μετά απ’ αυτόν τον οχετό, θα είχαν φάει τα χαστούκια τους και θα μετράγανε τα παΐδια τους για να δουν αν λείπει κανένα; Σε πόση ώρα θα τους είχαν «μπαγλαρώσει» για εξύβριση; 3. Τους προκλητικούς νεαρούς, έστω με μεγάλη δυσκολία, ας πούμε ότι μπορούμε να τους δικαιολογήσουμε. Παιδιά είναι, τα έχουν πορώσει οι καθοδηγητές τους και δεν συναισθάνονται τις μαλακίες που λένε και κάνουν. Εκείνος όμως ο γέρος, δεν σέβεται ούτε τα ίδια τα λευκά μαλλιά του; Να «ρωτάει» τον αστυνομικό «τι λέει στα παιδιά του όταν πάει σπίτι»; Αυτός δηλαδή, όταν γυρίσει σπίτι του, τι θα πει στα εγγόνια του; Ότι πούλησε τσάμπα μαγκιά σε έναν εργαζόμενο που για 900 τόσα ευρώ φεύγει απ’ το σπίτι του και δεν ξέρει αν θα ξαναγυρίσει να δει τα παιδιά του; 4. Η πολιτική ηγεσία, που έχει κάνει «φιλότιμες» προσπάθειες για τον «ευνουχισμό» των σωμάτων ασφαλείας, είναι ικανοποιημένη με το θλιβερό αυτό θέαμα; 5. Μήπως τα φάγαν οι αστυνομικοί τα λεφτά και δεν το έχουμε καταλάβει; Αν είναι έτσι, να ζητήσουμε συγνώμη απ’ τον «ανθό της νεολαίας» και τα «τιμημένα γηρατειά» που τους «πολεμάνε»… Αν και πολύ υποψιάζομαι ότι μπέρδεψαν τους εχθρούς· τον γάιδαρο με το σαμάρι…
Βλέπω συχνά πυκνά, σε αρκετά ελληνικά ιστολόγια και διάφορες ιστοσελίδες, να αναρτώνται διάφορα αποσπάσματα από τις εκπομπές των Αντώνη Κανάκη (Ράδιο Αρβύλα) και Λάκη Λαζόπουλου (Αλ Τσαντίρι) κάτω από τον τίτλο «Τι είπε ο Κανάκης για το τάδε» ή «Πως σχολίασε ο Λαζόπουλος το δείνα». Κι αναρωτιέμαι ο αφελής:
Μα καλά, ποιοι είναι αυτοί οι δύο που η γνώμη τους έχει τόση σημασία; Γιατί έχει τόση βαρύτητα η γνώμη κάποιων που ασχολούνται με ένα κάρο γραφικούς, τηλεμαϊντανούς και ασήμαντους ανθρώπους; Που θεωρούν ότι κάνουν «χιούμορ» αναπαράγοντας χιλιοειπωμένα ανέκδοτα και αστεία βιντεάκια του YouTube, ή διαβάζοντας σαχλαμαρίτσες του τύπου «Τι είναι κόκκινο με μαύρες βούλες και βρομάει»; Που βγάζουν το «ψωμί» τους διαφημίζοντας -με την αλάνθαστη μέθοδο της διακωμώδησης- αυτούς που θεωρούν -και είναι- «τηλεοπτικά σκουπίδια»;
Πως νομιμοποιείται ο Κανάκης να «καυτηριάζει» την κλεψιά και την απάτη των άλλων, όταν ο ίδιος -κατά δήλωσή του, αλλά και σύμφωνα με καταγγελίες θαμώνων καταστήματός του- φοροδιαφεύγει και «ξεχνάει» να κόβει αποδείξεις; Πως νομιμοποιείται να μιλάει ο Λαζόπουλος για ηθική και νομιμότητα, όταν έχει συλληφθεί σε σκάφος των πλουσίων φίλων του γεμάτο ναρκωτικά; Πότε τους είδατε και τους δύο αυτούς «άτεγκτους» κριτές να τα χώνουν στους εργοδότες τους που έχουν πάρε-δώσε με την δικαιοσύνη;
Έχουμε έλλειψη ικανότητας κρίσης κι εξαγωγής συμπερασμάτων, ακόμη και για τα πιο αυτονόητα και χρειαζόμαστε υποβοήθηση από δαύτους, ώστε να πειστούμε ότι η κρίση μας είναι ορθή; Γιατί υποτιμούμε τόσο πολύ το δικό μας αισθητήριο κρίσης και αναμένουμε τους άλλους να μας το επιβεβαιώσουν; Τι παραπάνω προσθέτει στην κρίση μας, να μας πουν π.χ. ότι ο θάνατος αθώων ανθρώπων από αποβράσματα της κοινωνίας, όπως τρομοκράτες και αναρχικούς, είναι άδικος, όταν αυτοί οι ίδιοι κατά καιρούς, μέσα απ’ τις εκπομπές τους, είτε τους δίνουν ελαφρυντικά (ενίοτε και με την εκκωφαντική σιωπή τους), είτε τους παροτρύνουν να είναι πιο «αγωνιστικοί»;
Γιατί αδυνατούμε να διακρίνουμε την προπαγάνδα, που κρύβεται πίσω από το προσχηματικό, κατασκευασμένο και φτηνό «χιούμορ» τους; Πότε είδατε, οι τιμητές των πάντων, Λαζόπουλος και Κανάκης, να ασκούν κριτική στην ακροαριστερά (αυτή που εξωραΐζουμε σε «αντιεξουσιαστικό ή αναρχικό χώρο»). Πότε είδατε να τα χώνουν στον Τσίπρα ή τον Αλαβάνο; Πότε τους είδατε να κάνουν έστω και μια αναφορά στην τηλεοπτική προπαγάνδα και να την καταδικάζουν, έστω και με «χιούμορ», την ίδια στιγμή που στο διαδίκτυο ο καθένας απ’ το σπίτι του και τον υπολογιστή του, ξεβρακώνει καθημερινώς την αθλιότητα των ΜΜΕ; Μας πως να κάνουν κριτική στην προπαγάνδα, όταν και οι ίδιοι κάνουν προπαγάνδα; Όταν είναι μέρος του συστήματος, το οποίο «καταγγέλουν»;
Μα καλά, φίλε αναγνώστη, πως δέχεσαι να «συμπάσχουν» μαζί σου, κάποιοι που δεν έχουν καμμία σχέση με τα δικά σου προβλήματα και ανησυχίες; Δεν καταλαβαίνεις ότι υποκρίνονται και σε κοροϊδεύουν μες στα μάτια σου; Όταν βλέπεις τον Λαζόπουλο να βάζει παράθυρο τη φτωχή γριούλα και τον ταλαιπωρημένο συνταξιούχο και παίρνει ένα ύφος «συμπόνοιας» και «κατανόησης», σου είναι δύσκολο να καταλάβεις ότι παίζει θέατρο για να κερδίσει το εύκολο χειροκρότημα χρησιμοποιώντας την αναξιοπάθεια του συνανθρώπου του; Σου είναι δύσκολο να καταλάβεις ότι γεμίζεις τις τσέπες του, επιτρέποντάς του να σε «συμπονέσει» ή να «θυμώσει» μαζί σου; Με τι μούτρα βγαίνουν και οι δύο να καταδικάσουν τη εκρηκτική άνοδο της βίας και την εγκληματικότητας, όταν δεν έχουν την εντιμότητα -ή και τους όρχεις αν θέλετε- να καταδείξουν και να ονοματίσουν τους κύριους υπεύθυνους που λέγονται τριτοκοσμικοί λαθρομετανάστες; Λες κι ο άλλος ληστεύεται μόνος του, μαχαιρώνεται μόνος του, κακοποιείται μόνος του. Και πως θα μπορούσαν να το κάνουν, καθώς αμφότεροι φορώντας το προσωπείο του «ανθρωπισμού» μάς πουλάνε αντιρατσισμό και ανθρωπισμό με το κιλό; Λες κι εμείς εμείς είμαστε παλιάνθρωποι κι εκ γενετής ανήθικοι και περιμέναμε αυτούς τους δυο να μας κάνουν μαθήματα ηθικής και φιλανθρωπίας.
Γιατί τους επιτρέπεις να διαμορφώνουν την γνώμη σου; Γιατί υποτιμάς την νοημοσύνη σου, περιβάλλοντάς τους με το «αλάθητο» και «ειδικό βάρος» γνώμης; Γιατί αυτή η μυθοποίηση όσων εμφανίζονται στο «γυαλί»; Γιατί αδυνατείς να καταλάβεις φίλε αναγνώστη, ότι και αυτοί κατουράνε όπως κι εμείς, χέζουν όπως κι εμείς, κλάνουνε όπως κι εμείς, βρίζουν όπως κι εμείς, ψεύδονται όπως κι εμείς. Ότι κι αυτοί έχουν αδυναμίες και ελαττώματα τα οποία δεν φαίνονται στο «γυαλί»; Αδυναμίες που κρύβουν πίσω απ’ τις δικές μας, οι οποίες διογκώνονται μπροστά στις δικές τους, όταν τους επιτρέπουμε να «ασελγούν» πάνω μας.
Γιατί τους επιτρέπεις στον εαυτό σου να κατατάσσεται σε μια αγέλη άβουλων τηλεθεατών, που μασάνε το κουτόχορτο που τους ταΐζει η κάθε «αυθεντία»; (ο Λαζόπουλος το συνοδεύει και με «απεριτίφ»). Που πρέπει να γελάσουν ή να χειροκροτήσουν, μόλις τους δώσουν το σύνθημα;
Ξύπνα μαλάκα* Νεοέλληνα (ο γράφων δεν εξαιρείται). Εσύ δεν ζεις στην εικονική πραγματικότητα που ζουν αυτοί, αλλά στην δική σου πραγματική πραγματικότητα, που αυτοί αγνοούν, ή θέλουν να πιστεύουν πως γνωρίζουν. Είναι στο ρετιρέ της πνευματικής χειραγώγησης και είσαι στο υπόγειο της πνευματικής αποχαύνωσης. Ξύπνα…
* Με την αρχαιοελληνική σημασία (άρρωστος) και την ελληνιστική (μαλθακός, άβουλος, «αγαθός»). Αν κάποιος διακρίνει τον εαυτό του και στην νεοελληνική σημασία, είτε κυριολεκτικώς (αυνανιζόμενος), είτε μεταφορικώς (βλάκας), ουδεμία ευθύνη φέρομεν…
«Φάκελος της Κύπρου» ονομάζεται όλο το αρχείο της αίθουσας επιχειρήσεων και όλων των σχετικών υπηρεσιών που αφορά την ελληνοτουρκική κρίση και την τραγωδία της Κύπρου το 1974 (στρατιωτική επέμβαση και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου απ’ τους Τούρκους με τις επιχειρήσεις «Αττίλας 1» και «Αττίλας 2»). Το υλικό συγκεντρώθηκε από επιτροπές αξιωματικών, με εντολή του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελου Αβέρωφ, κι αφού σφραγίστηκε με την επιγραφή «Αρχείον Ελληνοτουρκικής Κρίσεως 1974», παραδόθηκε στην πολιτική εξουσία (κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή), με τελικό σκοπό την δικαστική έρευνα και δίωξη των υπευθύνων.
Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη, καθώς με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (αριθμός Π.Υ.Σ. 45/7-3-75), όλο το αρχείο, μαζί με επιπρόσθετο αρχείο που συγκέντρωσε η Επιτροπή της Βουλής για το «Κυπριακό», τοποθετήθηκε και σφραγίστηκε σε κιβώτια κι έκτοτε φυλάσσεται σε αποθήκη της Βουλής. Στις 3-5-1976 η Πράξη ενισχύθηκε με Υπουργική Απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης Κωσταντίνου Στεφανάκη, με την οποία ανεστάλη η ποινική δίωξη κατά παντός υπευθύνου, με το αιτιολογικό ότι «…ανακύπτει κίνδυνος να προκύψουν γεγονότα ικανά να διαταράξουν τας διεθνείς σχέσεις της Ελλάδος μετ’ άλλων κρατών…». Οι εικασίες και οι φήμες, αιτιολογούν την απόφαση αυτή, ως κίνηση αυτοπροστασίας των πολιτικών (Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων), καθώς φέρονταν να προέκυπταν βαρύτατες ευθύνες γι’ αυτούς (εκτός απ’ αυτές των στρατιωτικών), σε συνάρτηση και με τον βαθμό επέμβασης ξένων δυνάμεων (Αμερικανών και Βρετανών) στα τότε δρώμενα και τις εξελίξεις. Έκτοτε, πάντα υπήρχαν και υπάρχουν οι επιφυλάξεις, για το αν το αρχείο παραμένει αμετάβλητο χωρίς να έχει αλλοιωθεί ή αφαιρεθεί κάτι απ’ τους άμεσα ενδιαφερόμενους.
Το 1986, επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου, δημιουργήθηκε Εξεταστική Επιτροπή για να εξετάσει τον «Φάκελο της Κύπρου», αλλά τα δυο πορίσματα που προέκυψαν το 1988 (ένα του ΠΑΣΟΚ κι ένα της Νέας Δημοκρατίας) θεωρήθηκαν, εκτός από πορίσματα-παρωδίες (επέρριπταν τις περισσότερες ευθύνες στους ξένους, ακόμη και στους…Σοβιετικούς, υποβαθμίζοντας το περίφημο «Η Κύπρος κείται μακράν» του Κωνσταντίνου Καραμανλή και «ψελλίζοντας» κάποιες ευθύνες για τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελο Αβέρωφ), ως πρόσχημα για το οριστικό κλείσιμο του «Φακέλου της Κύπρου», χωρίς την απόδοση ουσιαστικών ευθυνών και άσκηση ποινικών διώξεων.
Το 2008, ο νομικός Στέλιος Γρηγορίου κατέθεσε μήνυση «κατά παντός υπευθύνου, στρατιωτικού και πολιτικού προσώπου, ενεχομένου εις τα γεγονότα της Κυπριακής προδοσίας» και αίτημα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ζητώντας την ανάκληση της Υπουργικής Απόφασης του 1976, που απέκλειε την απόδοση ευθυνών και την ποινική δίωξη των υπευθύνων. Το αίτημα αυτό απερρίφθη με το αιτιολογικό ότι «δεν εκλείπουν οι λόγοι αναστολής των λόγων της ποινικής δίωξης των υπευθύνων για τα εγκλήματα της κυπριακής τραγωδίας»…
Δώδεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης των Σερρών, βρίσκεται η Μονή Τιμίου Προδρόμου η οποία χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον μοναχό Ιωαννίκιο και ανακαινίστηκε αργότερα από τον ανηψιό του Ιωακείμ. Όπως και τα περισσότερα μοναστήρια του θεοκρατικού Βυζαντίου, έτσι κι αυτό δέχθηκε την εύνοια και και τις επιχορηγήσεις των αυτοκρατόρων, καθώς και τις δωρεές αρχόντων και πιστών, συγκεντρώνοντας μια σημαντική περιουσία.
Οι καλόγεροι αυτού του μοναστηριού, είχαν το σπάνιο χάρισμα της «διορατικότητας», καθώς έναν σχεδόν αιώνα πριν την κατάληψη και άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, είχαν διαισθανθεί («θεία φώτιση» άραγες;) την τελική επικράτησή τους. Κι επειδή «προσέχουμε για να έχουμε», έσπευσαν να μεταφέρουν την «προφητεία» τους στους Τούρκους, δηλώνοντας εκ των προτέρων υποταγή στον σουλτάνο. Το γεγονός το πληροφορούμαστε κι από την επίσημη ιστοσελίδα της μονής, όπου ανερυθρίαστα, βαφτίζουν την προδοσία και τουρκοδουλεία των ρασοφόρων, ως «σπάνια πολιτική διορατικότητα»…
Χάρη στη σπάνια πολιτική διορατικότητά του ο Ιωακείμ προείδε τον κίνδυνο που η μονή διέτρεχε από την πιθανή μελλοντική επέκταση των Οθωμανών στη Μακεδονία. Γι’ αυτό φρόντισε να σταλεί στο πρώτο ηγεμόνα τους Οσμάν, στην Προύσα, μία αντιπροσωπεία μοναχών με επικεφαλής κάποιον Μαργαρίτη, πλούσιο πολιτικό και άριστο δεξιοτέχνη στην τούρκικη γλώσσα και διπλωματία, που αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. Καρπός της αποστολής αυτής ήταν η υπογραφή από τον Οθωμανό ηγεμόνα ενός εγγράφου που προφύλασσε μέχρι της συντελείας των αιώνων την Ιερά Μονή από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων επιδρομέων, προστασία που επισφραγίσθηκε το 1372 με την έκδοση φιρμανίου από τον σουλτάνο Μουράτ Α΄ που σώζεται στις συλλογές της βιβλιοθήκης της μονής.
Δεν θα πρέπει να παραλείψει κάποιος που θα διαβάσει το ιστορικό της μονής και την αναφορά στον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, που παρέδωσε την Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους και αμείφθηκε ανάλογα γι’ αυτή του την υπηρεσία…
Μετά την άλωση της Πόλης, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος μετά το 1453 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αφού παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο, αποσύρθηκε στη μονή Τιμίου Προδρόμου όπου και εμόνασε (1457-1472) μέχρι το τέλος της ζωής του.
Εδώ οι μοναχοί ψεύδονται ενσυνείδητα. Όπως αναφέρει και ο «εθνικός» ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (γνωστός κι ως ένας εκ των πατέρων του «Ελληνοχριστιανισμού»), ο Γεννάδιος δεν παραιτήθηκε, αλλά καθαιρέθηκε από τον σουλτάνο, 14 χρόνια μετά την αναρρίχησή του στον πατριαρχικό θρόνο. Τα αίτια καθαίρεσης οδηγούν στις πρώτες πατριαρχικές ίντριγκες και τις περίφημες «αλλαξοπατριαρχίες». Ο Γεννάδιος συκοφαντήθηκε στον σουλτάνο από τον μοναχό Συμεών τον Τραπεζούντιο, ο οποίος το 1467 συμφώνησε να καταβάλει ετησίως 1.000 χρυσά νομίσματα για να γίνει πατριάρχης στέλνοντας τον Γεννάδιο σπίτι του και καταργώντας τα περισσότερα από τα πατριαρχικά προνόμια τα οποία είχε δώσει ο σουλτάνος. Ο Συμεών όμως δεν θα χαρεί για πολύ τον θρόνο του, καθώς δύο χρόνια αργότερα, ο μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Διονύσιος, πλειοδότησε με 2.000 χρυσά νομίσματα, στέλνοντας κι αυτός με την σειρά του τον Συμεών από κει που ΄ρθε.
Τίποτε όμως δεν είναι μόνιμο σ’ αυτόν τον κόσμο. Έτσι, όπως μαθαίνουμε και πάλι απ’ το ιστορικό της μονής, αργότερα οι καλόγεροι, δήλωσαν και εκ νέου υποταγή, αυτή την φορά όχι από «διορατικότητα», αλλά από «ανάγκη»…
Δεν άργησε ωστόσο να επέλθει προσωρινή παρακμή για την Ιερά Μονή. Δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη και οι ποικίλες αλλαγές που επέφερε η εμφάνιση του Τούρκου κατακτητή δυσχέραιναν την κατάσταση. Παρά το σεβασμό και την ανοχή που οι Οθωμανοί επέδειξαν προς τη μονή, οι Πατέρες το 1518 αναγκάστηκαν να αποστείλουν αντιπροσωπεία τους στον ισθμό του Σουέζ, όπου και ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τον Αλή, Κριτή της Ερυθράς Θάλασσας. Με αυτή τη διπλωματική αποστολή η Ιερά Κοινότητα απεκόμισε ένα αντίγραφο του Ακτιναμέ του Προφήτη Μωάμεθ, γεγονός που σήμαινε ασφάλεια των κεκτημένων της και προστασία για τους επόμενους αιώνες.
Τι να πρωτοσχολιάσει κάποιος εδώ; Ότι για πρώτη φορά ακούει πως υπάρχουν μοναστήρια με «δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη», ή ότι αποκαλούν τους Τούρκους «κατακτητές»; Γιατί τουλάχιστον οι συγκεκριμένοι καλόγεροι δεν κατακτήθηκαν, αλλά υποτάχθηκαν οικειοθελώς και προκαταβολικώς. Και χρήσιμο θα ήταν να μαθαίναμε με ποια ανταλλάγματα εξασφάλισαν την προνομιακή τους μεταχείριση…
Το απόγειο του θράσους και του χαμαιλεοντισμού των ρασοφόρων, βρίσκεται λίγο παρακάτω, όπου και πάλι ανερυθρίαστα και ξεδιάντροπα κάνουν λόγο για την εθνική τους προσφορά στην Επανάσταση…
Ωστόσο αυτά τα προνόμια δεν εμπόδισαν τη Μονή σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, να συμμετάσχει ενεργά στον εθνικό αγώνα. Ο αρχηγός μάλιστα του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία, ο Εμμανουήλ Παπάς, συνδεόταν στενά με την μοναστική κοινότητα η οποία του είχε παραχωρήσει οίκημα εκτός του περιβόλου του μοναστηριού.
Επειδή όμως οι ρασοφόροι (και ειδικά οι «αγωνιστές» ρασοφόροι), παρ’ ότι ευαγγελίζονται την «αλήθεια», ελάχιστη σχέση έχουν μ’ αυτή, αποφεύγουν επιμελώς να αναφέρουν ολόκληρη την ιστορία του Εμμανουήλ Παπά και ειδικά ότι έχει να κάνει σε σχέση με τους ίδιους. Ας τους το «θυμίσουμε» λοιπόν…
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ήταν ένας Σερραίος αγωνιστής της Επανάστασης, ο οποίος πρωτοστάτησε στην εξέγερση στη Xαλκιδική. Για τον σκοπό αυτό, ξόδεψε σχεδόν όλη του τη -σεβαστή- περιουσία, ενώ αξίζει να αναφερθεί, ότι τον θάνατο βρήκαν και τρεις απ’ τους γιους του, πέφτοντας στο πεδίο της μάχης.
Αρχικά, η κατάσταση ήταν ευνοϊκή και οι ρασοφόροι ως γνήσιοι χαμαιλεόντες, συντάχθηκαν στο πλευρό των επαναστατών και του Παπά (όχι πολεμώντας βέβαια, αλλά προσφέροντας καταφύγιο), προσβλέποντας στην αλλαγή φρουράς. Μόνο που αυτή τη φορά, η «διορατικότητά» τους θα τους προδώσει. Τα πολεμοφόδια τελείωναν κι ο Παπάς άλλα χρήματα δεν είχε. Στο μεταξύ η πίεση των Τούρκων, γινόταν όλο και πιο ασφυκτική. Ο Παπάς τότε στρέφεται στους αγιορείτες μοναχούς και ζητά οικονομική ενίσχυση. Θα απογοητευτεί όμως καθώς οι μοναχοί δεν ήταν καθόλου διατεθειμένοι να αγγίξουν και να ξοδέψουν την μοναστηριακή περιουσία, ακόμη κι αν επρόκειτο για την Επανάσταση.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος, στον δεύτερο τόμο του έργο του «Η Ελληνική Επανάστασις», ο οποίος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληψία εις βάρος των μονών, «οι καλόγηροι δεν εννοούσαν να θίξουν ούτε τα χρήματα των μονών ούτε τα εκ χρυσού και αργύρου νεώτερα αφιερώματα που δεν είχαν την σημασίαν ιστορικών κειμηλίων και τα οποία αποτελούσαν ολόκληρον θησαυρόν, ικανόν ν’ αποβή πηγή ενισχύσεως σοβαράς όχι μόνο του μακεδονικού, αλλά και του όλου αγώνος».
Και συνεχίζει ο Κόκκινος, δίνοντας μια εικόνα της καλογερικής νοοτροπίας:
Οι εξ αρχής δυσφορούντες διά το ζήτημα των δαπανών, συνηθισμένοι πάντοτε να δέχονται προσφοράς και από τους πτωχοτέρους πιστούς, χωρίς αυτοί να προσφέρουν ποτέ τίποτα, δεν είχαν συγκινηθή ούτε από τας αυστηράς απαντήσεις του Υψηλάντη και της Ύδρας και των Ψαρών προς τας πτωχοπροδρομικάς εκκλήσεις των, ούτε αντελήφθησαν την υποχρέωσίν των, όταν ήλθε η κρισιμωτάτη ώρα της εξαντλήσεως του Παπά και του εκ των Τούρκων κινδύνου. Ο πατριωτισμός των είχε σταματήσει προ της θυσίας των χρημάτων των μονών, τα οποία επί τέλους παρέμεναν νεκρά εις τα χρηματοκιβώτια και άχρηστα εις την κοινωνικήν οικονομίαν και ο πρώτος ενθουσιασμός των διά τον Παπάν μετεβλήθη εις εχθρότητα. Αντί να ενισχύσουν τον ηρωικόν αρχηγόν εις τας τελευταίας αγωνιώδεις προσπαθείας του, συνεσπειρώθησαν περί τας μονάς των και τον κατηρώντο ως υποκινητήν της επαναστάσεως και υπεύθυνον του κακού.
Ενδεικτική της καταστάσεως, είναι η επιστολή που έστειλε στις 19 Ιουνίου 1821, ο οπλαρχηγός Ρήγας Μάνθος προς τον Παπά:
Μα τι να κάμη κανείς την μικρολογίαν των Αγίων Πατέρων. Αυτή η στυγερά ανελευθεριότης και μικροπρέπεια αυτών μάς εμπόδισεν από πολλά ωφέλιμα και από πολλά αναγκαία. Αμποτε να μεταβάλη ο αναλλοίωτος Θεός την διάθεσίν των, να τους αποδείξη ευσπλάχνους, κριτικούς, γενναίους και ελευθερίους και με δόκιμον νουν. […] Πλην κανένα γενναίον δεν εύρον εις αυτούς παρά μίαν επίπλαστον πολίτικαν. […] Φροντίζουν μόνο διά την ασφάλειαν των ιδίων. […] Φοβούμαι μήπως ο λαός από την πείναν και τας πολλάς θλίψεις του εφορμήση εναντίον των και δεν δυνηθώμεν ν’ απαντήσωμεν εις την ορμήν των.
Οι καλόγεροι λοιπόν, αντί να βοηθήσουν τον Παπά, απεναντίας, φροντίζουν να αποφυλακίσουν τον μέχρι τότε κρατούμενο στις Kαρυές, Tούρκο διοικητή του Aγίου Όρους, Xασεκή Xαλίλ αγά. Αυτός θα ζητήσει την σύλληψη και παράδοση του Εμμανουήλ Παπά απ’ τους αγιορείτες. Αυτοί με την σειρά τους θα αποστείλουν μια επιστολή στους μοναχούς της Μονής Εσφιγμένου όπου βρισκόταν ο Παπάς και τους διαβιβάζουν τον «μουρασελέ» (απόφαση) του Χασεκή (του «Χασεκή Αγάς μας», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά)…
Εις την πανοσιότητά σας, Άγιοι Πατέρες, του ιερού Κοινοβίου Εσφιγμένου. Χθες ο ενδοξότατος ημών Χασεκή Αγάς μας, σας έγραψε μουρασελόν, δια να πιάσετε ενέχειρον τον Άρχοντα Παπά (σ.σ.: Εμμανουήλ Παπά) και τους λοιπούς καθώς και ο ίδιος σας έγραψε. Λοιπόν σας γράφομεν και ημείς οι των είκοσι Ιερών Μοναστηρίων Προϊστάμενοι, εν τη Ιερά Συνάξει, να κάμετε το ίδιον, ομοφώνως, δηλαδή να μας τους φέρετε ενταύθα αναμφιβόλως και τους ζητούμεν από εσάς εφεύκτως. Και ιδού όπου στέλλομεν επίτηδες ανθρώπους, δια να τους πάρουν. Και όσοι ακολουθούν τον Άρχοντα από τους εντοπίους Πατέρες, να τον αφήσουν και να επιστρέψουν εις τα κελλιά τους. Είδε και φανούν παρήκοοι, θέλουν υποπέσει εις οργήν μεγάλην, και θέλουν χάσει και τα οσπίτιά των. Ομοίως και όσοι άλλοι πιασθούν έχουν να παιδεύωνται. Ταύτα προς είδησίν σας και εμμένομεν.
1821-18 Νοεμβρίου
Άπαντες οι εν τη Κοινή Συνάξει των δεκαεννέα ιερών Μοναστηρίων του Αγίου Όρους Προϊστάμενοι
Οι καλόγεροι λοιπόν, αντί τουλάχιστον να τον φυγαδεύσουν, προτίμησαν να τον παραδώσουν και μάλιστα όπως λέγεται, έναντι δυόμισυ εκατομμυρίων γροσίων, ζητώντας απ’ τους Τούρκους ένα περιθώριο 40 ημερών. Θα πρέπει να σημειωθεί, πως εξαίρεση σ’ αυτή τη δουλοπρεπή και προδοτική στάση των καλόγερων, αποτέλεσε μόνο ο ηγούμενος Ιωακείμ τής (πάντα ξεχωριστής) Μονής Εσφιγμένου, που είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και πρόσφερε καταφύγιο στον Παπά και τους πολεμιστές του.
Ο Κόκκινος, αχολιάζοντας την «θλιβερή διαγωγή» και την «προδοσία» των «άνανδρων» καλόγερων, γράφει:
Η πράξις αυτή, δεν είχε δικαιολογίαν και όλα τα καθηγιασμένα ύδατα του Αγίου Όρους δεν είναι δυνατόν ν’ αποπλύνουν από αυτό το αίσχος τους δεκαεννέα ηγουμένους που υπέγραψαν την άνω επιστολήν, διά της οποίας έσπευδαν να παραδώσουν εις τον πασάν ένα θύμα τόσης περιωπής διά να μετριάσουν τους άλλους όρους της υποταγής και κυρίως τον αφορώντα την χρηματικήν αποζημίωσιν… Η αλήθεια διά την διαγωγήν των καλογήρων εκείνων είναι πολύ θλιβερά. Ανίκανοι να αισθανθούν κατ’ αρχάς την ανάγκην γενναίας προσφοράς διά τον αγώνα, που τον ήθελαν, αλλά με θυσίας των άλλων, έφθασαν εις την ατολμίαν, εκύλισαν εις την ανανδρίαν και κατήντησαν ικανοί διά την χειροτέραν προδοσίαν. Εδέχθησαν να παραδώσουν εις τον εχθρόν ως πρωταίτιον της επαναστάσεως τον Εμμανουήλ Παπάν, τον οποίον προ ολίγων μηνών είχαν ανακηρύξει προστάτην και αρχηγόν της Μακεδονίας αυτοί οι ίδιοι, χωρίς να αγνοούν ότι η τοιαύτη παράδοσίς του ήτο ταυτόσημος με παράδοσιν προς θάνατον.
Ο Παπάς, ωστόσο, κατάλαβε τον κίνδυνο και αποφασίζει να φύγει από το Άγιο Όρος. Με λίγους συντρόφους του επιβιβάζεται σ’ ένα πλοίο και φεύγει για την Ύδρα. Οι κακουχίες όμως θα τον λυγίσουν και θα πεθάνει πάνω στο πλοίο από καρδιακή προσβολή. Το βρόμικο παιχνίδι που του έπαιξαν οι ελεεινοί ρασοφόροι μνημονεύεται -εμμέσως πλην σαφώς- και σε επιστολή που του είχαν αποστείλει οι ευγνωμονούντες κάτοικοι της Κασσάνδρας, οι οποίοι τον παρακαλούσαν να συνεχίζει να τους προστατεύει απ’ το μαχαίρι του εχθρού «μη παρατηρών παντάπασιν αν συνεργεία του δαίμονος ενίοτε συμβαίνουσι και τινά λυπηρά προσκρούσματα προς την ευγένειάν του εκ τινών κακοηθών και αχρείων ανθρώπων».
Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός ήρθε και συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Πως με τις νέες ιδέες κάλυψε τα κενά, θεράπευε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία του, και βάθυνε τα αμμώδη και τα ρηχά της προβληματικής των Ελλήνων. Πως πράυνε τη σκληρότητα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο, στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και ημέρωσε την τραχύτητα της ανθρώπινης πράξης. Μ’ έναν λόγο, πως εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των Ελλήνων…
Διδάσκοντας οι δάσκαλοι τα αρχαία ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμηνευτικά τους Έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών. Αυτό σημαίνει, πως αν οι δάσκαλοι από την άποψη της ουσίας παραχάραξαν το ελληνικό νόμισμα, από την άποψη της μορφής ο τρόπος που ερμήνευαν στη συνέχεια τους Έλληνες ήταν να διαθέσουν το κίβδηλο χρήμα στην αγορά από όλες τις τράπεζες του κόσμου. Η υφήλιος γιόμισε κάλπικη μονέδα. Σύμφωνα με την τακτική αυτή, κάθε αποτίμηση ελληνικού στοιχείου έπρεπε να περνά μέσα από τους ηθμούς της χριστιανικής λογικής, της χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής. Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…
Το δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό, αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον Παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέψει την Κόλαση να γκρεμιστεί απάνω μου. Μια βασική θέση των Ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της υγείας, λέει πως, είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι δυστυχισμένος.
Αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα, και όχι με τις αφελείς επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης. Μία από τις δέκα θεμελιώδεις προτάσεις των Ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα των εφτά σοφών, λέει: «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί». Και στη νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας το ‘δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς: «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπο». Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι σαν να βάζεις φωτιά και να ζητάς να πυρπολήσεις τον χιονισμένο κάμπο…
Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι, όχι με την πλάνη και την υποκρισία, αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους. Για τους Έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη· αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης· να επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του· να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων να κατέχεις και να δείχνεις τη νόστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά· αυτό που οι Ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν Ουμανισμό. Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.
Για τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ‘χει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανέναν. Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δύο το ένα σε ‘κείνον που δεν έχει κανέναν, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία. Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποκτήσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα. Άλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι Έλληνες την είπανε δημοκρατία. Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρή, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία; Εγώ δεν ξέρω. Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.
Αυτή την πρωταρχική συμπεριφορά των Ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια πρόταση μαρμάρινη. Μοιάζει με τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι φυσικοί: «Ο αλτρουισμός», λέει, «είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό». Ο αλτρουισμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο. Αλλά είναι η πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωισμός τους. Σκέφτηκες ποτέ πόσο ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη; Πώς επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του; Η ελεημοσύνη σου τον φτύνει καταπρόσωπα … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »