Ήταν ο Ιησούς Έλλην φιλόσοφος;
03/03/2025 |
Σχολιασμός
Σε μία έρευνα δεν υπάρχει τίποτα το προφανές. Πρέπει όλα να διερευνώνται και όλα να στοιχειοθετούνται με αποδείξεις και τεκμήρια. Έτσι λοιπόν, στο παρόν άρθρο, θα εξεταστεί εάν ο Ιησούς ήταν Έλλην φιλόσοφος, όσο και αν είναι προφανές το αντίθετο. Αν και στον ιστότοπο αυτό έχουν κατά καιρούς παρατεθεί πολύ αξιόλογες μελέτες και πονήματα για την ιστορική ανυπαρξία του Ιησού, εδώ θα υποθέσουμε ότι υπήρξε όπως ακριβώς μας παραδίδεται από τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια.
Όσον αφορά το θέμα μας και σε πολύ γενικές γραμμές, ως πηγές έχουμε τις αναφορές που βρίσκονται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης και που αποτελούν τον πυρήνα της επίσημης θέσης της Εκκλησίας, τις μαρτυρίες των λεγόμενων απόκρυφων κειμένων (που εκ των υστέρων άλλες δέχτηκε η Εκκλησία και άλλες όχι), και τα Γνωστικά Κείμενα (που η Εκκλησία δεν δέχεται κατά κανέναν τρόπο). Στην μαρτυρία της Καινής Διαθήκης μπορούμε να προσθέσουμε και εκείνες των μεταποστολικών πατέρων. Τα απόκρυφα κείμενα δεν έρχονται να μας πουν άλλα πράγματα από όσα μας πληροφορούν οι συντάκτες της Καινής Διαθήκης, αλλά να «συμπληρώσουν» τα κενά που υπάρχουν στις ευαγγελικές διηγήσεις. Τα Γνωστικά είναι κάτι άλλο. Ο καθηγητής Στ. Παπαδόπουλος γράφει στην πατρολογία του ότι τα απόκρυφα διαχωρίζονται από τα Γνωστικά Κείμενα. «Οι συντάκτες απόκρυφων έργων διακρίνονται εις αυτούς που μένουν στο χώρο της συνοπτικής και καινοδιαθηκικής παραδόσεως, εις αυτούς που συμπληρώνουν ευρύτερα την παράδοση αυτή και ζητούν να υποκαταστήσουν τα κανονικά βιβλία, και εις αυτούς που δημιουργούν κάτι το τελείως νέο, χωρίς να προϋποθέτουν στοιχεία καινοδιαθηκικής παραδόσεως» (τ. Ά, σ. 201).
Κατά συνέπεια, η πρώτη κατηγορία αποκρύφων συμφωνεί -ως προς τα ζητήματα που εξετάζουμε- με τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης. Όσον αφορά τα συστήματα των Γνωστικών, θεωρούσαν τον Ιησού ως έναν ανώτερο «αιώνα», δηλαδή μια μεσολαβητική οντότητα μεταξύ των ανθρώπων και του Αγαθού υπερβατικού Θεού, που ήρθε να μας «λυτρώσει» δια της γνώσεως από τον κακό Δημιουργό του Κόσμου που ταυτίζεται με τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης. Κατά συνέπεια, εφόσον εκ των πραγμάτων αναιρείται η ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού, τότε δεν έχει κανένα νόημα η συζήτηση περί της ελληνικότητάς του και το αν ήταν ή δεν ήταν φιλόσοφος κατά τους Γνωστικούς. Επομένως, καταλήγουμε στο να φέρουμε αποδείξεις και πειστήρια από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και τους μεταποστολικούς πατέρες. Δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα εάν παρουσιάζονταν όλες οι μαρτυρίες, εφόσον επαναλαμβάνουν τις ίδιες θέσεις. Για αυτό θα παρατεθούν ορισμένες από αυτές, ικανώς επαρκούσες ώστε να αναιρεθούν οι πλάνες. Άλλωστε από μια αναζήτηση στο διαδίκτυο, οι υποστηρικτές αυτών των απόψεων (που σχετίζονται άμεσα με το δόγμα των «ελληνοχριστιανικών» συνθέσεων) κάνουν επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων από τα κανονικά ευαγγέλια …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Σε συνέχεια των αναφορών περί της συνειδησιακής καθυπόταξης των εθνικών που επιχείρησε με δόλιο και ύπουλο τρόπο η χριστιανική Εκκλησία, θα παρουσιαστούν οι πρώιμες αναφορές στους σιβυλλικούς χρησμούς, δια των οποίων τολμήθηκε από ορισμένους σύγχρονους η «απόδειξη» της δήθεν συνέχειας του Ελληνισμού μέσω του Χριστιανισμού. Υπενθυμίζω στους αναγνώστες την χριστιανική πλαστογράφηση των χρησμών αυτών, όπως αναφέρεται από τον Κέλσο προς τα τέλη του δευτέρου μεταχριστιανικού αιώνος· «Υμείς δε καν Σίβυλλαν, η χρώνται τινές υμών, εικότως αν μάλλον προεστήσασθε ως του θεού παίδα· νυν δε παρεγγράφειν μεν εις τα εκείνης πολλά και βλάσφημα εική δύνασθε, τον δε βίω μεν επιρρητοτάτω θανάτω δε οικίστω χρησάμενον θεόν τίθεσθε» (PG τ. 11, σ. 1497).
Στο
Συχνά, τονίζεται η προσπάθεια της εξουσίας, αυτοκρατορικής και θρησκευτικής, να επιβάλλουν την πολιτική της θρησκευτικής ομοιογένειας στα πλαίσια ενός θεοκρατικού συστήματος, μέσω εδίκτων η πρώτη, και μέσω αναθεμάτων η δεύτερη, προσπαθώντας να καταπνίξουν οποιαδήποτε άλλη φωνή δεν συμφωνεί ή είναι διαφορετική από τη δική τους. Η βυζαντινολόγος Ε. Γλυκάζη, γράφει: «Δεν πρέπει πραγματικά να λησμονείται ότι τα δραστικά μέτρα κατά της ειδωλολατρίας, από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα να εξοστρακίσουν κάθε πνευματική εκδήλωση που δεν ήταν εμπνευσμένη από τις αξίες του Χριστιανισμού. […] Ο αρχαιοπρεπής άνθρωπος υποχρεώθηκε να υποταχθεί στην τρομοκρατία που επέβαλε η νέα θρησκεία με τη συνδρομή του κράτους» («Ιστορία του Ελληνικού έθνους», τ. Ζ). Δυστυχώς, υπάρχουν και αυτοί που τα λησμονούν, αν και η ίδια η ιστορία βοά μέσα στους αιώνες.



