Μια ξανθιά παίρνει τηλέφωνο στο Ράδιο Κορασίδη και ο πωλητής απαντάει:
– Παρακαλώ;
– Ναι, Ράδιο Κορασίδη εκεί;
– Ναι κυρία μου τι θέλετε;
– Μπορώ να κάνω μία αφιέρωση;
– Ποια είναι η αγαπημένη φράση μιας ξανθιάς;
– Ο επόμενος…
– Πού βρίσκεις τη μόνη μαύρη τρίχα σε μια ξανθιά;
– Ανάμεσα στα δόντια της!
– Τι λέει μια ξανθιά μετά από μια κουραστική νύχτα;
– Μπούτι δεν έκλεισα όλη νύχτα.
Μια ξανθιά τρέχει στη παραλιακή με το κάμπριο αυτοκίνητό της στις 4 τα ξημερώματα.
Ένας τροχονόμος τη σταματάει, κοιτάζει μην έρχεται κανείς και αμέσως ξεκουμπώνει το φερμουάρ του παντελονιού του μπροστά της.
Και η ξανθιά απαντά:
– Ωχ πάλι αλκοτέστ!
Η ξανθιά σύζυγος ενός στρατηγού αποφάσισε να εξομολογηθεί.
– Πόσες φορές απάτησες τον άντρα σου; τη ρωτάει ο εξομολόγος.
– Μόνο μια φορά, πάτερ μου.
– Ε μια φορά μπορεί να τύχει στον καθένα… Και με ποιον τον απάτησες;
– Με τον τρίτο λόχο του στρατοπέδου, πάτερ μου.
Ήταν μια φορά μια ξανθιά και καθώς προχωρούσε βλέπει ένα μηχάνημα που έβγαζε coca-cola, sprite κτλ.
Βγάζει ένα κέρμα το ρίχνει, πέφτει μια κόκα κόλα. Μετά βγάζει άλλο ένα κέρμα, το ρίχνει και ξανά κόκα-κόλα. Το έκανε συνέχεια μέχρι που είχε μαζευτεί κόσμος από πίσω για να πάρουν ένα αναψυκτικό. Οπότε ακούγεται μια φωνή:
– Άντε μωρή ηλίθια, τελείωνε πια!
Και η ξανθιά όλο χαρά απαντάει:
– Άσε με τώρα που έχω ρέντα!
Μια σύζυγος ξανθιά γυρνάει το βράδυ σπίτι. Ο σύζυγος ξαπλωμένος βλέπει ποδόσφαιρο.
– Γιώργο που είναι το παιδί; ρωτάει η ξανθιά.
– Στα αγγλικά, απαντάει ο σύζυγος.
– Ok, George where is the child? … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Αποφασίζει ο Οσάμα Μπιν Λάντεν να πάει στο τηλεπαιχνίδι «Ποιος Θέλει να γίνει εκατομμυριούχος».
Με τα πολλά έχει φτάσει στην τελευταία ερώτηση και του έχουν μείνει 2 βοήθειες. Το 50-50 και το τηλέφωνο.
Του λέει λοιπόν ο Παπαδόπουλος την τελευταία ερώτηση:
– Λοιπόν Οσάμα, βρίσκεσαι ένα βήμα πριν τα 50 εκατομμύρια. Η ερώτηση είναι:
Ποιο είναι το πιο ψηλό κτίριο στη Νέα Υόρκη;
Α) Το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ;
Β) Ο πύργος του Άιφελ;
Γ) Οι Δίδυμοι Πύργοι του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου;
Δ) Το άγαλμα της ελευθερίας;
Σκέφτεται λίγο ο Οσάμα και λέει:
– Θα πάρω τη βοήθεια του 50-50.
Την παίρνει λοιπόν και του μένουν 2 επιλογές: Το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ και οι Δίδυμοι Πύργοι.
Το βλέπει ο Οσάμα και τι να κάνει, τι να κάνει, λέει στον Παπαδόπουλο να πάρει και το τηλέφωνο.
– Ποιον θα πάρουμε; τον ρωτάει ο Παπαδόπουλος.
– Τον φίλο μου τον Μοχάμεντ Άτα, απαντά ο Λάντεν.
– Πολύ ωραία λοιπόν, στο τηλέφωνο παρακαλώ τον κύριο Μοχάμεντ Άτα.
Ντρρρρρρρν ντρρρρννννννν!!!
– Ναι;
– Παρακαλώ.
– Ο κύριος Μοχάμεντ Άτα;
– Ο ίδιος.
– Έχουμε εδώ στο παιχνίδι μας τον φίλο σας τον Μπιν Λάντεν. Έχει φτάσει στην τελευταία ερώτηση και θα θέλαμε τη βοήθειά σας.
– Αν μπορέσω πολύ ευχαρίστως.
– Πάρτε τον φίλο σας λοιπόν.
– Έλα Μοχάμεντ, σαλάμ αλέκουμ. Που είσαι;
– Στο αεροπλάνο για Νέα Υόρκη.
– Να σε ρωτήσω, ξέρεις ποιο είναι το πιο ψηλό κτίριο στη Νέα Υόρκη; Το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ ή οι Δίδυμοι Πύργοι;
– Εσύ ποιο θέλεις να είναι;
– Έλα κόψε τις μαλακίες και πες μου. Είμαι στην τελευταία ερώτηση για τα 50 εκατομμύρια κι αν δεν απαντήσω σωστά, τα χάνω όλα.
– Καλά… Πες τους ότι σε κάνα τέταρτο θα είναι το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ…
Αφού έφερε εις πέρας τη Ρωσική Επανάσταση, κατάργησε τις ταξικές διακρίσεις και αφιέρωσε όλη τη ζωή του στον κομμουνισμό, ο Λένιν τελικά πεθαίνει.
Επειδή είναι άθεος και είχε καταδιώξει τους θρησκευόμενους, καταδικάζεται να πάει στην Κόλαση.
Φθάνοντας εκεί διαπιστώνει ότι η κατάσταση είναι χειρότερη κι από τη Γη: οι καταδικασμένοι υποβάλλονται σε απίστευτα βασανιστήρια, τα τρόφιμα δεν επαρκούν για όλους, οι δαίμονες δεν είναι οργανωμένοι, ο Σατανάς συμπεριφέρεται ως απολυταρχικός μονάρχης, χωρίς να δείχνει τον παραμικρό σεβασμό για τους αλλήλους του ή για τις ψυχές που υποφέρουν το αιώνιο μαρτύριο.
Αγανακτισμένος ο Λένιν παίρνει την κατάσταση στα χέρια του: διοργανώνει πορείες και συλλαλητήρια, δημιουργεί συνδικάτα με δυσαρεστημένους δαίμονες, υποκινεί εξεγέρσεις.
Σύντομα η Κόλαση είναι άνω-κάτω: κανείς δεν σέβεται πια το κύρος του Σατανά, οι δαίμονες απαιτούν αύξηση μισθού, οι αίθουσες βασανιστηρίων αδειάζουν, οι αρμόδιοι να συντηρούν τα καμίνια απεργούν.
Ο Σατανάς δεν ξέρει πια τι να κάνει: πώς να κυβερνήσει άλλο το βασίλειό του αν ο επαναστάτης αυτός ανατρέπει όλους τους νόμους;
Επιδιώκει μια συνάντηση μαζί του, ο Λένιν όμως, με το πρόσχημα ότι δεν συνομιλεί με καταπιεστές, του διαμηνύει με μια λαϊκή επιτροπή ότι δεν αναγνωρίζει την εξουσία του Ανώτατου Άρχοντα.
Απελπισμένος ο Σατανάς πηγαίνει στον Παράδεισο για να μιλήσει με τον Θεό. Σατανάς: Ρε Θεέ έχω εδώ έναν αναρχικό που μου τα’χει κάνει όλα μπάχαλο, να σου τον στείλω μετάθεση πάνω στον παράδεισο που είναι όλα ήρεμα μπας και βρούμε ησυχία να κάνουμε τη δουλειά μας; Θεός: Άντε στειλ’ τον εδώ, αλλά μου χρωστάς χάρη.
Μετά από ένα μήνα διαμονής του Λένιν στον Παράδεισο, ο Σατανάς δεν έχει κανένα νέο του Θεού οπότε λέει να τον πάρει τηλέφωνο. Σατανάς: Έλα ρε φίλε, τι έγινε με εκείνον που σου είχα στείλει, όλα καλά και ήρεμα; Θεός: Πρώτον δεν είμαστε φίλοι αλλά σύντροφοι και δεύτερον δεν…υπάρχει Θεός!
Συζητούν τρεις παπάδες, ένας από το Άγιο Όρος, ένας από Αθήνα και ένας Κεφαλλονίτης για το πως κατανέμουν τα έσοδα των εκκλησιών τους.
Λέει ο παπάς από το Άγιο Όρος: – Εγώ πετάω στον αέρα όλα τα νομίσματα και όσα έρθουν κορώνα είναι του Θεού και τα δίνω για τις ανάγκες της εκκλησίας και όσα έρθουν γράμματα είναι δικά μου.
Λέει με τη σειρά του ο Αθηναίος παπάς: – Και εγώ πετάω τα νομίσματα στον αέρα και όσα σταθούν όρθια είναι του Θεού και της εκκλησίας, ενώ όσα πέσουν στο πλάι (κορώνα ή γράμματα) είναι σαφώς δικά μου.
Και στο τέλος ο Κεφαλλονίτης ο παπάς: – Εγώ κύριοι συνάδελφοι κάνω το ίδιο που κάνετε και εσείς με πιο απλές διαδικασίες για να μη χάνουμε και χρόνο. Πετάω στον αέρα όλα τα νομίσματα. Όσα θέλει, τα κρατάει ο Θεός και όσα πέσουν κάτω είναι δικά μου!
Μια χωρική κάποτε καθώς πλησίαζε το Πάσχα, καλή ώρα όπως και φέτος, πήγε να εξομολογηθεί στον παπά του χωριού: – Παπά μου, έκανα πολλές αμαρτίες.
– Λέγε τέκνο μου!
– Παπά μου, απάτησα τον άντρα μου.
– Ναι, τίποτε άλλο;
– Να, ξέρεις, πήγα με πολλούς άντρες.
– Μάλιστα, έχει κι άλλο;
– Έχει πάτερ. Το χειρότερο είναι που πήγα και με τον παπά του διπλανού χωριού.
– Α! αυτό είναι μεγάλο κρίμα, ασυγχώρητο!
– Τί να κάνω παπά μου να συγχωρηθώ;
– Ανέβα στο καμπαναριό και πήδα κάτω.
– Μα παπά μου, θα γκρεμοτσακιστώ!
– Κομμάτια να γίνεις αμαρτωλή! Δεν είχε παπά το χωριό;
Μια γυναίκα αγαπούσε τρελά έναν καλόγερο και από ντροπή δεν τολμούσε να του το πει. Μια μέρα, λοιπόν, έκανε πως ήταν άρρωστη και πως πονάει πολύ η πλάτη της και έτσι παρακάλεσε τον καλόγερο, μια και ήταν μόνη, να την τρίψει, για να της φύγει ο πόνος. Ο καλόγερος απονήρευτος, την έτριβε αρκετή ώρα στην πλάτη. Τότε εκείνη έχασε την υπομονή της και του το είπε: «Αλλού με τρίβεις, δέσποτα, κι αλλού ‘χω γω τον πόνο».
Ο παπάς με τον καντηλανάφτη, περνούσαν ένα ποτάμι. Σε μια στιγμή, ο παπάς, μπήκε σε μια λακκούβα βαθιά, και επειδή δεν ήξερε κολύμπι, πνίγηκε. Γύρισε στο χωριό ο καντηλανάφτης, και έφερε το κακό μαντάτο. Κάθισε η παπαδιά, και έκλαιγε τον παπά. Σε μια στιγμή, λέει στον καντηλανάφτη: – Πώς έγινε και πνίγηκε ; Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα, για να τον γλυτώσεις ; – Τι να έκανα παπαδιά; απάντησε ο καντηλανάφτης. Όταν είδα και βούλιαζε, του άπλωσα το χέρι μου και του φώναξα: «Πάτερ, δώσε μου το χέρι σου». Εκείνος όμως, δεν μου το έδωσε, με αποτέλεσμα να τον πάρει το ποτάμι και να πνιγεί.
– Αχ, ευλογημένε. Τόσα χρόνια είσαστε μαζί, δεν τον έμαθες πια ; Δεν έπρεπε να του πεις «Δώσε μου το χέρι σου» αλλά «Πάρε το χέρι μου». Παπάς άνθρωπος ήταν. Μια ζωή, είχε μάθει να παίρνει. Τώρα θα έδινε;
Ο παπάς που άκουσε κάποιον να λέει ότι θα «πήγαινε» με την όμορφη χήρα του μακαρίτη του Γιάννη, που την εξομολογούσε και ήξερε ότι ήταν πιστή, θύμωσε και έβαλε στοίχημα τον γάιδαρό του, ότι δεν θα την «βγάλει». Κανόνισαν λοιπόν την άλλη μέρα στις 8 στο δέντρο δίπλα στο μικρό δασάκι. Ο παπάς ανέβηκε εγκαίρως και περίμενε.
Ο μάγκας πήγε στο νεκροταφείο και περίμενε τη χήρα που ήξερε πως πήγαινε κάθε μέρα να κλάψει τον μακαρίτη.
Μόλις είδε και ερχότανε, έπεσε σε ένα διπλανό μνήμα και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Χτύπαγε το κεφάλι του στον σταυρό και μοιρολογούσε δυνατά: -Γιατί σου το έκανα αυτό γυναικούλα μου…
Η χήρα τον πλησίασε να τον παρηγορήσει: – Τι έχεις καλέ μου άνθρωπε; Γιατί κλαις τόσο απαρηγόρητα;
Αυτός της είπε πως είναι φαρμακόπουτσας και ενώ έκανε έρωτα με τη γυναίκα του τη φαρμάκωσε.
Η χήρα που ήθελε να πάει κοντά στον άνδρα της αλλά δεν ήξερε πώς, τον παρακάλεσε να την φαρμακώσει αυτός. Με τα χίλια παρακάλια, την πήρε και πήγαν κάτω από το δέντρο που είχαν κανονίσει με τον παπά. Εκεί που η χήρα…φαρμακωνότανε κοιτάζοντας προς τον ουρανό, είδε τον παπά ανάμεσα στο φύλλωμα του δέντρου. – Παπά μου, αναφώνησε νιώθοντας το «δηλητήριο», συγχώρεσέ με τώρα που πεθαίνω.
– Α! Μωρή παλιοπουτάνα. Εσύ πεθαίνεις και εγώ χάνω το γαϊδουράκι μου.
Κάποιος παπάς τα παλιά χρόνια πήγε σε μια ζωοπανήγυρη ν’ αγοράσει ένα βόδι και τελικά το αγόρασε. Οι χωριανοί όμως -μεγάλα πειραχτήρια- ήθελαν σώνει και καλά να τον πείσουν πως αγόρασε άλογο. Χώρισαν την απόσταση από το μέρος του πανηγυριού μέχρι το χωριό σε στάσεις, και στην κάθε στάση κάθισαν από δυο χωριανοί.
Μόλις πλησίαζε ο παπάς τον χαιρετούσαν και του παίνευαν το…άλογο. – Δεν είναι άλογο -έλεγε εκείνος- είναι βόδι. – Στραβός είσαι παππούλη μου; του έλεγαν. Φως φανάρι, αγόρασες το καλύτερο άλογο της περιοχής. – Μωρέ παιδιά, δεν είναι άλογο, βόδι είναι.
– Δεν έχεις δίκιο, του ξανάλεγαν. Πιο όμορφο και γεροδεμένο άλογο δεν ξανάδαν τα μάτια μας στον κόσμο.
Είδε κι απόειδε ο παπάς, στο τέλος το πίστεψε. Μπαίνει λοιπόν καβάλα στο…άλογο έτσι για να το δοκιμάσει αν είναι ήμερο, δίνει μια κλοτσιά στον αέρα το βόδι και τον πετάει χάμω.
Κι ο παπάς σακατεμένος απ’ το πέσιμο: – Μωρέ σ’ είδα εγώ βοϊδάκι μ’, αλλά μ’ άφηναν ήσυχο οι διαβόλοι;
Ο καινούργιος παπάς της ενορίας ήταν τόσο νευρικός στην πρώτη του λειτουργία, που δεν μπορούσε να μιλήσει. Πριν από την επόμενη λειτουργία ρωτάει τον αρχιεπίσκοπο, τι θα μπορούσε να κάνει για να χαλαρώσει. Ο αρχιεπίσκοπος τον συμβουλεύει ως εξής: – Την επόμενη φορά ρίξε μερικές σταγόνες βότκα στο νερό που θα πιεις και θα δεις πώς θα χαλαρώσεις.
Την Κυριακή ο παπάς ακολουθεί τη συμβουλή και πραγματικά νιώθει ότι θα μπορούσε να κάνει κήρυγμα χωρίς άγχος ακόμα και αν λυσσομανούσε καταιγίδα. Μετά τη λειτουργία επιστρέφει στο σπίτι του, όπου μετά από λίγο εμφανίζεται ο διάκος του αρχιεπισκόπου και του παραδίδει ένα σημείωμα που έγραφε τα εξής: «Αγαπητέ πάτερ, την επόμενη φορά να ρίξετε μερικές σταγόνες βότκα στο νερό κι όχι μερικές σταγόνες νερό στη βότκα. Σας παραθέτω μερικές παρατηρήσεις, για να μην επαναληφθούν τα σημερινά.
Δεν χρειάζεται να τοποθετείτε φέτα λεμονιού στο χείλος του δισκοπότηρου.
Το κουβούκλιο στην πλευρά της εκκλησίας είναι το εξομολογητήριο, όχι το μπάνιο.
Ο Αρχάγγελος είπε στην Παρθένο: “Χαίρε κεχαριτωμένη”, όχι “Γεια σου πιπίνι”.
Καλό θα είναι να μην ακουμπάτε στο άγαλμα της Παναγίας πόσο μάλλον να το αγκαλιάζετε και να το φιλάτε με τέτοιο πάθος.
Οι εντολές είναι 10 και όχι 12.
Οι απόστολοι ήταν 12 και όχι 7. Κανείς τους δεν ήταν νάνος.
Δεν αναφερόμαστε στον Ιησού Χριστό και τους αποστόλους ως “Ι.Χ. και Σία”.
Ο Ιούδας ήταν προδότης, όχι “σκατορουφιάνος του κερατά” που είπες εσύ στους χριστιανούς.
Ο Χριστός μας είπε στον Πέτρο ότι “πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, θα με αρνηθείς”, δεν του είπε: “Μέχρι να λαλήσουν τα κοκόρια θα μ’ έχεις γράψει στ’ αρχίδια σου”.
Δεν επιτρέπεται να αποκαλούμε την κεφαλή της εκκλησίας μας “Νονό”.
Το καθαγιασμένο ύδωρ είναι για να ευλογούμε, όχι για να δροσίζουμε τον σβέρκο μας.
Ποτέ δεν κηρύττουμε καθισμένοι στα σκαλιά του ιερού και σε καμία περίπτωση δεν ακουμπάμε το πόδι μας πάνω στη Βίβλο.
Ο άρτος χρησιμεύει για τη Θεία Ευχαριστία όχι ως απεριτίφ που συνοδεύει το κρασί.
Η παρότρυνση να χορέψει το ποίμνιο ήταν ενδιαφέρουσα, δεν χρειαζόταν όμως και να χορέψει γιάνκα γύρω από την εκκλησία.
Και τέλος, την λειτουργία την τελειώνουμε με “Αμήν”, όχι με “Ολέ!”
ΠΡΟΣΟΧΗ: Αυτός που καθόταν στην άκρη του ιερού και τον οποίο αποκαλέσατε “αδερφάρα” και “τραβεστί με μάξι” ήμουν εγώ! Τις σκάλες του άμβωνα τις κατεβαίνουμε κανονικά, όχι τσουλήθρα στο κάγκελο. Ελπίζω αυτά τα λάθη να διορθωθούν την ερχόμενη Κυριακή.
Με τιμή,
Ο Αρχιεπίσκοπος»
Δύο παιδεραστές, διαπληκτίζονται κρατώντας ένα μικρό βαμβακερό εσώρουχο: – Σου λέω, από 9χρονη είναι… (μυρίζοντάς το). – Τι λες ρε, είναι φανερό ότι είναι από 7χρονη…
Περνάει ένας παπάς από δίπλα, τους βλέπει και επεμβαίνει: – Γιατί τσακώνεστε τέκνα μου;
– Μα πάτερ, δε βλέπεις; Ο άσχετος μου λέει ότι αυτό είναι από 9χρονη, ενώ είναι φανερό ότι είναι από 7χρονη…
Το παίρνει ο παπάς, μυρίζει και αυτός… Και… – Έχεις δίκιο τέκνο μου, από 7χρονη είναι… αλλά… δεν είναι από την ενορία μας!
Ένας παπάς, αποφασίζει να δώσει άλλη βαρύτητα στο κυριακάτικο κήρυγμα, κάνοντας επίδειξη μιας παραβολής και γι’ αυτό έβαλε 4 σκουλήκια σε 4 μπουκάλια.
Το πρώτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε οινόπνευμα.
Το δεύτερο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καπνό.
Το τρίτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε σπέρμα.
Το τέταρτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καθαρό νερό.
Στο τέλος του κηρύγματός του ο παπάς δίνει τα αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής:
Το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του αλκοόλ, πέθανε.
Το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του καπνού, πέθανε.
Το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι με το σπέρμα, πέθανε.
Μόνο το σκουλήκι που τοποθετήθηκε μέσα στο καθαρό νερό έζησε.
Ο παπάς απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα ρώτησε: – Ποιό είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα, από αυτήν την παραβολή;
Και μια γριούλα από το βάθος της εκκλησίας αναφωνεί: – Ότι όσο πίνουμε, καπνίζουμε και πηδιόμαστε δεν θα πιάσουμε σκουλήκια!
Επισκέπτεται κάποιος πιστός την μητρόπολη και ζητεί τον μητροπολίτη… – Πού είναι ο σεβασμιότατος; Ρωτάει στην είσοδο του γραφείου. – Κοιμάται, απαντάει ο γραμματέας/κλητήρας. – Αααα, βρίσκεται στην αγκαλιά του Μορφέα… – Δεν ξέρω πώς το λένε το παιδί, ναύτης είναι…
Ένας παπάς καθώς οδηγά το αμάξι του, συναντά έναν άνθρωπο που έχει σταματήσει το δικό του αμάξι στην άκρη του δρόμου και προσπαθεί να το επισκευάσει. Σταματάει ο παπάς να τον ρωτήσει αν θέλει βοήθεια. Οπότε ακούει τον οδηγό να βρίζει και να κατεβάζει καντήλια, εικονίσματα και στο τέλος και τους αγίους πάντες, να κάνει κάτι στην μηχανή, να μπαίνει στο αμάξι να γυρνά το κλειδί και αυτό τίποτα! Οπότε του λέει ο παπάς: – Τέκνον μου, μην κάνεις τίποτα! Πες «Παναγία μου και Χριστέ μου βοήθα να πάρει μπροστά το αμάξι» και να δεις που θα πάρει!
Με το που ακούει ο άνθρωπος τον παπά να λέει τέτοιες παπαριές, τον αρχίζει αυτόν στα καντήλια, και συνεχίζει να προσπαθεί. Κάποια στιγμή μετά από πολλές προσπάθειες αγανάκτησε και μη έχοντας και τίποτα να χάσει, σκέφτηκε να ακολουθήσει την συμβουλή του παπά που τόση ώρα καθόταν εκεί και τον παρακολουθούσε. Κάνει λοιπόν τον σταυρό του και λέει: – Παναγιά μου και Χριστέ μου, σας παρακαλώ κάντε να πάρει μπρος το αμάξι μου…
Κατόπιν γυρνά το κλειδί και βρουουουουμ! Παίρνει μπροστά το αμάξι!
Οπότε γυρνάει έκπληκτος ο παπάς και με γουρλωμένα μάτια,λέει: – Ε, άι στον Διάολο!…
Μπαίνει σε μια τράπεζα κάποιος και πάει σε έναν υπάλληλο και του λέει:
– Με συγχωρείτε λίγο, μια ερώτηση θα ήθελα να κάνω.
Ο υπάλληλος, χωρίς καν να τον κοιτάξει, πίνοντας τον καφέ του, του απαντά βαριεστημένα:
– Να περιμένετε τη σειρά σας κύριε…
Κοιτάζει κι αυτός πίσω του και δε βλέπει κανέναν άλλο μέσα στη τράπεζα.
Παραξενεμένος ξαναδοκιμάζει:
– Συγνώμη, λίγο θα σας απασχολήσω μόνο…
– Αμάν κύριέ μου, πάλι εσείς; Δε σας είπα να περιμένετε τη σειρά σας;
– Μα…
– Ορίστε, κάντε λίγο υπομονή και θα σας εξυπηρετήσω. Υπομονή…
Σηκώνεται τότε ο τύπος και φεύγει τσαντισμένος. Μετά από μια ώρα ξαναπάει στην ίδια τράπεζα, στον ίδιο υπάλληλο:
– Σας παρακαλώ πολύ, λίγα λεπτά μόνο θέλω να σας απασχολήσω για να μου λύσετε μια απορία.
– Μα εσείς κύριέ μου ΔΕΝ υποφέρεστε! Τί τρόπος είναι αυτός; Εδώ υπάρχει μια τάξη. Καθίστε και περιμένετε λίγο στην ουρά, να έρθει η σειρά σας και αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου!
Κάνει λοιπόν ο τύπος έναν κύκλο μες την τράπεζα, πάει από πίσω και χώνει μια καρπαζιά στον υπάλληλο.
– Ποιος το ‘κανε αυτό;
Κοιτάζει κι τύπος γύρω για λίγο και λέει ειρωνικά:
– Ε, που να ξέρω ρε φίλε, της πουτάνας γίνεται εδώ μέσα…