Πέρα από την δήθεν «μεγάλη» και διαχρονική προσφορά κάθε είδους των Αλβανών στην Ελλάδα, μας έχουν ζαλίσει οι ίδιοι και οι εδώ φίλοι τους με την συνεισφορά τους στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Προφανώς εννοούν τους Αρβανίτες οπλαρχηγούς που μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες από την Βιέννη και την Τεργέστη μέχρι τη Βυρητό και από την Αλεξάνδρεια μέχρι την Οδησσό με άπειρες θυσίες και αγώνες έστησαν το νεοελληνικό κράτος. Προφανώς οι κύριοι δεν λένε να εννοήσουν με τίποτε ότι οι Αρβανίτες πρόγονοι μας, δικοί μας, δεν έχουν να κάνουν τίποτε με τους δικούς τους. Οι άνθρωποι αυτοί σε όλοι την ιστορία τους εντάχθηκαν οικιοθελώς και πλήρως με την ταυτότητά τους, όπως και πλήθος άλλοι, στο σώμα του νεοελληνικού έθνους αμετάκλητα και μόνο οι απόγονοι και συμπατριώτες τους έχουν το δικαίωμα να τους επικαλούνται. Μπορεί οι ιδρυτές του ελληνικού κράτους που πήραν τις αποφάσεις τους ελεύθεροι και με τα όπλα στα χέρια να είχαν άλλη εθνική συνείδηση και να μην μετακινούνταν λίγα μέτρα πιο πέρα, να ενωθούν με τους Τούρκους όπως έκαναν τότε οι περισσότεροι Αλβανοί; Οι οποίοι πέρα από αυτά που λένε πολλοί είχαν ξεκάθαρη από τότε αλβανική εθνική συνείδηση και επιλογή να ακολουθούν τους συμπατριώτες τους Οθωμανούς αξιωματούχους. Κάτι που εξηγεί τη μέχρι σήμερα τουρκολαγνεία τους. Δηλαδή τι ήταν η Ελληνική Επανάσταση αλβανικός εμφύλιος; Έχουμε φθάσει στο εξωφρενικό σημείο να επικαλούμαστε τα αυτονόητα πλέον. Οι αλβανομανείς αποθρασυνόμενοι φτάνουν σε απερίγραπτες αρλούμπες βαφτίζοντας Αλβανούς, πέρα από τους αρβανιτόφωνους Σουλιώτες και Υδραίους καπεταναίους, ακόμα και τον Καραϊσκάκη και τον Κολοκοτρώνη. Όπου δουν μουστάκα και φουστανέλα βλέπουν Αλβανούς, άσχετα που φουστανέλα δεν φορούσαν όλες οι αλβανικές φυλές αλλά μόνο οι νότιες, ενώ την φορούσαν και πολλοί Σλάβοι της βαλκανικής.Κατά τη λογική τους επειδή ο Σαρακατσάνος Καραϊσκάκης αρχιστράτηγος των Ελλήνων στην Ρούμελη και ο Τούρκος της Κιουτάχειας Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς βεζίρης της Ρούμελης ήταν Αλβανοί επειδή στη συνάντηση τους μίλησαν αλβανικά τη μόνη κοινή γλώσσα που τσάτρα-πάτρα μπορούσαν να χειριστούν και οι δύο για να συνεννοηθούν. Ή ήταν ο Θ. Κολοκοτρώνης Αλβανός επειδή ο παππούς του Γιάννης Μπότσικας, γιος του Δήμου Τσεργίνη, μετονομάστηκε σε Κολοκοτρώνης λόγω των δυνατών του τετρακεφάλων από έναν Αρβανίτη που είπε γι’ αυτόν αστειευόμενος: «Βρε τι Μπιθεγκούρας είναι τούτος;» και τους έμεινε από τότε σαν οικογενειακό όνομα η ελληνική μετάφραση.
Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, χιλιάδες Αλβανοί έχασαν τη ζωή τους ντύνοντας στα μαύρα όλη την Αλβανία όπως και την Ελλάδα, αλλά για άσχετους με αυτούς που φαντάζονται οι σημερινοί λόγους. Υπερασπιζόμενοι τα αξιώματα τους στην Οθωμανική αυτοκρατορία, υπερασπίζοντας την πίστη τους μερικοί, αλλά το κυριότερο υπερασπίζοντας την τσέπη τους και ελπίζοντας να αυξήσουν την περιουσία τους. Τότε στην είδηση μόνο της στρατολόγησης λουφετζήδων (μισθοφόρων) και πιθανής λεηλασίας ελληνικών χωρών κινητοποιούνταν όλο το αλβανικό έθνος μουσουλμάνοι, ορθόδοξοι και καθολικοί, Γκέκηδες, Τσάμηδες, Τόσκηδες, Λιάπηδες οι καθολικοί Μιρδίτες και Μαλισόροι, χριστιανοί Σκοδράνοι, Γαρδικιώτες, Λακκιώτες και άλλοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνικής συνείδησης Αρβανίτες και Ηπειρώτες και αν ακόμα τύχαινε να βρεθούν κατά των Ελλήνων, πάντα ενώνονταν μαζί τους οριστικά. Για παράδειγμα ο Χιμαριώτης Σπύρο-Μήλιος με τους τρεις αδερφούς τους και 250 Χιμαραίους πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων, όπως και ο ηρωικός Χατζή-Μιχάλης Νταλιάνης που πολέμησε με το ιππικό και πεζικό σώμα των συμπατριωτών του Αργυροκαστριτών και Δελβινιωτών. Αντίθετα Αλβανοί μπέηδες, ντερβεναγάδες και φρούραρχοι υπήρχαν διάσπαρτοι σε όλη την Ελλάδα και τυρρανούσαν τον κόσμο υπηρετώντας τα αφεντικά τους. Το γεγονός αυτό δίνει στους σημερινούς απογόνους τους το δικαίωμα κατά την αρπαχτική κρίση τους να θεωρούν αλβανικές περιοχές την Άρτα, την Πρέβεζα, τα Γιάννενα και ότι άλλο τους κατέβει διεκδικώντας παλιά τσιφλίκια και ενδεχομένως και ραγιάδες να τα καλλιεργούν … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ο βασισμένος στην εξουσία, που κληρονόμησε από τον σουλτάνο σαν ανταπόδοση, ρόλος του Πατριαρχείου συνεχίστηκε και μετά την Απελευθέρωση και συνεχίζεται έως και σήμερα. Έτσι υπερασπιζόμενο τα κεκτημένα του το Πατριαρχείο, τάχθηκε εναντίον της Επανάστασης του 1821, αφόρισε τους επαναστάτες και συνέχισε να προπαγανδίζει την επαναφορά των Ελλήνων στο σουλτανικό ζυγό ακόμη και μετά την απελευθέρωσή μας και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Πρωταγωνίστησε επίσης στην εγκαθίδρυση της παράλληλης θεοκρατικής εξουσίας στο νέο Κράτος, η οποία έκτοτε αποτελεί τον σπουδαιότερο ανασταλτικό παράγοντα προόδου. Οι εξουσιαστικές του επιδιώξεις είναι σύμφυτες με το Χριστιανισμό, ένα απόλυτα διεθνιστικό οικοδόμημα.
Στο άρθρο αυτό θα παρουσιασθεί ένα σκοπίμως αποσιωπούμενο από την επίσημη ελληνική Ιστορία επεισόδιο με πρωταγωνιστές τον πατριάρχη Αγαθάγγελο και τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όπου καθίσταται έκδηλος ο αντεθνικός ρόλος κι ο αμείωτος φιλοτουρκισμός του Πατριαρχείου ακόμη και μετά τη λήξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και τη δημιουργία του μικρού ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.
Ο πατριάρχης Αγαθάγγελος Α΄ ο από Χαλκηδόνος, έστειλε τον Φεβρουάριο του 1828 στην Ελλάδα τους μητροπολίτες Νίκαιας, Χαλκηδόνας, Λάρισας και Ιωαννίνων, με σκοπό να συστήσουν στους κατοίκους της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου Πελάγους -στους μπαρουτοκαπνισμένους και ματωμένους αγωνιστές, που με τόσες θυσίες κέρδισαν την ελευθερία τους- να δηλώσουν υποταγή στο σουλτάνο και να επανέλθουν στον οθωμανικό ζυγό! Οι μητροπολίτες είχαν μαζί τους και γράμμα του πατριάρχη, που όχι μόνο συμβούλευε την υποταγή, αλλά υποσχόταν, πως ο «πολυχρονεμένος» σουλτάνος θα έδινε αμνηστία σε όσους υποτάσσονταν.
Το κείμενο της κατάπτυστης επιστολής που δημοσιεύθηκε το 1852, από την εφημερίδα «Σφαίρα», έχει ως εξής: (σ.σ.: Υπήρχε η πρόθεση να τονιστούν τα πιο «αξιοπρόσεκτα» της επιστολής, αλλά κάτι τέτοιο κατέστη αδύνατον, καθώς θα έπρεπε να τονιστεί σχεδόν…όλο το κείμενο!)
Επιστολή του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως προς τους Έλληνας, από 20 Φεβρουαρίου 1828.
Ενδοξότατοι άρχοντες, ευσεβέστατοι κληρικοί, πρόκριτοι και λοιποί πάντες χριστιανοί οι κατοικούντες την Πελοπόννησον και το Αιγαίον πέλαγος, παντός βαθμού και πάσης τάξεως, εις την καρδίαν των οποίων δεν εσβέσθη ο σπινθήρ της αγίας ημών πίστεως καθώς και η σωτηριώδης γνώσις των συμφερόντων σας, χάρις είη πάσιν υμίν και ειρήνη και έλεος παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος.
Πολλοί από υμάς ενόμισαν βέβαια, βλέποντας την μέχρι τούδε σιωπήν της Εκκλησίας, ότι αύτη είχεν εγκαταλείψει ολοτελώς την φροντίδα περί της σωτηρίας της Πελοποννήσου και των λοιπών τόπων, και ότι εξ αιτίας της αδιαφορίας σας εις το ν’ ακούσετε τα πρώτας αυτής συμβουλάς, αφ’ ου εξέδωκε τους αφορισμούς αυτής, έμεινεν αδιάφορος εις τα δυστυχήματά σας, χωρίς να ζητήσει κανένα μέσον του να δώσει τέλος εις αυτά και ούτω να σας εξαγάγη από τα δεινά τα οποία σας επαπειλούν.
Αν αυτός ήναι ο συλλογισμός σας, εξέλθετε από την απάτην. Καθώς όλοι οι αδελφοί σας οι διεσπαρμένοι εις όλην την κραταιάν αυτοκρατορίαν, η Εκκλησία, αύτη η κοινή Μήτηρ, ησθάνετο λύπην βαθείαν στοχαζομένη τα αγαθά τα οποία απώλεσαν εκείνοι από τους κατοίκους, όσους η αποστασία είχε καταντήσει εις ανήκουστα δεινά και εις κινδύνους πάντοτε αυξανόμενους. Επερίμενε δε την μετάνοίαν των η Εκκλησία διά να σκεπάση αυτούς και πάλιν παρά του Θεού αρχαίαν εκείνην σκέπην και περιβολήν, να τους δώση την συγχώρησην, να τους ελευθερώση από τα δεσμά των, και να τους κάμη κοινωνούς των πνευματικών αυτής ευεργετημάτων.
Η πρόνοιά της υπήρξεν αναμφίβολος, η μακροθυμία και η ευσπλαχνία αυτής εγένοντο πασίγνωστοι, διότι μόλις είδε την προς αυτήν επιστροφήν των εκτός της Πελοποννήσου, οι οποίοι παρεσύρθηκαν και αυτοί από την απάτην και άγνοιαν, και ηδυνήθη να πεισθή περί της ειλικρινούς μετανοίας των, ήνοιξε προς αυτούς αμέσως τας μητρικάς αγκάλας, έλυσε τα δεσμά του αφορισμού, και έκαμεν υπέρ αυτών παρακλήσεις προς τον υπέρτατον κυριάρχην της κραταιάς αυτοκρατορίας. Αξιωθέντες δε συγχωρήσεως οι τόποι ούτοι αναπαύονται σήμερον υποκάτω της σκιάς του αειθαλούς δένδρου της ευσπλαχνίας και της δικαιοσύνης αυτού, απολαύοντες των πολύτιμων αγαθών των οποίων την ανεξάντλητον πηγήν συνέβη εις άλλους άλλοτε να γνωρίσωσιν.
Αλλά μέγα μέρος τόπων ευρίσκεται ακόμη εις την πλάνην. Οι κάτοικοι μόλον τούτο ανεγνώρισαν κατ’ επανάληψιν, ότι ασάκις έδωκαν ακρόασιν εις ξενικάς υποσχέσεις, ηπατήθησαν, και ότι ηθέλησαν ν’ αποπλανηθώσιν από τον δρόμον της υποταγής και της πίστεως, την οποίαν εις την νόμιμον οθωμανικήν εξουσίαν την παρά του Θεού προστατευομένην, οι ξένοι ωφελήθησαν από την πλάνην ταύτην, και η αστόχαστος αύτη θυσία εγένετο χρήσιμος μόνο εις τα συμφέροντα των ξένων. Οι Πελοποννήσιοι και οι κάτοικοι του Αιγαίου πελάγους επιμένουν εις το να ακούουν τους σφαλερούς λόγους των πρωταιτίων και τας πονηράς συμβουλάς των ξένων, οι οποίοι με επιτηδείαν προμελέτην ομιλούντες, φροντίζουν να κρύπτουν τας αληθινάς περιστάσεις των πραγμάτων, και παρεξηγούν επί κακού της κραταιάς βασιλείας, την ευσπλαχνία και συγκατάβασιν προς εκείνους οι οποίοι νοούν με ειλικρίνειαν.
Ούτω πεπλανημένοι υποπτεύουν ότι μετά την επιστροφήν των, τους περιμένει τιμωρία ανάλογος με το πταίσμα των. Η δε πρόνοια της Εκκλησίας θέλει κατά τούτο να μιμηθή το παράδειγμα του ευαγγελικού ποιμένος, και να ζητήση το πεπλανημένον πρόβατον διά να το επαναφέρη εις πνευματικήν και πολιτικήν ποίμνην από την οποία απεμακρύνθη, διά να το αναπαύση υπό την σκιά του βασιλικού ελέους και να το εμπιστευθή εις τας φροντίδας του. Θα ακούση άραγε την φιλικήν φωνήν το πλανηθέν; Θα καταλάβη το πνεύμα των σωτήριων συμβουλών; Θα ιδή το αληθινόν συμφέρον του και θα το εννοήση; Ή η καρδία του σκληρυνθείσα από τας παρεξηγήσεις, τα όμματά του θαμβωθέντα από την απατηλήν λάμψιν, θα θελήσουν ακόμη να πλανώνται εις άλλον δρόμον και να μην βλέπουν παρά αθεράπευτον το κακό;
Ημείς μόλον τούτο θα εκπληρώσωμεν το ιερό χρέος της προνοίας και φιλανθρωπίας, στέλλοντες ακόμη μίαν φοράν τας συμβουλάς μαςεν μέσω της ποίμνης. Εσκέφθημεν περί όλων όσων κάθε φρόνιμος και συνετός άνθρωπος χρεωστεί να ενθυμήται, περί της απολαύσεως των αγαθών τα οποία έδιδον τα μέσα του ζην, ομοίως με αυτούς τους ιδίους τους μουσουλμάνους, προς τους υπηκόους Έλληνας όσοι ήξευραν να διατηρώνται εις την έντιμον αυτών θέσεων, η οποία τους εσυγχώρει να επιχειρούν παν είδος εμπορίου και ν’ απολαμβάνουν παν είδος ωφελείας, να δύνανται να επικαλώνται την δικαιοσύνην και να την ευρίσκωσιν ενώπιον των δικαστηρίων. Οι κάτοικοι της Πελοποννήσου απελάμβανον εκ περισσού όλα αυτά τα δικαιώματα με τα οποία ετιμώντο ως δείγμα μεγαλυτέρων χαρίτων, θεμελιωμένων εις συνθήκας παραχωρηθείσας προς αυτούς κατ’ εξαίρεσιν από την βασιλικήν μεγαλοπρέπειαν. Εσκέφθημεν εξ άλλου τα ανεκδιήγητα εκείνα δεινά, εκείνα τα αθεράπευτα δυστυχήματα, τους φόνους, τας αρπαγάς, την άβυσσον εκείνην των θλίψεων εις την οποίαν εκρημνίσθητε, και η οποία θα γενή βαθυτέρα αν δεν κλεισθή αμέσως από το έλεος της κραταιάς βασιλείας, της οποίας τας μητρικάς αγκάλας θέλει ανοίξει η μετάνοιά σας.
Δυνάμενοι εξ ενός μέρους να παραστήσωμεν προς δικαιολογία σας τας προτροπάς εκείνων, οίτινες υποθάλπουν την αταξίαν και αυχαριστούνται εις την ταραχήν, των οποίνων αι ολέθριαι συμβουλαί παρασύσρουν συχνά τους πλέον προσεκτικούς και φρονίμους, εξ άλλους δε γνωρίζοντες ότι η βασιλική εξουσία μιμουμένη την αγαθότητα του ουρανίου Βασιλέως, μας αποδεικνύει μεν αναρίθμητα παραδείγματα, ότι δέχεται με επιείκειαν όλους εκείνους οι οποίοι καταφεύγουν εις το ιερόν άσυλον τους ελέους της και προστρέχουσιν εις αυτόν με ειλικρίνειαν, ετολμήσαμεν να παρουσιασθώμεν ενώπιοναυτής και να δώσωμεν αναφοράν με την ημετέραν σφραγίδα, προσφέροντες την μεσιτείαν μας την θεμελιωμένην εις το εθνικόν και θρησκευτικόν δίκαιον.Ο σκοπός των παρακλήσεών μας ήτον, όχι μόνον η ασφάλειά σας μετά την επιστροφήν σας εις την υποτογήν, αλλ’ ακόμη μία συγχώρησις πλήρης και τελεία, η απόδοσις όλων των προνομίων όσων δύναται να συμφωνήσουν με την κατάστασιν του υπηκόου, διά να δυνηθώμεν να πραΰνομεν τας τας τεταραγμένας καρδίας σας, και να στερεώσωμεν την ησυχίαν της ζωής της ιδικής σας και των απογόνων σας, αναλόγως της πίστεως με την οποίαν θα διατηρήσετε την σειράν της υποταγής.
Χάρις είη προς τον Ύψιστον, και δεδοξασμένον το δεδοξασμένον το άγιον όνομα αυτού από του νυν και εώς του αιώνος, ότι έκαμε ν’ αναβλύσωσιν από την καρδίαν της υψηλής Κυβερνήσεως νέα ευεργετήματα. Αι ελπίδες ημών δεν εψεύσθησαν. Ελάβομεν παρ’ αυτής, όχι μόνον λόγους παρηγορίας, αλλά και έγγραφον παραδοχήν της ταπεινής μεσολαβήσεως και των παρακλήσεών μας, και ίδομεν ότι διά της παραδοχής ταύτης επικυρώθη το δικαίωμα το το παραχωρηθέν εις τον ημέτερον πατριαρχικόν θρόνον, του να μεσολαβή εις τα υποθέσεις τους έθνους.
Η αυτοκρατορική Κυριαρχία σάς αναγγέλει διά της μεσολαβήσεώς μας, ότι εις την εγκληματικήν απάτην και διαφθοράν η οποία σας παρέσυρε, θέλει ν’ αντιτάξη την επιείκειαν και μακροθυμίαν της και να αναγκάση εις την ευγνωμοσύνην τας καρδίας τας πλέον απεσκληρυμένας. Εις την πλήρην και τελείαν αμνηστείαν, εις την παντελή λήθην του παρελθόντος, θέλει να προσθέση όχι μόνον την άφεσιν των νομίμων αποζημιώσεων, αλλά και των εισοδημάτων των επτά ετών, τα οποία παρήλθον από της επαναστάσεως, και τέλος την ασυδοσίαν δι’ εν έτος ακόμη μετά την υποταγήν. Αποκαθιστά τα πρώην καθεστώτα και τας συνθήκας περί της πελοποννήσου και των νήσων, προ πάντων δε την ελευθέραν εξάσκησιν των θρησκευτικών ημών εθίμων καθ’ όλην των την έκτασιν. Η Υψηλή Κυβέρνησισ εδήλωσε τας ευνοϊκάς αυτής διαθέσεις διά των εξής όρων:
(Όροι του Σουλτάνου προς τους Έλληνας)
Είναι γνωστόν εις όλον τoν κόσμον, ότι η Υψηλή Κυβέρνησις, καθώς το ομολογεί ειλικρινώς ο Πατριάρχης, παραχωρεί πάντοτε αφθόνους χάριτας προς έκαστον των υπηκόων της, οι οποίοι ευρισκόμενοι υπό την θεόσωστον αυτής εξουσίας, απέχουν του να παραβιάζωσι τα χρέη τα οποία χαρακτηρίζουν έναν πιστόν υπήκοον. Οι κάτοικοι ραγιάδες του Μωρέως και των νήσων της Άσπρης θαλάσσης απελάμβανον κατ’ εξοχήν, όλην την εύνοιαν της Υψηλής Κυβερνήσεως και ως εκ τούτου είχον το πλεονέκτημα να ζώσιν αναπαυόμενοι υπό την σκιάν του ισχυρού κράτους, ν’ απολαμβάνουν εντελή ησυχίαν, και να εξακολουθούν εν ειρήνη τας εμπορικάς υποθέσεις των, τόσον διά ξηράς όσον και διά θαλάσσηςκαι ν’ απολαμβάνουν άφθονα κέρδη. Εχρεώστουν λοιπόν εις την Κυβέρνησιν ευγνωμοσύνην διά τόσα αγαθά τα οποία έχαιρον. Αλλά απατηθέντες από μάταια πλάσματα της φαντασίας των, δεν εφοβήθησαν να συνομώσωσιν εναντίον της ισχυράς αυτοκρατορίας, και απορρίπτοντες διά μιας την ευτυχίαν, την οποίαν από τους προγόνους των εκληρονόμησαν, αυτοί οι ίδιοι κατετάραξαν την ησυχίαν των και επροκάλεσαν εναντίον των αυστηροτέρας ποινάς.
Μόλον τούτο, η Υψηλή Κυβέρνησις μη ακούουσα παρά την επιείκειαν και φιλανθρωπίαν της, μη τιμωρούσα τους αντάρτας οι οποίοι επιμένουν εις την αποστασίαν, μη μεταβάλλουσα κατ’ ουδέν τον συνήθη τρόπον του φέρεσθαι προς τους υπηκόους της, δεν εσυμβουλεύθη παρά το έλεος αυτής, εις τα οποία μετεχειρίσθη μέσα προς διόρθωσιν των πρώτων και προς επιστροφήν των δευτέρων, λησμονούσα τα παρελθόντα αμαρτήματά των, ως να μην υπήρξαν ποτέ, φροντίζει, καθώς και πρότερον, διά την διατήρησιν της ησυχίας και την ανακούφισιν εκείνων οι οποίοι προστρέχουσιν εις το άσυλον της αγαθότητος αυτής. Επανερχόμενοι εις εαυτούς θα εννοήσωσιν ότι ο δρόμος τον οποίον ακολουθούν δεν φέρει εις αγαθόν τέλος, και καθώς έως σήμερον δεν επέτυχον ως αποτέλεσμα ειμή δυστυχίαν και κακήν έκβασιν, δεν θα εύρωσιν επίσης και του λοιπού, παρά την απώλειαν ζωής και των υπαρχόντων των, καταστρέφοντες ούτω διά των ιδίων χειρών των το οικοδόμημα της ευτυχίας των.
Εάν λοιπόν εννοούντες τας αληθείας ταύτας, μετανοήσωσι δι’ όσα έπραξαν και ρίφθωσιν εις τας αγκάλας της Υψηλής Κυβερνήσεως, αύτη αντί τούτων χαρίζει εις αυτούς πληρέστατην αμνηστίαν, όπως ο μουσουλμανικός νόμος απαιτεί και καθ’ όσον κατά το μέλλον θέλουσι μείνει εις το κέντρον της υποτελείας (ρεαγιαλίκι) και της πίστεως, τα προηγηθέντα αμαρτήματά των δεν θέλουσι ονειδισθή ποσώς· και μόλον ότι κατά την απαίτησιν του ιερού νόμου αι γαίαι των και όλα των τα κτήματα έπρεπε ν’ απωλεσθώσι δι’ αυτούς και να μεταβώσιν εις την κυριότητα της Κυβερνήσεως, μόλον τούτο από υχηλήν συγκατάβασιν, άπαντα θέλουσι διαμείνει εις τους ζώντας ή τους κληρονόμους των αποθανόντων.
Μόλον ότι δε η Υψηλή Κυβέρνησις έχει το δικαίωμα να μεταβάλη το σχήμα της διοικήσεως των τόπων τούτων, όπως φανή εις αυτήν εύλογον και όπως η πολιτική της το απαιτεί, εξ επιεικείας όμως θέλει αποκατασταθή η πρώτη τάξις, διότι αύτη συντελεί εις την ειρήνην και την ησυχίαν των κατοίκων διά της επαγρυπνήσεως εις την εκτέλεσιν των νόμων και της δικαιοσύνης. Οι μουσουλμάνοι θέλουν κατοικεί, ως και πρότερον, εις τας ιδιοκτησίας των, οι δε υπήκοοι θέλουσι παραδώσει εις τους επιστάτας και προϊσταμένους της Υψηλής Κυβερνήσεως τα φρούρια όσα κατέχουσι, τα κανόνια και παν άλλο πολεμικόν όργανον. Ούτοι δε θέλουσι κατοικήσει τότε τους αρχαίους αυτών τόπους, αναλαμβάνοντες τας ιδιοκτησίας των· περιπλέον ουδέν εμπόδιον δεν θέλει επιφερθή εις την παραχώρησιν των αρχαίων ακκλησιών των και εις την εξάσκησιν των θρησκευτικών αυτών εθίμων, αν δε και ήθελεν είναι συνεπές το ν’ απαιτήση παρ’ αυτών η Κυβέρνησις τας αποδεκατώσεις ως και τον κεφαλικόν φόρον (χαράτσι) και παν άλλον είδος φόρων, όσα συνεσωρεύθησαν κατά το διάστημα των 6-7 ετών, και την αποζημίωσιν τοσούτων εξόδων γενομένων εις χρήματα εκ του δημοσίου ταμείου ένεκα ανταρσίας των, παραιτούνται εις αυτούς άπαντα ταύτα, χάριν της παρακλήσεως των μεσολαβησάντων, και έτι περιπλέον ως μαρτύριον της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας, την οποίαν η Υψηλή Κυβέρνησις επιδεικνύει προς τους υποτελείς αυτής υπηκόους.
Αφού η διοίκησης του Μωρέως ήθελεν ανατεθή πάλιν εις έναν βεζίρην δίκαιον και ευνοϊκόν προς τους Έλληνας, θέλει δοθή πάντοτε προσοχή εις ό,τι δύναται να συντελέση εις την ευζωίαν των υπηκόων του ισχυρού Κράτους, και να προφυλάξη αυτούς από πάσης αδικίας και καταθλίψεως. Αλλ’ εάν, μη γινώσκοντες να εκτημίσωσι τα εξ επιεικείας υποσχόμενα εις αυτούς δωρήματα, επιμείνωσιν εις φανταστικάς ορέξεις παρεκτρεπομένας από την σειράν του υπηκόου, ας μάθωσι ότι η επιείκεια δεν θέλει προβή περαιτέρω, και ότι εντός της προσθεσμίας τριών μηνών η επιστροφή των προς την Κυβέρνησιν θέλει προξενήσει εις αυτούς την εκπλήρωσιν των ευεργετικών υποσχέσεων, όσαι γίνονται σήμερον προς αυτούς· και ότι αν τουναντίον επιμένωσιν εις την ανταρσίαν των, θέλουν είναι υπεύθυνοι διά το έγκλημά των και εις τούτον και εις τον άλλον κόσμον.
Η παρούσα έγγραφος απόκρισις, σάς παραχωρείται με την άδειαν να γνωστοποιηθή εκ μέρους του Πατριαρχείου εις τους κατοίκους.
(Συνέχεια της πατριαρχικής επιστολής)
Τα ευεργετήματα, τα οποία προσφέρει η ισχυρά αυτοκρατορία κατά συνεπείαν της μεσολαβήσεως και των προνοητικών παρακλήσεών μας υπέρ πάντων υμών, πρέπει αναμφιβόλως να σας ευχαριστήσωσι και να ευφράνωσι την καρδίαν σας, να εξαλείψουν τας υποψίας, να αποκρούουν πάσαν πρόφασιν, και να καταστρέψουν τας πανουργίας των εναντίων.
Διά τον σκοπόν τούτον, η παρούσα επιστολή, γεγραμμένη δι’ όλους υμάς, διαβιβάζεται διά προσώπων εκλεκτών και αξιοσυστάτων, εκ των εγκρίτων αρχιεπισκόπων της Ιεράς Συνόδου, των σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών, Νικαίας Ιωσήφ, Χαλκηδόνος Ζαχαρίου, Λαρίσσης Μελετίου, και του Μεγάλου Πρωτοσυγγέλου της ημετέρας Εκκλησίας. Οι σεβάσμιοι ούτοι απεσταλμένοι, θέλουν σας προτρέψει και διά ζώσης φωνής ν’ ακούσητε τας συμβουλάς ημών, αγαπητά εν πενύματι τέκνα, ενόσω είναι καιρός χαρίτων, καιρός μετανοίας. Διά τους οικτιρμούς του Θεού, μη χάνετε την πολύτιμον ταύτην περίστασιν, την οποίαν μετά ταύτα θα ζητήσετε χωρίς να δυνηθήτε να την εύρητε· σκέφθητε με φρόνησιν και φεισθήτε συγχρόνως την ψυχήν, το σώμα και την περιουσίαν σας. Ακούσατε την φωνήν μιας μητρός ήτις σας έθρεψε πνευματικώς· αποδεχθείτε μετά προθυμίας τας σωτηρίους νουθεσίας της, και δείξατε δι’ επιστροφής ειλικρινούς, πόσον μεγάλη είναι η μετάνοια διά τα γενόμενα. Επανερχόμενοι εις την ιεράν ποίμνην του Χριστού, θέλετε προξενήσει χορόν εις ημάς και εις πάντα όστις φέρει το όνομα του χριστιανού.
Προσδράμετε όλοι εις τας αγκάλας τας οποίας σας ανοίγει η Κραταιά Βασιλεία, εάν θέλετε να ιδήτε πάλιν ημέρας φαιδράς και αλύπους, και ν’ αποφύγητε κινδύνους και σκοπέλους επί των οποίων τέλος πάντων θα συντριφθήτε. Σπεύσατε να φθάσητε εις τον σωτήριον λιμένα, εις τον οποίον θέλομεν σας υποδεχθή μετά χαράς.
Περιμένομεν κατά το ωρισμένον διάστημα των τριών μηνών τα αποτελέσματα των φρονίμων συμβουλών, τας οποίας σας φέρουν τα διακεκριμένα υποκείμενα εις τα οποία επιτρέψαμεν ταύτην αποστολήν, και ελπίζομεν ότι τα αποτελέσματα θέλουν είναι ευάρεστα εις την Κυβέρνησιν. Θέλετε εκπληρώσει τας πράξεις τας οποίας σας επιβάλλουν τα ιερά χρέη της υποταγής· ημείς δε θέλομεν σας ανταμείψει διά των δωρεών των εκκλησιαστικών ημών χαρίτων.
Αλλ’ αν, ο μη γένοιτο, και πάλιν απαντήσωμεν ισχυρογνωμίαν και απείθειαν προερχομένη από τας απατηλάς ιδέας αι οποίαι σας αποπλανούν, η αξίνη προς την ρίζαν των δένδρων κείται… Υμείς όψεσθε.
(Έπονται αι υπογραφαί)
Οι μητροπολίτες, αφού συνάντησαν πρώτα τον Ιμπραήμ, πήγαν ύστερα στο Ναύπλιο, όπου όμως ο έπαρχος Γενοβέλης δεν τους άφησε να εισέλθουν, για να μην επηρεάσουν τον πληθυσμό. Το ίδιο συνέβη και στην Τριπολιτσά, όπου ο έπαρχος Βλαχόπουλος τους απαγόρευσε να εισέλθουν στην πόλη. Όταν τον Απρίλιο έφτασαν στον Πόρο και τόλμησαν να πουν στον Καποδίστρια, ότι θα διάβαζαν την πατριαρχική προκήρυξη, με την οποία καλούνταν ο ελληνικός λαός να υποταχθεί στο σουλτάνο, όχι μόνον δεν τους το επέτρεψε, αλλά επί πλέον τους μίλησε σε πολύ αυστηρή γλώσσα.
Αξίζει εδώ να παραθέσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα της πατριωτικής και περήφανης απάντησης του Καποδίστρια προς τους απεσταλμένους του Πατριαρχείου κληρικούς, που μετέφεραν την εξωφρενική κι αντεθνική πατριαρχική έκκληση εθελοδουλίας, όπως δημοσιεύθηκε στο «Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού», τόμος Β’, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000:
Αρ. 2683
Ελληνική Πολιτεία
Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος
Προς τον Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην και την περί αυτόν αγίαν Σύνοδον.
Η προς τους προύχοντας, κληρικούς, προκρίτους και λοιπούς χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου Πελάγους εκάστης τάξεως και βαθμού διευθυνθείσα παρά της Υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου επιστολή του Φεβρουαρίου μηνός είχε φανή και εις τας εφημερίδας όλης της Ευρώπης, και αυτής ακόμη της Ελλάδος, ότε εσχάτως οι άγιοι Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίται Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσσης και Ιωαννίνων μετά του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου έφθασαν εις την νήσον Πόρον, όπου κατά το παρόν και ημείς διατρίβομεν…
Όσον ολίγων ελπίδων και αν ήτον η προσδοκία μας, δεν δυνάμεθα να υποκρύψωμεν εις την Υμετέραν Παναγιότητα την ανέκφραστον λύπην, την οποίαν ησθάνθημεν, όταν εβεβαιώθημεν, ότι η αποστολή των Ιεραρχών τούτων σκοπόν μόνον είχε του να εγχειρίσωσι προς ημάς την ιδίαν του Φεβρουαρίου επιστολήν και να μας προτρέψωσιν εν ταυτώ, καθ’ όλους τους κατεπείγοντας τρόπους, ώστε να τους δώσωμεν καν ελπίδας ότι Ελληνικόν έθνος ήθελε παραδεχθή τας νουθεσίας της Υ. Παναγιότητος.
Οι ίδιοι ημείς, δεξάμενοι παρά των ιδίων αυτών την επιστολήν, είπομεν μεθ’ όλης της παρρησίας τα αίτια, με τα οποία το βήμα τούτο ούτε συνέπειάν τινα εδύνατο να έχη, ούτε καρπούς παντελώς να φέρη αναλόγους προς τας επιθυμίας της Υ. Παναγιότητος.
Βαθύτατα αισθανόμεθα ο,τι οφείλομεν εις την θέσιν και της Μεγάλης Εκκλησίας και της Υ. Παναγιότητος, δια τούτο και δεν εγκρίνομεν να ανακεφαλαιώσωμεν το περιεχόμενον της συνοδικής επιστολής.
Περικυκλούμενος και πολεμούμενος ο λαός ούτος εξ ενός μέρους από φοβερά στρατόπεδα, ωθούμενος συχνάκις έως του χείλους της αβύσσου, ο λαός ούτος υπάρχει ακόμη.
Ομόφωνος και γενική είναι η πεποίθησις αύτη· ούτε οι προύχοντες ούτε ο κλήρος ούτε ο λαός, προς τους οποίους η Υ.Π. διευθύνεται, έχουσιν ούτε δύνανται να έχωσιν άλλην παρ’ αυτήν την πεποίθησιν, χωρίς να εξαχρειωθώσι και να παύσωσι του να είναι άνθρωποι και χριστιανοί.
Πάμπολυ αίμα εχύθη, πάμπολλαι ουσίαι εφθάρησαν εις διάστημα οκτώ ετών πολέμου και δυστυχιών, καθ’ ους ο τόπος ούτος κατηφανίσθη, ώστε όλως διόλου αδύνατον είναι να επανέλθη εις οποιανδήποτε κατάστασιν πραγμάτων βάσιν έχουσαν το παρελθόν!
Εν Πόρω την 28η Μαΐου (9 Ιουνίου) 1828
Ο Κυβερνήτης
Ι. Α. Καποδίστριας
Ο Γραμματεύς της Επικρατείας
Σ. Τρικούπης
Όσον αφορά στον πατριάρχη Αγαθάγγελο και στην εγκύκλιό του, χαρακτηριστικά είναι όσα γράφτηκαν ανώνυμα στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» το Σεπτέμβριο του 1828 με τίτλο: «Περί της εις την Ελλάδα αποστολής των Αρχιερέων κατά τον παρελθόντα Απρίλιον». Παρατίθενται ορισμένα αποσπάσματα: «…ο Ρεΐζ Εφέντης εις μίαν συνέντευξίν του μετά του Πατριάρχου εφάνη παρωργισμένος και ήλεγξεν αυτόν, ότι δεν εκπληροί τα πατριαρχικά χρέη του.
Ο πατριάρχης, φοβηθείς μήπως εκπέση του θρόνου του η μήπως ευρεθή εις ανάγκην να εκκενώση τον συναχθέντα πλούτον του, σκεφθείς επενόησε και επρόβαλεν εις την Πόρταν ότι, αν του εδίδετο άδεια, ηδύνατο να μεταχειρισθή τινά μέσα, δια να διαιρέση τους Έλληνας, και με πρόσχημα θρησκευτικών παραινέσεων να αποτοξεύση εις αυτούς εμφύλιον πόλεμον … Κατ’ αυτόν τον τρόπον ενηργήθη η αποστολή των αρχιερέων και των εγκυκλίων γραμμάτων εις Πελοπόννησον.
Ο δε πατριάρχης αυτός… περιγράφεται όμως ως άνθρωπος νωθροτάτου νοός και χαμερπών αισθημάτων· διο, και, ενώ αυτόκλητος περιεπλέχθη εις επιχείρημα όσον απερίσκεπτον τόσον και μάταιον, ήδη βλέπων πλησιάζοντα τον καιρόν, καθ’ ον θέλει φανή του κινήματός του η απροβλεψία, κυριεύεται από πολλήν δειλίαν. Άραγε ο συναχθείς παρ’ αυτού πλούτος δύναται να τον σώση;»
Ο επόμενος πατριάρχης, Κωνστάντιος, επικοινώνησε με τον Καποδίστρια και προσπάθησε να τον πείσει να απαγορεύσει να κυκλοφορούν στην Ελλάδα καλβινιστικά βιβλία, εξέφρασε δε «την ζωηράν επιθυμίαν, όπως οι Έλληνες επανέλθωσιν πάλιν υπό τας ζωοπαρόχους ακτίνας του ορθοδόξου πατριαρχικού ήλιου».
Ούτε σε μεταγενέστερους χρόνους το Πατριαρχείο σταμάτησε να προτρέπει τους ορθόδοξους χριστιανούς να εκτελούν πιστά τα προς τον σουλτάνο χρέη τους. Έτσι με την από 23 Φεβρουαρίου 1840 έντυπη εγκύκλιό του ο πατριάρχης Άνθιμος Δ΄ ο από Νικομηδείας, ευθύς μετά την εκλογή του και την ανάληψη των καθηκόντων του, απευθύνθηκε προς τις μονές του Αγίου Όρους, στις οποίες συνιστούσε να εκτελούν πιστά τα «ρεαγιαδικά χρέη» τους και να προσεύχονται για την μακροημέρευση και υγεία του «ευσπλαχνικωτάτου ημών Άνακτος Σουλτάν Απδούλ Μετζίτ εφένδη».
Αντίτυπό της, μαζί με άλλα παρόμοια, φυλάσσεται στο Αρχείο της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους (φάκελος: «Πατριαρχικά 1783-1906»).
Οι αλλαξοπατριαρχίες υπήρξαν ένα φαινόμενο καθ’ όλη την διάρκεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το φαινόμενο αυτό κορυφώθηκε κατά την Τουρκοκρατία. Οι μνηστήρες των θρόνων των πατριαρχών συναγωνίζονταν μεταξύ τους με προσφορές χιλιάδων φλουριών προς τους Τούρκους διοικητές για το ποιος θα πατριαρχεύει. Οι αιώνες που θα ακολουθήσουν αποτελούν την πιο μαύρη εποχή των κληρικών και της Εκκλησίας, γι’ αυτό τον λόγο αποσιωπούνται από τα βιβλία την ιστορίας μας. Οι αγοροπωλησίες των αξιωμάτων των κληρικών, ταπεινωτικές δημοπρασίες για τους θρόνους, δωροδοκίες, συνομωσίες και ελεεινή εκμετάλλευση του υπόδουλου χριστιανικού ποιμνίου, αποτελούν μερικά από τα τραγελαφικά γεγονότα της εποχής. «Οι περί τον πατριάρχην αρχιερείς ουδέν άλλον εσυλλογίζοντο παρά το φατριάζειν περί το αλλαξοπατριαρχεύειν» γράφει ο Αθ. Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του («Τα μετά την άλωσιν», σελ. 85).
Μεταξύ 1623 και 1700 δηλαδή σε διάστημα 77 ετών έγιναν πενήντα αλλοξοπατριαρχίες! Ο Άγγλος περιηγητής Τζορτζ Γουέλερ στο έργο του («A journey into Greece», Λονδίνο 1862, σελ. 192) αναφέρει: «Ο ορθόδοξος κλήρος είναι τόσο φιλόδοξος που οι μητροπολίτες αγοράζουν τον πατριαρχικό θρόνο πίσω από τις πλάτες των ανταγωνιστών τους απ’ τον Μεγάλο Βεζύρη. Κι εκείνος χαίρεται να τους βλέπει να αλληλοσπαράσσονται για το ποιος θα του προσφέρει τα περισσότερα πεσκέσια. Για την εξαγορά του αξιώματος καταβάλλουν τεράστια ποσά. Και για να τα εισπράξουν καταπιέζουν και καταληστεύουν τους φτωχούς χριστιανούς». Οι αλληλοσυκοφαντίες των επίδοξων Πατριαρχών προς τους Τούρκους ήταν το κύριο όπλο για την ανάληψη του πατριαρχικού θρόνου.
Το 1700 το πεσκέσι για την εξαγορά του πατριαρχικού αξιώματος είχε φτάσει τα 60.000 τάληρα! Όπως γράφει ο περιηγητής Πιτόν Ντε Τορνεφόρτ, «Είναι θλιβερό, να βλέπει κανείς τον αρχηγό της Εκκλησίας να διορίζεται απ’ τον σουλτάνο ή απ’ τον Μεγάλο Βεζύρη, απ’ τους δυνάστες δηλαδή του λαού και της χριστιανοσύνης. Αλλά το πιο θλιβερό είναι ότι οι Ρωμιοί δημιούργησαν αυτήν την κατάσταση. Αρχικώς οι Τούρκοι είχαν αξιώσει ένα ποσό συμβολικό κατά την ανάρρηση του νέου πατριάρχη για την επικύρωση της εκλογής. Οι ορθόδοξοι ιεράρχες έκαναν το αξίωμα του πατριάρχη δημοπρασία και η τιμή του θρόνου έφθασε σήμερα τα 60.000 τάληρα. Ο ένας πατριάρχης εκδιώκει με την δωροδοκία τον άλλον».
Η αμάθεια και η αγραμματοσύνη των μοναχών της εποχής αυτής μάστιζε και τους πατριάρχες και αποτελούσε το κύριο στοιχείο του κλήρου σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν αναλυτικά οι περιηγητές. Οι αλλαξοπατριαρχίες επί χρηματικής εξαγοράς γίνονταν και μέχρι την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης: «Η σύνοδος αγοράζει τον πατριαρχικόν θρόνον απ’ τον οθωμανικόν αντιβασιλέα δια μία μεγάλη ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώση περισσότερον κέρδος και τον αγοραστήν τον ονομάζει πατριάρχην. Αυτός λοιπόν δια να ξαναλάβη τα όσα εδανείσθη δια την αγοράν του θρόνου, πωλεί τας επαρχίας ήτοι αριεπισκοπάς, ούτινος δώση περισσοτέραν ποσότητα και ούτως σχηματίσει τους αρχιεπισκόπους» («Ελληνική Νομαρχία» σελ.128).
O όρκος υποταγής των πατριαρχών στο σουλτάνο
Ο Τούρκος κατακτητής, ως αναγνώριση της συμβολής στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης και των πολύτιμων υπηρεσιών που παρήχαν οι ρασοφόροι … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Τρία ιστορικά έργα (τα οποία ίσως δεν θα πρέπει να λείπουν από καμία ηλεκτρονική βιβλιοθήκη), μέσα απ’ τα οποία γίνεται προσπάθεια καταγραφής ενός σημαντικότατου και καθοριστικού σημείου της ιστορίας των Ελλήνων:
Σπυρίδων Τρικούπης – Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως
Ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν επιφανής πολιτικός, διπλωμάτης, ρήτορας, λόγιος, ποιητής και ιστοριογράφος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και γεννήθηκε το 1788 στο Μεσολόγγι, όπου διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα στην περιώνυμη Σχολή των Παλαμάδων. Στην συνέχεια μετέβη στην Πάτρα, όπου έμαθε Αγγλικά, Ιταλικά και Γαλλικά, εργαζόμενος παράλληλα ως γραμματέας του εκεί γενικού προξένου της Αγγλίας. Με υποτροφία του κόμη Γκίλφορντ, σπούδασε επί εξαετία φιλολογία και φιλοσοφία στη Ρώμη και στο Παρίσι.
Ο Σπυρίδων Τρικούπης συγκαταλέγεται στους εξέχοντες Έλληνες του περασμένου αιώνα. Η ζωή του ήταν μια συνεχής προσφορά στην αναγεννώμενη Ελλάδα, που την υπηρέτησε στον Αγώνα της ελευθερίας και ύστερα ως πολιτικός ηγέτης, βουλευτής, υπουργός, πρέσβης. Ως πολιτικός στάθηκε πατριώτης, μετριοπαθής,αποστρεφόταν τις βίαιες λύσεις.
Ως ρήτορας, εξάλλου, υπήρξε έξοχος και δίκαια αποκλήθηκε εθνικός ρήτορας του Αγώνα για τις νεκρολογίες των επίσημων αγωνιστών και τους πανηγυρικούς του στις επετείους των μεγάλων μαχών της Επανάστασης. Οι περισσότεροι λόγοι του, αν και αυτοσχέδιοι, θεωρούνται σήμερα ως μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής τέχνης. Το 1829 εκδόθηκε στην Αίγινα το βιβλίο του με τίτλο «Λόγοι Επικήδειοι και Επινίκειοι».
Αλλά και ως ποιητής ο Τρικούπης ήταν σημαντικός. Λάτρης της δημοτικής μας ποίησης μετέφρασε στην δημοτική τον Θούριο του Τυρταίου, έγραψε τραγούδια όπως τον Δήμο και την Λίμνη του Μεσολογγίου και κατά γενική αναγνώριση υπήρξε εκείνος ο οποίος προέτρεψε τον Σολωμό να εγκαταλείψει τα ιταλόγλωσσα σχέδιά του και να γράψει στίχους στη Νεοελληνική. Η πρώτη ποιητική εμφάνιση του Τρικούπη έγινε στο Παρίσι το 1821, όπου δημοσίευσε τον Δήμο, κλέφτικο τραγούδι σε 250 ομοιοκατάληκτους στίχους.
Ωστόσο, η κύρια και ουσιαστική προσφορά του στην ελληνική γραμματεία παραμένει αναμφίβολα η έκδοση της τετράτομης Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1851 και η οποία επανεκδόθηκε έκτοτε πολλές φορές. Το έργο αυτό αποτελεί ακόμη και σήμερα άριστο βοήθημα και πολυτιμότατη πηγή για την μελέτη της Επανάστασης, λόγω της σαφήνειας, του ύφους και της αντικειμενικής και ευσυνείδητης προσπάθειας του συγγραφέα του.
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος – Ιστορία του ελληνικού έθνους
O Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815–1891) ήταν ιστορικός που χαρακτηρίζεται από τους σύγχρονους ιστορικούς ως ο «πατέρας» της ελληνικής ιστοριογραφίας. Είναι ο θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως σήμερα, αφού καθιέρωσε στην διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και επιδίωξε να αναιρέσει τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις ότι η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν περίοδος παρακμής και εκφυλισμού που δεν αναγνωριζόταν ως τμήμα της ελληνικής ιστορίας. Πιστεύεται ότι έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας.
Το 1860 ξεκίνησε η έκδοση της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», έργου που τον καθιέρωσε στον επιστημονικό χώρο. Ο Παπαρρηγόπουλος, στο έργο του αυτό, που η έκδοσή του τέλειωσε το 1876, παρουσιάζει την Ελλάδα στην αρχαιότητα, στα βυζαντινά χρόνια, στην περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας και στα χρόνια της Επανάστασης (ας σημειωθεί ότι το 1843 ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ήταν παρών ως πρακτικογράφος στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος συνέδεσε ιστορικά την αρχαιότητα με τη νεότερη Ελλάδα μέσω του Βυζαντίου. Ως εναρκτήριο σημείο του Νέου Ελληνισμού προσδιόρισε το 1204, δηλαδή την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Διαφώνησε με τον Γερμανό ιστορικό Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ, ο οποίος στο έργο του «Ιστορία της χερσονήσου του Μωρέως κατά τον Μεσαίωνα» (1830 και 1836) υποστήριζε ότι ο ελληνικός πληθυσμός είχε εξαφανιστεί τον 6ο μ.Χ., ύστερα από την κάθοδο σλαβικών φύλων, επομένως οι νεότεροι Έλληνες δεν είχαν καμία φυλετική συγγένεια με τους αρχαίους. Μεγάλη μερίδα λογίων της εποχής κατέκρινε την προσπάθεια του Παπαρρηγόπουλου να «ενσφηνώσει» το Βυζάντιο, στο οποίο κυριαρχούσε η θρησκοληψία και η δεισιδαιμονία, ανάμεσα στην αρχαία και νεότερη Ελλάδα, πηγαίνοντας στο άλλο άκρο από τον Φαλμεράιερ και δεν ονομάστηκε τυχαία «εθνικός μας ιστοριογράφος». Ο Παπαρρηγόπουλος επιχειρηματολόγησε, εξετάζοντας κυρίως τον λαϊκό πολιτισμό, δηλαδή τα έθιμα, τη γλώσσα κ.α. Παρ’ όλα αυτά, η αντικειμενικότητα του Παπαρρηγόπουλου, τουλάχιστον όσον αφορά αυτή την ιστορική περίοδο, αμφισβητείται αρκετά. Ο Παπαρρηγόπουλος εντάσσεται στη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα υπό την έννοια ότι η δουλειά του περιέχει εθνικά και ιδεολογικά στοιχεία. Το έργο του είναι σημαντικό για την ελληνική ιστοριογραφία. Το μήνυμά του είχε ανταπόκριση στην ελληνική κοινωνία της εποχής γιατί ανταποκρινόταν στις ανάγκες της και για αυτό υιοθετήθηκε από την πολιτεία ως ιδεολογικό στοιχείο του προγράμματος οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας. Η επιτομή της «Ιστορίας του ελληνικού έθνους» του Παπαρρηγόπουλου σε πολλές από τις επανεκδόσεις της συμπληρώθηκε με στοιχεία που αφορούσαν την αρχαία ελληνική και τη νεότερη ιστορία. Οι προσθήκες αυτές ενσωματώθηκαν στο αρχικό κείμενο του Παπαρρηγόπουλου χωρίς να αλλοιώνεται το ύφος του συγγραφέα.
Διονύσιος Κόκκινος – Η Ελληνική Επανάστασις
Ο Διονύσιος Κόκκινος ήταν ιστορικός και λογοτέχνης. Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας. Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να ασχοληθεί με την ιστορία και τη λογοτεχνία. Υπηρέτησε ως οπλίτης κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ασχολήθηκε με την συγγραφή της Επανάστασης του 21. Έγραψε 250 διηγήματα διάσπαρτα σε διάφορες εφημερίδες. Εξέδωσε την εφημερίδα «Μέλλον» και εργάσθηκε στις εφημερίδες Ακρόπολη, Καθημερινή, Πατρίδα, Πρωτεύουσα, Ελληνική, Πρωΐα και Έθνος. Επίσης διετέλεσε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης ενώ εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1955. Η «Ελληνική Επανάστασις» δεν αποτελεί μόνο έργο επιστημονικό και ιστορικό, αλλά και λογοτεχνικό, όπου τα γεγονότα περιγράφονται χωρίς υπερβολές και τόσο ζωντανά, ώστε νομίζεις ότι βλέπεις τη δράση και ακούς τα ίδια πρόσωπα να μιλούν.
Λήψη αρχείου (1.24 GB)
Σημείωση: Και τα 3 έργα βρίσκονται σε 1 αρχείο, το οποίο είναι χωρισμένο σε 7 μέρη. Θα πρέπει να κατεβάσετε όλα τα αρχεία και μετά να αποσυμπιέσετε μόνο το αρχείο Istoria.zip.
«Εγεννήθηκα στα 1770.
Όταν εγλύτωσα από την Καστάνιτζα είμουν χρονών 10.
Διαμονή Μάνης χρόνια 2.
Εις την Αλωνίσθενα χρόνια 3.
Εις τα Σαμπάσικα χρόνια 12.
Εποχή της νεότητος, 5 χρόνια ανύπανδρος και άλλους 7 χρόνους υπανδρευμένος· 27 χρόνους είχα όταν με επρωτοκυνήγησαν.
Αρματωλός και κλέφτης αλληλοδιαδόχως χρόνια 5.
Φερμάνι Βασιλικό διά εμένα και τον Πετιμεζά στα 1802.
Το δεύτερο φερμάνι τον Ιανουάριον 1806, και το Πατριαρχικό Συνοδικό.
36 χρόνων ήμουν όταν επήγα εις την Ζάκυνθο.
50 χρόνους είχα όταν εβγήκα εις την επανάστασι». Θεόδωρος Κολοκοτρώνης – Απομνημονεύματα.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο «Γέρος του Μοριά», Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στον λόγιο Γεώργιο Τερτσέτη τα «Απομνημονεύματά» του, τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση και ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της νεοελληνικής γραμματείας.
Τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη αποτελούν τη μια εκ των τριών προφορικών αφηγήσεων αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα του ’21, που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης. Η κομβική για τον αγώνα μορφή του Κολοκοτρώνη κατέχει περίλαμπρη θέση στο πάνθεον των ηρώων της νεώτερης ελληνικής ιστορίας ενώ, τα απομνημόνευματά του φέρουν τη θέρμη του ανθρώπου που δεν είναι μονάχα αυτόπτης, αλλά και πρωταγωνιστής των γεγονότων που ιστορεί. Η μαρτυρία του, θα είχε χαθεί αν ο Επτανήσιος ποιητής και δικαστής δεν τον έπειθε να ιστορήσει τα έργα του.
Οι δυο άνδρες είχαν συνδεθεί κατά τη διάρκεια της γνωστής δίκης (1834), όταν η βαυαρική αντιβασιλεία θέλησε, για πολιτικούς λόγους να καταδικάσει σε θάνατο τον «Γέρο του Μοριά» και ο Τερτσέτης που ήταν ένας από τους δικαστές, αρνήθηκε να υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Με την επιχειρηματολογία του κατόρθωσε να κάμψει τις αντιρρήσεις και τους δισταγμούς του αναλφάβητου Γέρου, ενώ σχετικά με τα λίγα γράμματα που γνώριζε, ο Τερτσέτης συνήθιζε χαρακτηριστικά να λέει: «Λες δεν ηξεύρεις γράμματα και πολλά ηξεύρεις. Τα λόγια είναι γράμματα! Μίλειε κι εγώ γράφω!».
Έτσι, το 1851, εκδίδεται η «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 εώς τα 1836».
Τα «Απομνημονεύματα» που ο Κολοκοτρώνης υπαγόρεψε στον Γεώργιο Τερτσέτη, ξεχωρίζουν ως κειμήλιο λόγου, πατριωτισμού, παρατηρητικότητας, απλότητας, ζωντάνιας και αγνής λαϊκής θυμοσοφίας … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »