Η γλώσσα των ανθρώπων (Δημήτρης Λιαντίνης)
12/01/2014 |
Σχολιασμός
Για να τιμωρήσω το πικρό παρελθόν, ή για να λάβουν τα όνειρα εκδίκηση, που λέει ο ποιητής, θα αρχίσω ανάποδα τη δουλειά· θα αντιστρέψω το βέλος του χρόνου. Πρώτα θα σπάσει το κινέζικο βάζο στο πάτωμα, και μετά θα πέσει από το τραπέζι.
Θέλω να ειπώ, πως στην εξέταση της διδασκαλίας των Ελληνικών θα αρχίσω με τα Νέα και θα τελειώσω με τα Αρχαία. Κόντρα στην τάξη, και κόντρα στην πορεία εξέλιξης της Ελλάδας και της Ελληνικής.
Σχετικά με τα Αρχαίο Ελληνικά, το κρίμα των δασκάλων είναι πως διδάσκουν το μάθημα χωρίς να γνωρίζουν το περιεχόμενο. Διδάσκουν δηλαδή την Αρχαία Ελληνική, αλλά δεν ξέρουν τους αρχαίους Έλληνες. Σχετικά με την ιεράρχηση Αρχαίων και Νέων, το δεύτερο κρίμα τους είναι ότι διδάσκουν έτσι, ώστε να φαίνεται πως τους αρχαίους τους παίρνουν για ζωντανούς και τους νέους για πεθαμένους.
Στη σχολική πράξη, αυτό το παράδοξο σημαίνει πως το βάρος πέφτει στα Αρχαία, και στα Νέα το απόβαρο. Η τάρα που λένε οι ζυγιστάδες. Χρειάστηκαν εκατό χρόνοι, από το 1884 ως το 1984, για να ισορροπήσουν τα πράγματα και να φτάσουμε στο μισό-μισό. Αυτό λέει, πως από τον καιρό του τίμιου Καποδίστρια ως τις άπιστες μέρες μας, η Ελλάδα των σχολείων περπατάει κοιμισμένη. Με τα χέρια μπροστά, τα δάχτυλα ίσια, και δίχως το ραβδοσκόπι του τυφλού. Υπνοβασία τρικούβερτη.
Ακόμη αυτό το παράλογο φωνάζει ένα λογικό δεδομένο, αυτήκοο και αυτόβλεπο. Ότι το μάθημα των Νέων Ελληνικών είναι σπουδαιότερο από το μάθημα των Αρχαίων …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »


Στα πλαίσια του Εθνικού Διχασμού, που έλαβε χώρα στα μέσα της δεκαετίας του 1910, η Εκκλησία δεν είχε μείνει αμέτοχη, λαμβάνοντας εμφανώς θέση με τους βασιλόφρονες-αντιβενιζελικούς. Το βασικό αντικείμενο της διένεξης μεταξύ βασιλιά και Βενιζέλου, ήταν η είσοδος ή όχι της Ελλάδος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’, βάσει εδαφικών ανταλλαγμάτων και εγγυήσεων από την Γερμανία υποστήριζε την ουδετερότητα, ενώ ο Βενιζέλος την συμμετοχή στο πλευρό των Άγγλων και των Γάλλων, προσανατολισμένος στην υλοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας».
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στο έργο του «Statistik des neutestamenlichen Wortschatzes» (Zurich 1958), ο Robert Morgenthaler, περί στατιστικών στοιχείων αναφορικά με τη γλώσσα της Καινής Διαθήκης, η τελευταία αριθμεί 5.436 λέξεις, από τις όποιες οι 3.000 προέρχονται από το λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής. Από τις υπόλοιπες, οι 1.900 διατυπώθηκαν για πρώτη φορά από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι 491 είναι δημιουργήματα της μετακλασικής γραμματείας, ενώ οι 45 είναι ξένες. Η κατηγοριοποίηση αυτή, βέβαια, είναι εντελώς συμβατική, αφού μία εις βάθος γλωσσολογική εξέταση δύναται ν’ αποδείξει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των λέξεων (τόσο της Καινής Διαθήκης, όσο και της μεταγενέστερης εκκλησιαστικής και πατερικής γραμματείας), όπως αναφέρει και ο διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λουκάς X. Φίλης από το βιβλίο του «Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης» (Αθήνα, 1984), «προέρχεται γλωσσικά και εννοιολογικά από τον χώρο της ελληνικής σκέψεως και διανοήσεως και συντίθεται για να αποτελέσει ολοκληρωμένη έννοια, με τον καθαρά ελληνικό τρόπο διατυπώσεως».



