Γλώσσα – Σελίδα 4 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Τα ελληνικά του Γιώργου Παπανδρέου κι ο ξύλινος πολιτικός λόγος

  19/12/2010 | Σχολιασμός

Γιώργος ΠαπανδρέουΤελευταία, έχει αρχίσει μία συζήτηση σχετικά με το αν ξέρει καλά ελληνικά ο κ. Γ. Α. Παπανδρέου και τι σημαίνει αυτό σε σχέση με την ικανότητά του να διαχειρίζεται τα ελληνικά πράγματα από την θέση του πρωθυπουργού της χώρας. Το πως ερμηνεύεται αυτό από επιστημονικής πλευράς, είναι άλλοι αρμοδιότεροι εμού να το αναπτύξουν και δεν μου πέφτει λόγος. Την ανακίνηση όμως τέτοιου θέματος τώρα την θεωρώ μάλλον ανούσια και άκαιρη και θα καταλάβετε παρακάτω γιατί την χαρακτηρίζω έτσι. Γιατί υπάρχει η γενικότερη, πολιτική πλευρά του θέματος που αφορά τον κάθε πολίτη και σ’ αυτό θα ήθελα να σταθώ.

Ο πολιτικός λόγος, λοιπόν, έτσι όπως εκφέρεται από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού προσωπικού της χώρας είναι άκρως προβληματικός και κυρίως βλαπτικός. Πλαδαρός, ασήμαντος και στις περισσότερες περιπτώσεις ψευδής, δεν πείθει πλέον κανένα. Η κοινωνία αντιδρά με σχόλια και πράξεις που το αποδεικνύουν καθημερινά. Πολύ πρόσφατο παράδειγμα η ιστορία με την απαγόρευση του καπνίσματος. Διεθνείς οργανισμοί υπέδειξαν την λήψη μέτρων για τον περιορισμό του. Η πολιτική μας ηγεσία, ως όφειλε, έλαβε τα περιοριστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και σε άλλες χώρες με…επιτυχία, χωρίς όμως να πειθαρχήσουν οι δικοί μας καπνιστές, μόνο και μόνο, γιατί δεν εμπιστεύονται την κρίση της.

Το ίδιο συνέβη και με την άλλη «τραγική», πολιτικά και οικονομικά εννοώ, ιστορία της γρίπης Η1Ν1. Ούτε και τότε οι πολιτικοί έπεισαν, ο κόσμος αδιαφόρησε και δεν πειθάρχησε και εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι καλά έκανε.

Σημειώνω, ότι σε καμία από τις δύο παραπάνω περιπτώσεις, αλλά ούτε και σε άλλες ποιο σοβαρές, όπως π.χ. την αδιαφορία των πολιτών στο να εκπληρώνουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, δεν έχει σκεφτεί κανείς να τις αποδώσει σε ελλιπή γνώση της ελληνικής γλώσσας, του νυν ή του πρώην πρωθυπουργού. Γιατί λοιπόν, τώρα; Να γιατί χαρακτήρισα το θέμα ανούσιο και άκαιρο. Μοιάζει σαν να θέλουμε να στρέψουμε την προσοχή του λαού στα καλά ή όχι ελληνικά του πρωθυπουργού και να μην προσέξουμε ότι ο πολιτικός λόγος, γενικώς, είναι πλαδαρός, ανούσιος και εν πολλοίς ψευδής, που σημαίνει ότι υπάρχει γενικότερο πολιτικό πρόβλημα
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Αρχιδολόγιον – Ένα λεξικό μ’…«αρχίδια»

  06/01/2010 | Σχολιασμός

Ομοίωμα αρχιδιώνΟ όρος «αρχίδι» προέρχεται από την λέξη «όρχις». Μέσω παραφθοράς του υποκοριστικού τού όρχι, που είναι «ορχίδιον», προέκυψε το «αρχίδιον» για να καταλήξει εκλαϊκευμένα στο κοινό μας «αρχίδι», το οποίο θεωρείται λέξη της ελληνικής αργκό γλώσσας.

Άλλες λέξεις για τους όρχεις, εκτός από τα αρχίδια, είναι οι «δίδυμοι» (αρχ.), οι «παραστάται» (βυζ.), τα «μήδεα» (βυζ.), τα «αμελέτητα», τα «μπαλάκια», τα «καρύδια», τα «ούμπαλα», η «οικογένεια», το «μαλακό υπογάστριο», τα «κάκαλα», τα «παπάρια», στα καλιαρντά τα «πελέ» κ.ά.

Ακολουθεί η χρήση της λέξης αρχίδι και τα παράγωγά της, από την πλούσια ελληνική γλώσσα, το οποίο, πέρα από το βάρος, που το ίδιο ως όργανο του γεννητικού συστήματος έχει, απέκτησε επί πλέον βαρύτητα, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Πως να γράφουμε σωστά ελληνικά

  05/12/2009 | Σχολιασμός

«Σε εποχή που η νεοελληνική γλώσσα διαβάλλεται πολλαπλώς, η σύνταξη βασικών κανόνων για την ορθή χρήση της στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεν είναι εγχείρημα άτοπο. Όταν μάλιστα υπεύθυνοι για κατάφωρες γλωσσικές ατασθαλίες δεν είναι μόνον μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου, όπως συνήθως τους καταμαρτυρείται, αλλά και ώριμοι και επώνυμοι ομιλητές και γραφείς, γεγονός που έχουμε την τάση να το λησμονούμε ή να το αποσιωπούμε. […] Κάθε γλώσσα, και η νεοελληνική, είναι ζωντανός οργανισμός, που συνεχώς εξελίσσεται, δείχνοντας τις προσαρμοστικές της ικανότητες και την ευρετική της ευλυγισία. Απαράβατοι κανόνες δεν υπάρχουν τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και κανονιστικές αρχές, η παράβαση των οποίων προϋποθέτει τη γνώση τους. Περί αυτού πρόκειται: η γλώσσα δεν ηθικολογεί, έχει όμως τη δική της ανεκτική ηθική. Εναντίον, λοιπόν, της στρατιωτικής πειθαρχίας και της σοβαροφάνειας -υπέρ της γλωσσικής ελευθερίας με όρους και όρια. Στόχος: η γραμματική μορφή να ταιριάζει στο νόημα, και το νόημα στη μορφή…».
Δημήτρης Μαρωνίτης

Σημεία στίξης

Κόμμα
Το κόμμα, ως σημείο στίξεως, είναι το συνηθέστερο μαζί με την κάτω τελεία και χρησιμοποιείται:
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Τα «Ευαγγελικά» – Τα αιματηρά επεισόδια του 1901, για την μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη «χυδαία» δημοτική γλώσσα

  17/11/2009 | Σχολιασμός

«Τα Ευαγγελιακά» - Πρωτοσέλιδο εφημερίδος «Ακρόπολις»Τη δεκαετία του 1880 το γλωσσικό ζήτημα εμφανίστηκε μαζί με τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η όξυνση της διαμάχης για τη γλώσσα χώρισε τον ελλαδικό και εξωελλαδικό ελληνισμό ανάμεσα στους καθαρευουσιάνους και τους δημοτικιστές ή «μαλλιαρούς» όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοί τους. Ιδιαίτερα στην Αθήνα όμως η σύγκρουση έλαβε μεγάλη ένταση και συσχετίστηκε άμεσα και έμμεσα με κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που εκκινούνταν από αντιθέσεις του ίδιου του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού ή και πιο συγκεκριμένα των αντιθέσεων που πήγαζαν από τις αντιφάσεις της αθηναϊκής κοινωνίας.

Στα 1888 ο Γιάννης Ψυχάρης ο οποίος διέμενε μόνιμα στο Παρίσι κυκλοφόρησε «Το ταξίδι μου», με το οποίο θα αναδειχτεί ο ίδιος ως το σύμβολο του δημοτικισμού και θα καταστεί ο κατεξοχήν «διδάσκαλός του» εισάγοντας ταυτόχρονα και μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοτική που ονομάστηκε «ψυχαρισμός» και οι οπαδοί της «ψυχαριστές». Από τον κύκλο του Ψυχάρη προέρχεται και ο λόγιος βαμβακέμπορος Αλέξανδρος Πάλλης ο οποίος ζούσε εγκατεστημένος όπως και ο Ψυχάρης στο εξωτερικό. Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην απλή νεοελληνική από τον Πάλλη έδωσε την αφορμή να ξεσπάσουν τα «Ευαγγελικά».

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς «εις την καθωμιλημένην ελληνικήν γλώσσαν η ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία απηγόρευσε πάσαν μετάφρασιν ή παράφρασιν του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου της Κ. Διαθήκης και αυτού του ελληνικού κειμένου της Π. Διαθήκης» κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.

Δεν ήταν όμως προσπάθεια του Πάλλη το μοναδικό μεταφραστικό εγχείρημα. Αντίθετα, είχε προηγηθεί η μετάφραση της «Αναπλάσεως» στα 1900 από τον ομώνυμο θρησκευτικό σύλλογο με τίτλο: «Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον εις το πρωτότυπον κείμενον εις ερμηνείαν σύντομον και εις προσευχάς. Έκδοσις Συλλόγου «Αναπλάσεως» τη συστάσει δι’ Εγκυκλίου της Μεγάλης Εκκλησίας προς ακώλυτον κυκλοφορίαν και εν τω κλίματι του Οικουμενικού Θρόνου. Εν Αθήναις δαπάνη Μελετίου Βαγιανέλλη Αρχιμανδρίτου».

Η έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» περιελάμβανε το πρωτότυπο κείμενο του κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, σύντομη ερμηνεία και προσευχές. Εξαιτίας του ερμηνευτικού χαρακτήρα της δε θεωρήθηκε μετάφραση, αλλά ερμηνευτική παράφραση. Η έκδοση αυτή είχε την έγκριση του Πατριαρχείου από το 1896 με εντολή να γραφτεί σε απλή καθαρεύουσα. Επίσης, οι προσευχές που περιελάμβανε είχαν την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής μόνο κατά την περίοδο των ταραχών μέσα στο γενικότερο κλίμα.

Στο ίδιο κλίμα και εξυπηρετώντας τον ίδιο σκοπό θα κυκλοφορήσει λίγους μήνες μετά την έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» μια πραγματική μετάφραση και των τεσσάρων Ευαγγελίων. Η μετάφραση αυτή έγινε με μέριμνα της βασίλισσας Όλγας και εκδόθηκε σε 1000 αντίτυπα στα τέλη του 1900 δηλώνοντας ότι είναι γραμμένη για οικογενειακή χρήση (Ο ακριβής τίτλος είναι: «Κείμενον και μετάφρασις του Ιερού Ευαγγελίου προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν μερίμνη της Α.Μ. της βασιλίσσης των Ελλήνων Όλγας εκδιδόμενα. Εν Αθήναις τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου 1900»). Η μετάφραση έγινε από την ιδιαιτέρα γραμματέα της Όλγας, Ιουλίας Σουμάκη (μετέπειτα Καρόλου) έχοντας ως βοηθό το θείο της καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωάννη Πανταζίδη. Από τους κύκλους του παλατιού παρουσιάστηκε η ιδέα της μετάφρασης στη νέα ελληνική ως μια αναγκαιότητα που συνειδητοποίησε η βασίλισσα στις επισκέψεις της στα νοσοκομεία των Αθηνών κατά τον πόλεμο του 1897, όταν αντιλήφθηκε πως οι τραυματίες στους οποίους διάβαζε αποσπάσματα από την Αγία Γραφή δεν κατανοούσαν τα βιβλικά κείμενα.

Η νέα μετάφραση έγινε υπό την επιτήρηση και τη σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιου. Χρειάστηκε όμως την αναγνώριση του Υπουργείου για την έκδοση. Το Υπουργείο αρνήθηκε να εκδώσει μια εγκύκλιο αναγνώρισης χωρίς την προηγούμενη έγκριση από την Ιερά Σύνοδο. Το ζήτημα έτσι περιπλέχτηκε. Η Σύνοδος όμως αρνήθηκε να εγκρίνει την έκδοση θέτοντας ως πρόβλημα τη χρήση χυδαίας και ταπεινής γλώσσας παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρός της Προκόπιος συμφωνούσε με το κείμενο. Παρ’ όλ’ αυτά η βασίλισσα επέμεινε. Συνέστησε ειδική επιτροπή επί αυτού του ζητήματος με τη συμμετοχή του Προκοπίου, του Πανταζίδη, του Φίλιππου Παπαδόπουλου, καθηγητή της Ριζάρειου Σχολής, του Διονύση Μεσσαλά, κλειδούχου της βασίλισσας. Στη συνέχεια αποδόθηκε εκ περιτροπής στους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής. Από τους καθηγητές άλλοι συμφώνησαν άλλοι διαφώνησαν και άλλοι πρότειναν να γραφτεί μια νέα από τους ίδιους. Η Ιερά Σύνοδος συνέχισε να αρνείται, αλλά παρά τις συνεχείς αρνητικές απαντήσεις της και «προφορική αδεία» του Μητροπολίτου Αθηνών Προκοπίου προχώρησε στην έκδοση της μετάφρασης με δικά της έξοδα.

Μέχρι το Μάρτιο του 1901 τα αντίτυπα του βιβλίου είχαν εξαντληθεί και η βασίλισσα σκεφτόταν να προχωρήσει σε μια δεύτερη έκδοση, αλλά φαίνεται πως την πρόλαβαν τα γεγονότα. Η μετάφραση αυτή, αλλά και το ίδιο το πρόσωπο της βασίλισσας έγινε στόχος επικρίσεων κατά την περίοδο του αντιμεταφραστικού κινήματος και των ταραχών του 1901. Μετά τα γεγονότα δόθηκε διαταγή να κατασχεθούν όλα τα αντίτυπα της μετάφρασης.

Η μετάφραση του Αλέξανδρου Πάλλη ήταν εκείνη όμως που προκάλεσε την ένταση
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Πολυτονικό και μονοτονικό σύστημα – Ο «πόλεμος» των τόνων

  15/11/2009 | Σχολιασμός

Πολυτονικά σύμβολαΠώς δημιουργήθηκε το πολυτονικό σύστημα
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν τόνους (δες επιγραφές). Το πολυτονικό σύστημα (βαρεία, δασεία, οξεία, περισπωμένη, υπογεγραμμένη, ψιλή), δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια και τα δύο πνεύματα επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ, για να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να την διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά, καθώς η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ’ ότι προφέρονται στη γλώσσα μας. Δεν έγινε για την απόδοση της νέας (κοινής) ελληνικής γλώσσας, αλλά για τα αρχαία ελληνικά. Τα πρώτα δείγματα τέτοιων συμβόλων που σώζονται βρίσκονται σε παπύρους του 2ου αι. π.Χ. και τα κείμενα είναι ποιητικά, κυρίως διαλεκτικά ή αρχαϊκά: έχουν δηλαδή μεγάλες ιδιαιτερότητες, εμφανίζουν απόσταση από τον κοινό, πεζό λόγο και ο τονισμός είναι εξαιρετικά σημαντικός.

Ένας άλλος λόγος, για το οποίο δημιουργήθηκαν τα τονικά σημάδια, εικάζεται πως είναι η παρακμή της προφορικής παράδοσης της επικής ποίησης (που σημαίνει ότι οι ίδιοι οι Έλληνες χρειάζονταν καθοδήγηση για να προφέρουν σωστά λέξεις που δεν χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ομιλία).

O τονισμός της αρχαίας ελληνικής ήταν κύρια «μουσικός» (μελωδικός, προσωδιακός) και όχι δυναμικός όπως της νέας ελληνικής. Σχετιζόταν δηλαδή βασικά με το ύψος της φωνής και όχι την έντασή της. Στους κλασικούς χρόνους (και συγκεκριμένα από την εποχή του Πλάτωνα) χρησιμοποιούνται για τον τόνο οι όροι «οξύς» και «βαρύς» που αναφέρονται και στο ύψος και στην ένταση.

Δεν ξέρουμε ούτε ποια έκταση είχε η τονική ποικιλία, ούτε πότε υπερίσχυσε ο δυναμικός τονισμός του μουσικού. Ξέρουμε όμως ότι ο μουσικός τονισμός αρχίζει να αντικαθίσταται από τον δυναμικό κατά την τελευταία περίοδο π.Χ., οπότε αρχίζει να εξαφανίζεται και η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων φωνηέντων. Στην ελληνιστική περίοδο (δηλαδή μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου) η προφορά της γλώσσας έχει απομακρυνθεί από αυτή της κλασικής περιόδου (5ος και 4ος αι. π.Χ.) σε βαθμό ώστε να κρίνεται απαραίτητο να συνταχθούν βοηθήματα για την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Τότε λοιπόν εμφανίζονται τα πρώτα τονικά σύμβολα.

Όταν ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε και η διάδοση του συνδέθηκε με τα ελληνικά (μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, επιστολές Αποστόλου Παύλου κ.λπ.), η ελληνική γλώσσα έμεινε συνυφασμένη στην Δύση με το πολυτονικό σύστημα. Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα ελληνικά. Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια, αρκετοί θεωρούν τη χρήση του επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, θεωρώντας την θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Η σκέψη για κατάργησή του άρχισε από τα την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν γενικεύτηκε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και ερχόταν αρωγός στο άλλο μείζον θέμα, την κατάργηση της καθαρεύουσας και την υιοθέτηση της δημοτικής
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής