Στις 9 Οκτωβρίου 1944 ο Τσόρτσιλ συναντιόταν με τον Στάλιν στην Μόσχα, όπου μοιράσανε τα Βαλκάνια σε ένα κομμάτι χαρτί. Η Ελλάδα έπεσε στο «μερτικό» της Αγγλίας. Περιγράφοντας ωμά την συνάντηση εκείνη ο Ουίνστον Τσόρτσιλ αποκαλύπτει τα ακόλουθα («Απομνημονεύματα», τόμος 6ος, βιβλίο 1, σελίδες 202‐203. Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας!): «Δήλωσα: Ας τακτοποιήσουμε τις υποθέσεις μας στα Βαλκάνια. Τα στρατεύματά σας βρίσκονται στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Έχουμε στις χώρες αυτές συμφέροντα, αποστολές, πράκτορες. Ας αποφύγουμε να συγκρουσθούμε επί θεμάτων που δεν αξίζουν τον κόπο. Ως προς ό,τι αφορά τη Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία, τι θα λέγατε για μια υπεροχή κατά 90% υπέρ ημών στην Ελλάδα και για μια ισοτιμία 50% στη Γιουγκοσλαβία;
Ενώ μετέφραζαν όσα είπα, έγραψα σε μισή κόλλα χαρτί: Ρουμανία:
Ρωσία 90%
Οι άλλοι 10%
Ελλάς:
Μεγάλη Βρετανία (με τη συμφωνία των Η.Π.Α.) 90%
Οι άλλοι 10%
Γιουγκοσλαβία: 50% Ουγγαρία: 50%
Βουλγαρία:
Ρωσία 75%
Οι άλλοι 25%
Έσπρωξα το χαρτί μπρος στον Στάλιν, που είχε ήδη ακούσει τη μετάφραση. Επεκράτησε μια μικρή σιγή και κατόπιν πήρε ένα μπλε μολύβι, έκαμε στο χαρτί ένα χονδρό σήμα συμφωνίας, και κατόπιν το επέστρεψε. Το όλο θέμα τακτοποιήθηκε σε λιγότερο χρόνο από ό,τι χρειάζεται κανείς για να γράψει τα παραπάνω. Επεκράτησε κατόπιν μια μακριά σιγή. Το χαρτί με το μπλε σήμα έμενε στο κέντρο του τραπεζιού.
Τελικώς είπα:
– Δεν θα βρουν λίγο κυνικό να φαινόμαστε ότι ρυθμίζουμε κατά τρόπο τόσο πρόχειρο αυτά τα προβλήματα, από τα οποία εξαρτάται η τύχη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων; Ας το κάψουμε αυτό το χαρτί.
– Όχι, κρατήστε το, είπε ο Στάλιν». Πηγή: «Τα 10 θανάσιμα αμαρτήματα του ΚΚΕ», Νικόλαος Μέρτζος
Με αυτόν τον απλό και μπακαλίστικο τρόπο, τα Βαλκάνια διανεμήθηκαν σε σφαίρες επιρροής, χωρίς φυσικά να ερωτηθεί κανείς απ’ τους «διαμοιραζόμενους». Κι όμως, κάποιοι χαχόλοι εξακολουθούν να μνημονεύουν τους περίφημους επαίνους αυτών των δύο (Τσόρτσιλ: «Η λέξη ηρωισμός φοβάμαι ότι δεν αποδίδει το ελάχιστο εκείνων των πράξεων αυτοθυσίας των Ελλήνων, πού ήταν καθοριστικός παράγων τής νικηφόρου εκβάσεως τού κοινού αγώνα των εθνών, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διά την ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπειαν. Αν έλειπε η ελληνική ανδρεία κανείς δεν ξέρει ποια θα μπορούσε να ήτανε η έκβαση του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου», «Στο εξής πρέπει να λέμε όχι ότι οι Έλληνες πολεμούν σας ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» και Στάλιν: «Όταν νικήσουμε, θα μπούμε στη Βουλγαρία ως τιμωροί, στη Γιουγκοσλαβία ως ελευθερωτές και στην Ελλάδα ως προσκυνητές», «Λυπάμαι διότι γηράσκω και δεν θα ζήσω επί μακρόν διά να ευγνωμονώ τον ελληνικόν λαόν, τού οποίου ή αντίστασις έκρινε τον 2ον Παγκόσμιον Πόλεμον»). Βεβαίως, αυτοί οι δύο, έχουν πει κι άλλα πράγματα στα οποία δίνουμε ελάχιστη σημασία (Τσόρτσιλ: «Αν οι Έλληνες αποκτήσουν μόρφωση και ενότητα, αλίμονό μας» και Στάλιν: «Οι Έλληνες δεν έχουν συνηθίσει να συζητούν, γι’ αυτό αλληλοσφάζονται»).
Δείτε το παρακείμενο βίντεο, στο οποίο συνομιλούν οι δημοσιογράφοι Γιώργος Καμπουράκης και Γιώργος Οικονομέας με την γνωστή βυζαντινολόγο Ελένη Γλύκαντζη Αρβελέρ. Δεν θα μπω στην διαδικασία να σχολιάσω τα όσα λέει η κυρία Αρβελέρ -αν και κάποια σημεία σηκώνουν συζήτηση- γιατί το βίντεο αποτελείται από συρραμμένα αποσπάσματα της συζήτησης και ίσως να υπάρχει κάτι ενδιάμεσα που διασπά την συνοχή και το νόημα των λεγομένων της. Οπότε, ίσως θα ήταν άδικο, να κριθεί χωρίς να υπάρχει η γνώση ολόκληρης της συζήτησης.
Το σημείο που μου προκάλεσε εντύπωση βρίσκεται προς το τέλος του βίντεο (7:30), όπου ο Καμπουράκης πετάει μια στρακαστρούκα που με αφήνει άναυδο. Τι λέει λοιπόν ο Καμπουράκης; Καμπουράκης:Εγώ αυτό που γνωρίζω, είναι ότι όταν έγινε η περίφημη συζήτηση ανάμεσα στον Φαλμεράιερ από τη μια, που έλεγε «δεν έχετε ίχνος ελληνικού αίματος», και απ’ την άλλη μεριά ο κατεξοχήν Έλληνας ιστορικός που του έκανε την αντιπαράθεση, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, του απάντησε με το απλό «ε και;». Αρβελέρ:Ε μπράβο… Καμπουράκης:Αυτό του είπε. Δεν του είπε «όχι, τι λες ρε, είμαι κατ’ ευθείαν (απόγονος) του Περικλή. Είμαστε έθνος για άλλους λόγους».
Θα πρέπει να πω ότι με προβλημάτισε κάπως, η συγκαταβατικότητα της Αρβελέρ, που στην ουσία επιβεβαίωνε τα όσα έλεγε ο Καμπουράκης. Με προβλημάτισε, γιατί εγώ τουλάχιστον δεν έχω υπόψιν μου τέτοια συζήτηση και πολύ περισσότερο τέτοια απάντηση από τον Παπαρρηγόπουλο. Και πως θα μπορούσε να δώσει μια τέτοια απάντηση, απ’ την στιγμή που κάθισε και έγραψε την «Ιστορία του ελληνικού έθνους», για να αντικρούσει τα όσα αντιεπιστημονικά και ανιστόρητα έγραφε ο Φαλμεράιερ; Και να θυμίσουμε εδώ, ότι οι θέσεις του Φαλμεράιερ, απορρίφθηκαν ως υποκειμενικές και αντιεπιστημονικές, πρωτίστως από την Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών και Κλασικών Μελετών και σχεδόν σύσσωμη την επιστημονική κοινότητα (εκτός από κάποιους καλοθελητές βεβαίως).
Από την άλλη, με «ερέθισε» η αυτοπεποίθηση και η σιγουριά του δημοσιογράφου. Ο Καμπουράκης, έχω την αίσθηση, ότι εννοεί την αντιπαράθεση -που στην πραγματικότητα, μάλλον αγνοεί· απλά θα πήρε κάτι τ’ αφτί του για αντιπαράθεση- του Παπαρρηγόπουλου, με τον άλλο ιστορικό της εποχής, τον Κωνσταντίνο Σάθα, ο οποίος επέκρινε την προσπάθεια του Παπαρρηγόπουλου να εμφανίσει λίγο έως πολύ (μάλλον πολύ), το Βυζάντιο σαν ελληνική αυτοκρατορία (στην ουσία, ο Παπαρρηγόπουλος είναι ο δημιουργός του «Ελληνοχριστιανισμού»). Απ’ αυτή την αντιπαράθεση που γινόταν μέσω εφημερίδων, έμεινε στην ιστορία η ακόλουθη συμπυκνωμένη «στιχομυθία» των απόψεών τους: Σάθας:«Το Βυζάντιο δεν ήταν ελληνικό». Παπαρρηγόπουλος:«Ως επιστήμων δεν λέγω όχι, ως Έλλην όμως…».
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψιν, αυτή την «στιχομυθία», είναι δυνατόν να εννοεί ο Παπαρρηγόπουλος αυτά που του αποδίδει ο Καμπουράκης; Ο Παπαρρηγόπουλος, μπορεί κάλλιστα να κατηγορηθεί για «βιασμό» της ιστορίας, στο σημείο που αφορά το Βυζάντιο, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να του προσάψει κάποιος τέτοιες αμυντικές απόψεις που θα μπορούσαν να ταυτίζονται -στο σημείο που υποστηρίζει ο δημοσιογράφος- μ’ αυτές τις επιθετικές του Φαλμεράιερ.
Παρακαλείται λοιπόν, όποιος έχει στοιχεία που επιβεβαιώνουν και επαληθεύουν τον δημοσιογράφο, να τα καταθέσει.
Στην περίπτωση που κάνω λάθος, εντίμως θα ζητήσω συγγνώμη για την δική μου άγνοια και θα διαγράψω πάραυτα το συγκεκριμένο θέμα. Διαφορετικά, καθίσταται επίκαιρη η ρήση του Βρετανού φιλόσοφου Μπέρτραντ Ράσελ: «Το μεγάλο πρόβλημα του κόσμου είναι ότι οι βλάκες είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση και οι έξυπνοι είναι γεμάτοι αμφιβολίες». Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτοανακηρύσσω τον εαυτό μου σε έξυπνο και τους άλλους σε βλάκες. Η εστίαση γίνεται στην αυτοπεποίθηση και τις αμφιβολίες. Άλλωστε, είναι προφανές, ότι η συγκεκριμένη εκπομπή είχε έναν συγκεκριμένο σκοπό, που σαφώς χρειάζεται εξυπνάδα, για να επιτευχθεί, πασπαλισμένη με έγκυρη(;) ιστορική ανάλυση…
Επειδή έχουμε φτάσει στο σημείο, όπου θα πρέπει να δίνονται απαντήσεις και για τα πλέον αυτονόητα, κι επειδή η προπαγάνδα όταν μένει αναπάντητη, ισχυροποιείται στον μέσο νου ως η απόλυτη αλήθεια, καλό θα είναι να δοθεί ένα τέλος σ’ αυτόν τον στείρο «αντιαρχαιοελληνισμό» (το άλλο άκρο της προγονολατρείας) που έρπει, καιρό τώρα στα διάφορα μονοπάτια του διαδικτύου και όχι μόνο.
Πολλοί είναι λοιπόν αυτοί -κι ανάμεσά τους και αρκετοί «μορφωμένοι»- που υποστηρίζουν πως δεν υπήρχε το έθνος ως έννοια στους αρχαίους Έλληνες. Ένα ακλόνητο «επιχείρημα» είναι πως ο χώρος της Ελλάδος ήταν χωρισμένος σε πόλεις-κράτη που ενίοτε πολεμούσαν το ένα το άλλο.
Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, τους διαψεύδει η ίδια η ιστορία…
Παρ’ ότι η έννοια «εθνικό κράτος» και όχι απλά «έθνος» άρχισε να σχηματοποιείται, έτσι όπως την γνωρίζουμε σήμερα, κυρίως από τον 18ο αιώνα, εντούτοις ο όρος «έθνος» (αλλά και «γένος»), δεν ήταν άγνωστος στον αρχαίο κόσμο. Ο Ηρόδοτος συχνά χρησιμοποιεί τον όρο «έθνεο» για να περιγράψει τις διάφορες φυλές, ελληνικές και μη που είχαν κοινή καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κ.τ.λ. (π.χ. «…Ἄβαντες μὲν ἐξ Εὐβοίες εἰσὶ οὐκ ἐλαχίστη μοῖρα, τοῖσι Ἰωνίης μέτα οὐδὲ τοῦ οὐνόματος οὐδέν, Μινύαι δὲ Ὀρχομένιοί σφι ἀναμεμίχαται καὶ Καδμεῖοι καὶ Δρύοπες καὶ Φωκέες ἀποδάσμιοι καὶ Μολοσσοὶ καὶ Ἀρκάδες Πελασγοὶ καὶ Δωριέες Ἐπιδαύριοι, ἄλλα τε ἔθνεα πολλὰ ἀναμεμίχαται…» [βιβλίο «Κλειώ»], «ἔθνεα Βοιωτῶν καὶ Χαλκιδέων» [βιβλίο «Τερψιχόρη»], «Μακεδόνων ἔθνεα» [βιβλίο «Ερατώ»] κ.ά.)
Η έννοια της πανελλήνιας εθνικής συνείδησης, έστω και σε πρώιμο στάδιο· και η γνώση ότι υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία που ενώνουν τις διάφορες ελληνικές φυλές και πόλεις-κράτη, κάτω από τον όρο «Έλληνες» δεν απουσιάζει («οἱ δὲ Ἕλληνες κατὰ τάξις τε καὶ κατὰ ἔθνεα κεκοσμημένοι ἦσαν» [«Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Πολύμνια»]), όπως δεν απουσιάζει και η κατανόηση της ελληνικότητας («τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα» [«Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Ουρανία»]). Τα ιστορικά τεκμήρια είναι αρκετά. Ενδεικτικά:
1. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, συμμετείχαν μόνο όσοι ήταν Έλληνες και την ευθύνη της εξακρίβωσης της καταγωγής των αθλητών, επιφορτίζονταν οι γνωστοί Ελλανοδίκες, ή Ελληνοδίκες (Έλλην+δίκη). Ο Ηρόδοτος αναφέρει μάλιστα, ότι απ’ αυτόν τον έλεγχο πέρασε και ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αλέξανδρος ο Α’ κι αφού απέδειξε την ελληνικότητά του, τού επετράπη να συμμετάσχει στου αγώνες («πρὸς δὲ καὶ οἱ τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ διέποντες ἀγῶνα Ἑλληνοδίκαι οὕτω ἔγνωσαν εἶναι. Ἀλεξάνδρου γὰρ ἀεθλεύειν ἑλομένου καὶ καταβάντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο, οἱ ἀντιθευσόμενοι Ἑλλήνων ἐξεῖργόν μιν, φάμενοι οὐ βαρβάρων ἀγωνιστέων εἶναι τὸν ἀγῶνα ἀλλὰ Ἑλλήνων· Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην καὶ ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ» [«Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Τερψιχόρη»]).
2. Σε κείμενο που έγραψε ο Ισοκράτης με αφορμή τους εκατοστούς Ολυμπιακούς Αγώνες και το οποίο απέστειλε για ανάγνωση στην Ολυμπία, διαβάζουμε: «Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ’ ἐρήμην καταλαβόντες οὐδ’ ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ’ οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν, ὥστ’ ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν, αὐτόχθονες ὄντες…». Δηλαδή: «Κατοικούμε σ’ αυτήν την χώρα, χωρίς να έχουμε εκδιώξει άλλους από εδώ, ούτε την καταλάβαμε βρίσκοντάς την έρημη, ούτε είμαστε μιγάδες ανακατεμένοι από διάφορα έθνη ανθρώπων, αλλά υπάρχουμε καλώς και γνησίως, διότι κατέχουμε την χώρα στην οποία γεννηθήκαμε και ζούμε καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας μας, αφού είμαστε αυτόχθονες…» (Πανηγυρικός, εδάφιο 24).
3. Στον «Πανηγυρικό» που εκφώνησε προς τους Αθηναίους ο Ισοκράτης, αναφέρεται σαφέστατα στο γένος των Ελλήνων: «Τοσοῦτον δ’ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ’ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας». Δηλαδή: «Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τούς άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη τού λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι τών άλλων και κατόρθωσε ώστε το όνομα τών Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον τής καταγωγής αλλά τής πνευματικής ανυψώσεως, και να ονομάζονται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή».
4. Στην μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.), ο Σιμωνίδης ο Κείος αφιέρωσε το εξής επίγραμμα: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν» (Μετάφραση: «Αμυνόμενοι υπέρ των Ελλήνων οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα, κατέστρεψαν τη δύναμη των χρυσοφορεμένων Περσών»). Να θυμίσουμε, ότι στην νικηφόρα μάχη του Μαραθώνα, απέναντι από τους 55.000 Πέρσες, μαζί με τους 10.000 Αθηναίους, συντάχθηκαν και 1.000 Πλαταιείς, ενώ υπήρχε και στρατιωτική βοήθεια 1.000 οπλιτών από την Σπάρτη, που όμως έφτασε καθυστερημένα στο πεδίο της μάχης. Στην ναυμαχία της Σαλαμίνας που ακολούθησε το ίδιο έτος, ο Αισχύλος (ο οποίος συμμετείχε ενεργά στην μάχη του Μαραθώνα και στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας) μάς αφηγείται μέσα από την τραγωδία του «Πέρσες», τον παιάνα των Ελλήνων: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων: νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών». (Μετάφραση: «Εμπρός, τέκνα των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα ιερά των πατρογονικών θεών σας, τους τάφους των προγόνων σας· τώρα ο αγώνας είναι για τα πάντα»).
5. Έλληνες δεν λογίζονταν μόνο όσοι κατοικούσαν στον κυρίως ελλαδικό χώρο, αλλά και έξω απ’ αυτόν. Το 481 π.Χ., έναν χρόνο πριν την επική μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.), συγκλήθηκε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο, για να αποφασιστεί η στάση που θα έπρεπε να κρατήσουν οι Έλληνες απέναντι στους Πέρσες. Προσκλήθηκαν επίσης οι Έλληνες της Μασσαλίας και της Κριμαίας, που δεν μπόρεσαν να προσέλθουν λόγω απόστασης, ενώ το παρόν έδωσαν οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας, οι Κρήτες, οι Κερκυραίοι κ.ά. Σ’ αυτό το συνέδριο δεν προσκλήθηκαν μόνο οι Έλληνες που είχαν υποταχθεί στους Πέρσες, δηλαδή οι Έλληνες της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Ιωνίας, της Μακεδονίας κ.ά. Έχουν ιδιαίτερη σημασία δε, οι δύο εκ των αποφάσεων που τελικά ελήφθησαν και που όριζαν πως:
α) Οι Έλληνες να πολεμήσουν μέχρι θανάτου τους Πέρσες.
β) Να τιμωρηθούν όσοι Έλληνες πολεμήσουν με το μέρος των Περσών.
6. Τις παραμονές της ιστορικής μάχης των Πλαταιών (479 π.Χ.), όπου σύμφωνα και με το επίγραμμα του περιηγητή Παυσανία «Σε αυτόν το πόλεμο πολέμησαν: Λακεδαιμόνιοι, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Τεγεάτες, Σικυώνιοι, Αιγινήτες, Μεγαρείς, Επιδαύριοι, Ορχομένιοι, Φλειάσιοι, Τροιζήνιοι, Ερμιονείς, Τιρύνθιοι, Πλαταιείς, Θεσπιείς, Μυκηναίοι, Κείοι, Μήλιοι, Τήνιοι, Νάξιοι, Ερετριείς, Χαλκιδείς, Στυρείς, Ηλείοι, Ποτειδαιάτες, Λευκάδιοι, Ανακτορείς, Κύθνιοι, Σίφνιοι, Αμβρακιώτες και Λεπρεάτες», ο βασιλιάς των Μακεδόνων, Αλέξανδρος ο Α’, που είχε υποταχθεί στους Πέρσες, πάει κρυφά στο στρατόπεδο των Ελλήνων και τους μεταφέρει το στρατιωτικό σχέδιο του Μαρδόνιου και αιτιολόγησε την πράξη του, ότι ως Έλληνας δεν θα ήθελε να δει την Ελλάδα σκλαβωμένη: «αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ᾽ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα» («Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Καλλιόπη»).
7. Όπως εξιστορεί ο Αρριανός, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος νίκησε τους Πέρσες στην μάχη του Γρανικού ποταμού (334 π.Χ), αιχμαλώτισε όσους Έλληνες είχαν πολεμήσει ως μισθοφόροι στο πλευρό των Περσών και είχαν παραβιάσει την κοινή απόφαση, να μην πολεμήσουν Έλληνες εναντίον Ελλήνων, και τους έστειλε στη Μακεδονία για να εργαστούν σε καταναγκαστικά έργα. Παράλληλα έστειλε 300 περσικές πανοπλίες στην Αθήνα, ως ανάθημα στη θεά Αθηνά, με τη εντολή να συνοδεύεται από το επίγραμμα «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων»: «ἔθαψε δὲ καὶ τοὺς μισθοφόρους Ἕλληνας, οἳ ξὺν τοῖς πολεμίοις στρατεύοντες ἀπέθανον. ὅσους δὲ αὐτῶν αἰχμαλώτους ἔλαβε, τούτους δὲ δήσας ἐν πέδαις εἰς Μακεδονίαν ἀπέπεμψεν ἐργάζεσθαι, ὅτι παρὰ τὰ κοινῇ δόξαντα τοῖς Ἕλλησιν Ἕλληνες ὄντες ἐναντία τῇ Ἑλλάδι ὑπὲρ τῶν βαρβάρων ἐμάχοντο. ἀποπέμπει δὲ καὶ εἰς Ἀθήνας τριακοσίας πανοπλίας Περσικὰς ἀνάθημα εἶναι τῇ Ἀθηνᾷ ἐν πόλει. καὶ ἐπίγραμμα ἐπιγραφῆναι ἐκέλευσε τόδε. Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων» («Αλεξάνδρου Ανάβασις», Βιβλίο Α).
8. Αιώνες αργότερα, τον 15ο αιώνα, όταν η λαίλαπα του θεοκρατικού Βυζαντίου είχε αποδώσει στον όρο «Έλληνας» μια εντελώς αρνητική σημασία, ο Έλληνας φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, «υπενθυμίζει» στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Εμμανουήλ Παλαιολόγο, πως «Ἑλληνες ἐσμέν ὧν ἡγεῖσθε καί βασιλεύετε, δέσποτα, ὡς ἡ φωνή ἡμῶν καί ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ» (Μετάφραση: «Έλληνες είμαστε, αυτοί των οποίων είστε βασιλιάς, όπως η γλώσσα μας και η παιδεία μας μαρτυρούν»).