Έλληνες και Facebook
09/05/2010 |
Σχολιασμός
Πάρε-ΔώσεΙστοχώρος ποικίλης ύλης |
![]() |
|
25/04/2010 |
Σχολιασμός
Ο Ιουλιανός (πλήρες όνομα Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός), ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) κατά τον 4ο αιώνα. Έμεινε στην ιστορία ως «Παραβάτης» και «Αποστάτης», χάριν της Εκκλησίας η οποία τον κατασυκοφάντησε (ο Ιουλιανός υπήρξε ο μόνος μη χριστιανός αυτοκράτορας του Βυζαντίου), όπως και όλους όσους στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά της.
Ο Ιουλιανός υπήρξε βαθύτατα μορφωμένος άνθρωπος. Επηρεασμένος από την ελληνική κλασική παιδεία, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα και δεν δίσταζε να να δηλώνει «Έλλην ειμί». Σε επιστολή του προς τον φιλόσοφο Θεμίσιο θα αναφέρει χαρακτηριστικά: «Φεύγοντας για την Ελλάδα, τότε που όλοι νόμιζαν πως με στέλναν εξορία, τάχα δε δόξασα την τύχη μου σαν να γιόρταζα τη μεγαλύτερη γιορτή, λέγοντας πως εκείνη η αλλαγή ήταν για μένα ό,τι καλύτερο και πως είχα ανταλλάξει, όπως λένε, “Χαλκό με χρυσάφι και εννιά βόδια με εκατό”; Τέτοια αγαλλίαση ένιωθα που μού ‘λαχε να πάω στην Ελλάδα αντί να μείνω σπίτι μου κι ας μην είχα εκεί ούτε χωράφι ούτε κήπο ούτε ένα σπιτάκι δικό μου». Σε κάποια άλλη του επιστολή («Εγκώμιον στην αυτοκράτειρα Ευσεβία»), δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για την Ελλάδα: «Μα τι μ’ έχει πιάσει; Και τι είδους ομιλία είχα σκοπό να ολοκληρώσω αν όχι τον έπαινο της αγαπημένης μου Ελλάδας, που δεν μπορώ να τη φέρω στο νου χωρίς να μένω έκθαμβος με κάθε τι δικό της;».
Τον Ιουλιανό τον ενοχλούσε το φαινόμενο του Χριστιανισμού που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την ελληνική του παιδεία και μόρφωση, καθώς και με τον Ελληνικό Πολιτισμό που λάτρευε. Προσπάθησε να βάλει φρένο στην ασυδοσία των κληρικών και τον πλουτισμό της Εκκλησίας, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε διώξεις εναντίον τους («Εγώ, μα τους θεούς, δε θέλω ούτε να σκοτώνονται οι χριστιανοί ούτε να δέρνονται άδικα ούτε άλλο κακό να παθαίνουν» [«Ιδιόχειρη επιστολή προς τον Ατάρβιο»]). Απεναντίας προσπάθησε να κρατήσει μια ισορροπία. Εκδίδει διατάγματα περί ανεξιθρησκείας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αναβιώσει την ελληνική (και ρωμαϊκή) θρησκεία. Επιστρέφει τις περιουσίες και ανακαλεί από την εξορία τους, διωχθέντες από τον -αρειανιστή- Κωνστάντιο, ορθόδοξους χριστιανούς. Καταργεί τις κρατικές χορηγήσεις στην χριστιανική εκκλησία. Εκδίδει πέντε διατάγματα για την ενίσχυση της εξουσίας των τοπικών βουλών. Απαγορεύει να τον προσαγορεύουν «Δεσπότη» και διακηρύσσει ότι θεωρεί τον εαυτό του μέλος της συγκλητικής τάξης. Στις επιστολές του απευθύνεται προς τις βουλές των πόλεων ως ίσος προς ίσον. Προωθεί μέτρα (φοροαπαλλαγές, παραγραφή χρεών κ.α.) για την ενίσχυση της αυτονομίας των πόλεων. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες μερίδες των χριστιανών και να αποτρέψει συγκρούσεις ανάμεσα σε εθνικούς και χριστιανούς («Σε όλους τους χριστιανούς έχω φερθεί με τέτοια πραότητα και φιλανθρωπία, που κανείς απ’ αυτούς δεν υφίσταται βία πουθενά ούτε τους σέρνουν με το ζόρι στα ιερά ούτε εξαναγκάζονται να κάνουν οτιδήποτε ενάντια στη θέληση τους» [«Προς του κατοίκους της Έδεσσας»]).
Επιχειρώντας να περιορίσει την χριστιανική προπαγάνδα και την εξάπλωση του Χριστιανισμού, εκδίδει διάταγμα αποκλεισμού των χριστιανών δασκάλων από την παιδεία· απαγορεύει τα κληροδοτήματα προς τις εκκλησίες· υποχρεώνει τους χριστιανούς να επανορθώσουν τις ζημιές που είχαν προξενήσει στα ιερά των εθνικών. Ο Ιουλιανός θα δικαιολογήσει το μέτρο που πήρε, να απαγορέψει στους χριστιανούς ρητοροδιδασκάλους και γραμματικούς να διδάσκουν ελληνική φιλολογία, συνοψίζοντας την όλη στάση του απέναντι τους στην φράση: «Πηγαίνετε στις εκκλησίες σας, να ερμηνεύσετε Ματθαίο και Λουκά»… Οι χριστιανοί θεώρησαν ότι το μέτρο εκείνο κατ’ επέκταση απαγόρευε και στα παιδιά τους να σπουδάζουν. Ως προς αυτό όμως ο Ιουλιανός, προς το τέλος της επιστολής («Επιστολή 42»), είναι σαφής …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
06/04/2010 |
Σχολιασμός
«Προσωπικά πιστεύω ότι είναι καλύτερα να έχουμε μερικά στρέμματα γης λιγότερα από εκείνα που μας ανήκουν, και να κοιμόμαστε τα βράδια ήσυχοι και ασφαλείς, παρά να έχουμε ότι μας ανήκει και να μην μπορούμε να κλείσουμε μάτι από τον κίνδυνο κάποιας ξαφνικής επίθεσης κακόβουλων γειτόνων εναντίον μας».
Γιώργος Παπανδρέου (Συνέντευξη τύπου – Τορόντο Καναδά, 1999)
«Είμαι 37 ετών στην καρδιά της ελληνικής πολιτικής. Δεν ξέρω αν ο Γουόλτερ σου είπε για το υπόβαθρό μου. Είμαι μισός Αμερικανός και μισός Έλληνας… Γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο, είμαι μετανάστης στην Ελλάδα… Ο παππούς μου και ο πατέρας μου είναι ίσως οι πιο διάσημοι και κακόφημοι πολιτικοί στην Ελλάδα από το 1900. Αυτή τη στιγμή ο πατέρας μου είναι επικεφαλής αυτής της καταραμένης χώρας σαν πρωθυπουργός, για ακόμη μια φορά. Ο αδελφός μου είναι βουλευτής με το πνεύμα της δεκαετίας του ‘60. Η μητέρα μου προήδρευε και προεδρεύει σε διάφορες γυναικείες οργανώσεις. Ο γαμπρός μου 100% είναι πολιτικός για τα πανηγύρια. Περιστασιακά και εγώ ο ίδιος στήνω μια παράσταση ως υιός του. Είμαι ένας μεταμφιεσμένος Έλληνας με αμερικανική καρδιά…».
Νίκος Παπανδρέου (Επιστολή προς την Αμερικανίδα φίλη του Χριστίνα Βαρντ – Περιοδικό «Νέμεσις», τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2004)
03/04/2010 |
Σχολιασμός
Η Ίμβρος και η Τένεδος, τα δύο νησιά που βρίσκονται στην είσοδο των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος), το 1922 αριθμούσαν περίπου 12.000 κατοίκους, όλοι τους Έλληνες. Με την Συνθήκη της Λοζάνης, τα νησιά πέρασαν στην κυριαρχία της Τουρκίας, με ένα ειδικό καθεστώς, που προέβλεπε τοπική αυτοδιοίκηση και ειδική μεταχείριση του πληθυσμού.
Και όντως… Οι Τούρκοι επιφύλαξαν για τους Έλληνες των δυο αυτών νησιών, μια πολύ «ειδική» μεταχείριση, έτσι ώστε σήμερα, να έχουν απομείνει εκεί περί τους 200 ηλικιωμένους Έλληνες, ενώ ο συνολικός πληθυσμός «τονώθηκε» με Τούρκους και Κούρδους έποικους.
Μια τακτική, που έρχεται σε πλήρη «αρμονία» κι «αμοιβαιότητα», με την ελληνική πολιτική του «μη στάξει και μη βρέξει» του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θράκης, που η Τουρκία έχει πάρει υπό την «προστασία της», παρ’ ότι δεν πρόκειται για εθνική μειονότητα, αλλά για θρησκευτική, κι ως εκ τούτου δεν της πέφτει κανένας λόγος.
Δείτε το βίντεο, στο οποίο παρουσιάζεται το χρονικό του αφελληνισμού των δύο αυτών νησιών κι αποφασίστε μετά, ποιος θα πρέπει να είναι υποψήφιος για το βραβείο ελληνοτουρκικής «φιλίας», «Αμπντί Ιπεκτσί»…
19/03/2010 |
Σχολιασμός
Οι περισσότεροι ίσως θα θυμούνται την σκηνή στην «Σωφερίνα», όπου ο «δικαστής» (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) προσπαθούσε να προφέρει σωστά το επώνυμο του «Γύλου» (Βασίλης Αυλωνίτης): Σπανοβαγγελοδημήτρης. Στον κινηματογράφο είχαν εμφανιστεί κι άλλα τέτοια ονόματα-σιδηρόδρομοι, όπως το «Χατζηπαπαγεωργακοπουλοκωνσταντινογιαννόπουλος» στην ταινία «Ένα ασύλληπτο κορόιδο».
Αυτά τα ονόματα όμως είναι φανταστικά(;), αν και υπάρχουν κάποια ελληνικά επώνυμα που τα πλησιάζουν ως προς τον…βαθμό δυσκολίας προφοράς. Τα σκήπτρα ωστόσο κατέχει το επώνυμο ενός μετανάστη της Αμερικής, στο Πόντιακ του Μίσιγκαν, ο οποίος έγινε γνωστός γιατί αρνήθηκε -σε αντίθεση με τα παιδιά του- να το «κόψει» και να το «συμμαζέψει», καθώς προκαλούσε γλωσσοδέτη σε όποιον -πόσο μάλλον μη ελληνόφωνο- προσπαθούσε να το προφέρει. Το όνομα αυτού: Γλαύκος Παπαθεοδωροκομουντουρονικολουκόπουλος. Το δεκαεξασύλλαβο επώνυμο με τα 37 γράμματα, είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο «The American Language», του Αμερικανού δημοσιογράφου Χένρι Μένκεν (Henry Louis Mencken). Το επώνυμο, παρ’ όλο που μπορεί να δίνει την εντύπωση του «φτιαχτού», είναι 100% πραγματικό, καθώς προέκυψε από την διαχρονική πρόσθεση επωνύμων, προηγούμενων γενεών.
Περιπτώσεις σαν του Παπαθεοδωροκομουντουρονικολουκόπουλου, που δεν θέλησαν να συντομεύσουν το μακρύ ονοματεπώνυμό τους, υπήρξαν κι άλλες. Μία τέτοια, αναφέρει ο συγγραφέας ο Άρις Αντάνης, στο βιβλίο του «Μεταξύ των Πράξεων». Ο συγγραφέας αφηγείται σ’ αυτό την γνωριμία του με έναν παππού…
Τραπεζικός υπάλληλος ο συγγραφέας, πελάτης ο παππούς, ήρθε μια μέρα στη τράπεζα να ανοίξει έναν λογαριασμό. Συμπληρώνει την αίτηση και «έντρομος» ο υπάλληλος βλέπει, ότι στο πεδίο του ονόματος ο παππούς είχε γράψει το όνομά του ολογράφως: Θρασύβουλος Αριστογείτονος Χατζηχαραλαμπόπουλος (μάλιστα, μέρος του ονόματος είχε γραφτεί πάνω στον πάγκο του γκισέ, καθώς δεν χωρούσε στο χαρτί!).
– Βρε παππού, είναι πολύ μεγάλο, να το κόψουμε λίγο από δω, λίγο από κει, να κάνουμε καμμιά σύντμηση.
– Όχι! Το όνομά μας, είναι η ψυχή μας!
Του διηγήθηκε ότι υπήρξε μετανάστης στο εξωτερικό, ότι όλοι εκεί τα κονταίνουν τα ονόματά τους, αλλά ότι αυτός το κράτησε υπερήφανος. Τέλος πάντων, το στριμώξανε κάπως -ολογράφως βέβαια-, κι φτιάξανε τον λογαριασμό, του έδωσε κι ένα φιλοδώρημα ο παππούς:
– Μα…
– Δεν έχει μα!
Η ιστορία επαναλαμβανόταν ταχτικά. Ερχόταν ο παππούς, οχτακοσίων χρονών, για τη σύνταξη κ.τ.λ., και πάντα όταν υπέγραφε, να’ σου πάλι το θέμα με το ονοματεπώνυμο-σιδηρόδρομος. Να σου και οι σχετικές στιχομυθίες. Ανένδοτος ο παππούς: «Ολογράφως». Και τα φιλοδωρήματα, φιλοδωρήματα…
Κάποια μέρα ο παππούς πέθανε, και ο συγγραφέας πήγε να δει το μνήμα του, όπου οι συγγενείς του, του είχαν φτιάξει μια πλάκα με το όνομά του τραγικά συντετμημένο. «Φρικάρει» ο συγγραφέας, πάει και παραγγέλλει άλλο μάρμαρο, δίνει οδηγίες, και βάζουν επιτέλους το όνομα ολογράφως. Το κόστος; Όσα ακριβώς είχε μαζέψει από τα φιλοδωρήματα, τόσον καιρό, ο υπάλληλος από τον παππού!
Πηγή: sarantakos.wordpress.com