Ιούνιος 2010 – Σελίδα 2 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Αρχειοθήκη του μηνός Ιούνιος, 2010

Κρήτες ιεράρχες και τουρκική υπηκοότητα· Εκκλησία και έθνος

  10/06/2010 | Σχολιασμός

Όπως ίσως είναι γνωστό, με πρωτοβουλία και προσπάθειες του οικουμενικού πατριάρχη Βαρθολομαίου, μετά από συμφωνία με την τουρκική κυβέρνηση, εξασφαλίστηκε το δικαίωμα απόκτησης της τουρκικής υπηκοότητας από τους Κρήτες ιεράρχες, έτσι ώστε να έχουν δικαίωμα διεκδίκησης του πατριαρχικού θρόνου (η Εκκλησία της Κρήτης υπάγεται απ’ ευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο).

Η -αναμενόμενη- καταφατική απάντηση των Κρητών παπάδων (κάποιοι εκ των Δωδεκανήσιων, που υπάγονται κι αυτοί στο Φανάρι κι επομένως αφορά κι αυτούς η «ευνοϊκή» συμφωνία, φαίνεται να «κώλωσαν»), δικαιολόγησε με τον καλύτερο τρόπο τον όρο «τουρκόπαπας» που έχει αποδοθεί στους «ποιμένες» (με πρώτους πρώτους, τους πατριάρχες και τους μητροπολίτες) που έδρασαν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εβρισκόμενοι σε απόλυτη σύμπνοια με τον εκάστοτε σουλτάνο, καταπιέζοντας από κοινού τους υπόδουλους ραγιάδες (οι προνομιούχοι παπάδες βεβαίως, δεν λογίζονται ως υπόδουλοι, γιατί πολύ απλά, ουσιαστικά δεν ήταν).

Τα συναισθήματα ποικίλα. Οι ευσεβείς χριστιανοί και πατριώτες, που γνωρίζουν δυο δράμια ιστορίας, αναρωτιούνται: «Μα είναι δυνατόν; Οι Τούρκοι μας ξεκλήρισαν και οι παπάδες μας οικειοθελώς να γίνονται “Τούρκοι”;». Απ’ την άλλη όμως, όσοι γνωρίζουν κάτι παραπάνω από δυο δράμια ιστορίας, ούτε απορούν, ούτε εξίστανται. Μπορούν να διαχωρίσουν τις έννοιες «Έθνος» και «Εκκλησία», που η τελευταία έχει καταβάλει «φιλότιμες» προσπάθειες να τις καταστήσει ταυτόσημες, ενίοτε παραχαράσσοντας την ίδια την ιστορία (την πραγματική ιστορία), που την έχει κατατάξει στις μαύρες σελίδες της.

Για τους απορούντες, ας ξεκαθαριστεί -για μια ακόμη φορά- πως Εκκλησία και -ελληνικό- έθνος, ουδεμία σχέση έχουν (ή μάλλον έχουν: Θύτη και θύματος…). Ουδέποτε οι Εκκλησία και οι παπάδες έβαλαν το έθνος, πάνω από την Ορθοδοξία και «του Χριστού την πίστη την αγία», καθώς και τα συμφέροντά της. Ως γνήσιοι χαμαιλέοντες, προσαρμόζονταν άνετα, στις συνθήκες που θεωρούσαν καλύτερες και ευδόκιμες. Και μιας κι αναφερόμαστε στους Κρήτες ιεράρχες, ας (ξανα)θυμηθούμε τον «πατριωτικό» τους ρόλο στον ξεσηκωμό των Κρητικών, κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όταν γύριζαν την Κρήτη και έκαναν ότι μπορούσαν για να κάμψουν το ηθικό των επαναστατών, με κεντρικό σύνθημα: «Χριστιανοί! Ρίψατε το όπλα!».

Αφού λοιπόν, οι Κρήτες ιεράρχες θέλουν να συνεχίσουν την τουρκόδουλη παράδοση των προκατόχων τους, με γεια τους με χαρά τους. Δεν έχασε η Βενετιά βελόνι.

Ποιος ξέρει… Τώρα που ο Βαρθολομαίος έλυσε αυτό το «καυτό» πρόβλημα, ίσως ασχοληθεί και λίγο με τα εναπομείναντα γεροντάκια της Ίμβρου (απ’ όπου κατάγεται) και της Τενέδου.

Και για να ευχηθούμε στους νέους «συμπολίτες» του, και στην «νέα» (ή «μητρική») τους γλώσσα: Άι σιχτίρ…

image_pdfimage_print

Ανέκδοτο – Διαγωνισμός σκύλων

  09/06/2010 | Σχολιασμός

ΣκύλοςΣ’ έναν διαγωνισμό για τον πιο έξυπνο σκύλο, συμμετέχουν ένας Γερμανός, ένας Άγγλος και ένας Έλληνας -εννοείται με τα σκυλιά τους.

Ο Γερμανός βγαίνει με ένα λύκοσκυλο. Βγάζει 10 ευρώ, του τα βάζει στο στόμα και του λέει:
– Άντε, αγόρι μου. Κάνε αυτό που ξέρεις…

Φσσστ, βολίδα ο σκύλος, εξαφανίζεται. Ύστερα από…δύο λεπτά γυρίζει με τσιγάρα, εφημερίδα, καραμέλες και τα ρέστα.

Ο Άγγλος βγαίνει με ένα υπέροχο μπουλντόγκ. Του δίνει 30 λίρες και του λέει κι αυτός:
– Άντε, αγόρι μου, κάνε αυτό που ξέρεις…

Ο σκύλος γυρίζει ύστερα από 10 λεπτά με τσιγάρα, εφημερίδα, δύο σακούλες σούπερ μάρκετ γεμάτες αλλαντικά, τα ρέστα και την απόδειξη.

Βγαίνει κι ο Έλληνας τελευταίος μ’ έναν «κοπρίτη». Του δίνει πενήντα ευρώ και του λέει κι αυτός με την σειρά του:
– Άντε, αγόρι μου, κάνε αυτό που ξέρεις…

Περνάει μισή ώρα, μία, δύο… Άφαντος ο σκύλος. Βγαίνουν κάποια στιγμή να τον ψάξουν και τι να δουν;
Μαζί με μια σκύλα ο μούργος, κάνει αμέριμνος τη «δουλειά» του. Οπότε λέει απογοητευμένος ο Έλληνας:
– Γι’ αυτό, ρε γαμώτο, δεν θέλω να του δίνω χρήματα. Όλα οι πουτάνες τού τα τρώνε…

image_pdfimage_print

Ο εμίρης και ο κακομοίρης

  09/06/2010 | Σχολιασμός

Στα χνάρια του «προοδευτικού» πατέρα του ο Τζέφρι…

Μουαμάρ Καντάφι και Γιώργος Παπανδρέου

Πηγή: panosz.wordpress.com

image_pdfimage_print

Παπαλάμπραινα (Στου παπα-Λάμπρου την αυλή) – Η ιστορία του τραγουδιού

  09/06/2010 | Σχολιασμός

Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Ο Φιτσάλος συνεννοήθηκε μαζί του, προκειμένου να έρθουν στο Ρωμύρι και να κλέψουν την περιουσία του παπα-Λάμπρου.

Δύο από τους κλέφτες πήγαν στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε ο παπάς, ο οποίος όμως έλειπε στην Πύλο, όπου είχε πάει για να φέρει το παιδί του, που πήγαινε σχολείο εκεί. Ο παπάς γύρισε αργά στο Ρωμύρι χωρίς το παιδί, που έμεινε στην Πύλο. Έτσι οι ξένοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του την νύχτα.

Το βράδυ, όταν η οικογένεια είχε κοιμηθεί, οι δύο κλέφτες ειδοποίησαν και τους υπόλοιπους, που είχαν κρυφτεί την ημέρα έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι του παπά, οπότε άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν. Χρήματα όμως δεν είχαν βρει, οπότε ξεκίνησαν να βασανίζουν τον παπά, προκειμένου να τους πει πού τα είχε κρύψει. Μια από τις κόρες του παπα-Λάμπρου, η Παναγιώτα, κατάφερε να κατέβει κρυφά στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια.

Το χωριό ξύπνησε και οι άντρες ανήσυχοι πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι κλέφτες και να το βάλουν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν και, μάλιστα, ο ένας θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που ζει μέχρι τις ημέρες μας, με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.

Αυτό είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα», ωστόσο η ιστορία έχει και συνέχεια. Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το δραματικό περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Εκεί έκανε τις σπουδές του και όταν τελείωσε, ζήτησε να γίνει αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ίσως στο μυαλό του υπήρχε η σκέψη της εκδίκησης του Φιτσάλου, ο οποίος είχε πλέον γεράσει, αλλά φοβόταν μήπως οι Παπαλάμπροι κάνουν κακό στο γιο του.

Ο Φιτσάλος, αφού τον παρακίνησε και ένας Μανιάτης, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια. Εκείνος όμως του είπε: «Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγνώμη;». Μετά όμως το παιδί του Φιτσάλου απέκτησε το δικό του παιδί και κάλεσε τον Νικολάκη να το βαφτίσει. Έτσι έσβησε αυτή η βεντέτα…

Οι αυθεντικοί στίχοι του τραγουδιού:

Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
είναι μια μάζεψη πολλή.

 

Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.

 

Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.

 

Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
και τα λεφτά ζητήσανε.

 

Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα,
μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε,
τους κλέφτες, τους εφώναξε.

 

Τρέξε Γιωργά, Παπαλάμπραινα,
Τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
οι κλέφτες μας εκάψανε.

Στις μέρες μας, οι τελευταίοι στίχοι έχουν αλλάξει («μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη, Παπαλάμπραινα καημένη…») και το λεβέντικο -και ίσως πιο δημοφιλές- αυτό τσάμικο έχει μετατραπεί σ’ ένα τραγούδι του γάμου. Ο λόγος που ο σκοπός του τραγουδιού είναι τσάμικος και όχι καλαματιανός, μιας και το περιστατικό συνέβη στην Πελοπόννησο, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην ηπειρώτικη καταγωγή των Ζερβέων και των άλλων «σογιών».

Πηγές
image_pdfimage_print

Παιδιά της Σαμαρίνας – Αλέκος Κιτσάκης

  08/06/2010 | Σχολιασμός

Αλέκος Κιτσάκης

 

image_pdfimage_print
 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής