Κείμενα – Σελίδα 13 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Μονόλογος ευαισθήτου ανδρός (Εμμανουήλ Ροΐδης)

  03/12/2011 | Σχολιασμός

Εμμανουήλ ΡοΐδηςΜεγάλη δυστυχία είναι να έχει κανείς πολύ καλήν καρδίαν. Το ηξεύρω εκ πείρας, διότι μ᾿ έκαμεν ο Θεός πάρα πολύ ευαίσθητον. Δεν ημπορώ να δω άνθρωπον να πάσχη και να κλαίει, χωρίς να γίνουν τα νεύρα μου άνω κάτω, ούτε να εννοήσω πως κατορθώνουν άλλοι να παρευρίσκωνται εις λυπηρά θεάματα. Αν τύχη ν᾿ αποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη και αν χιονίζη. Αλλ᾿ εγώ δεν ημπορώ να ιδώ αποθαμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα ζωντανόν, χωρίς να με ταράξη η σκέψις ότι κι εγώ θ᾿ αποθάνω. Έπειτα αν οι συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ᾿ επείραζε, διότι δεν αγαπώ τους εγωιστάς. Αν πάλιν έκλαιαν και εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε την όρεξιν η θα χαλούσε την χώνεψίν μου. Το στομάχι μου είναι κι εκείνο ευαίσθητο και δυό πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψη, τον αστακόν και τας συγκινήσεις. Τας συγκινήσεις εύκολον είναι να τας αποφύγω, να μην τρώγω όμως αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές φορές να ξεχάσω πως είμαι βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει κανείς να συγχωρά εις όσους αγαπά τα ελαττώματά των.

Άλλο πράγμα όπου δεν ημπορώ να καταλάβω είναι να υπάρχουν άνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ώστε να δέχωνται να παρασταθούν φίλοι των εις μονομαχίαν. Αλλ᾿ εγώ είμαι ευαίσθητος, και μόνη η ιδέα ότι ημπορεί ο φίλος μου ή ο αντίπαλός του να πάθη, με κάμει να ανατριχιάζω. Προ πάντων όταν συλλογίζομαι, ότι την ημέραν της μονομαχίας πρέπει να σηκωθώ εις τας επτά, ας είναι καιρός άσχημος, να χασομερέψω εις τρεχάματα, συνεντεύξεις και συντάξεις πρωτοκόλλων, και ίσως να πληρώσω και αμαξιάτικα με κίνδυνο να τα χάσω, αν τύχη, Θεός φυλάξοι, ο φίλος μου να σκοτωθή
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Είσαι φτωχός, όταν…

  10/06/2011 | Σχολιασμός

Φτώχεια– Είσαι φτωχός όταν ξέρεις ακριβώς πόσο κοστίζει το κάθε τι.

– Είσαι φτωχός, όταν θυμώνεις με τα παιδιά σου, όταν σου ζητούν όλες τις αηδίες που βλέπουν στην τηλεόραση.

– Είσαι φτωχός, όταν ελπίζεις πως θα σου περάσει ο πονόδοντος.

– Είσαι φτωχός, όταν τα παιδιά σου πηγαίνουν στα σπίτια των φίλων τους, αλλά ποτέ δεν έρχονται στο δικό σου.
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Η εθνική μας φασουλάδα (Ηλίας Πετρόπουλος)

  15/05/2011 | Σχολιασμός

Φασολάδα«Πολλά φαγητά τέρπουν το λαρύγγι και το στομάχι. Η φασουλάδα υπερτερεί όλων, καθ’ ότι ευχαριστεί, επιπλέον, και τον πρωκτό. Ανέκαθεν, αντιμετώπιζα την πορδή, σαν γέλιο τής κωλοτρυπίδας»…

Οι Έλληνες λαογράφοι απεχθάνονται την φασουλάδα. Οι Έλληνες λεξικογράφοι περιφρονούν την φασουλάδα. Ο Λουκάτος, ο Ζώης, ο Βοσταντζόγλου, ο Ρήγας, ο Πολίτης, ο Κουμανούδης κ.ά., καθώς και η «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια», ούτε καν την αναφέρουν. Με το «φασόλι» και τα «φασόλια», η κατάσταση κάπως βελτιώνεται…

Υπάρχουν καμμιά εξηνταριά είδη φασολιών. Σήμερα, πλάι στα κοινά φασόλια και στούς «γίγαντες», βλέπεις διάφορα άλλα ποικιλόχρωμα φασόλια λατινοαμερικάνικης προελεύσεως. Στις αρχές τού 20ού αιώνα, κυκλοφορούσαν λογής λογής φρέσκα φασουλάκια και φασόλια ξερά. Στην «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια» (έκδοση 1930) διαβάζω:

Οι φασίολοι είναι σημαντική τροφή τών λαϊκών ιδίως τάξεων. Εν Ελλάδι, καταναλίσκονται μεγάλως, περισσότερον εξ όλων τών οσπρίων. Η εγχώρια παραγωγή φασιόλων δεν καλύπτει τας ανάγκας τής καταναλώσεως, δι’ ο εισάγονται εκ τού εξωτερικού περί τούς 15-20.000 τόνοι ετησίως. Μεγάλαι παραγωγοί φασιόλων χώραι, είναι τα κράτη τής Βαλκανικής και ιδίως η Ρουμανία και η Σερβία…

Η έκφραση, «η φασουλάδα είναι το φαΐ τής φτωχολογιάς», αποτελεί απαράδεκτη προχειρολογία. Στην πραγματικότητα, τα φασόλια ήταν χωρισμένα, βάσει μιας καθαρώς ταξικής ιεραρχίας. Τα «μπαρμπούνια» (και δη «μπαρμπούνια με αγριογούρουνο») τα τρώγανε οι λεφτάδες. Τα κοινά φασόλια, ήτανε για τον λαό· τα «γυφτοφάσουλα» (γνωστά κι ως «μαυρομάτικα») τ’ αγόραζε η φτωχολογιά, ενώ η εσχάτην πλεμπάγια ξέπεφτε στην περίφημη «εβρέικη φασουλάδα»
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Η πολιτική, εν Ελλάδι, ρητορεία (Εμμανουήλ Ροΐδης)

  10/05/2011 | Σχολιασμός

Εμμανουήλ ΡοΐδηςΟλιγώτερον παντός άλλου άχαρι είναι το έργον του επιχειρούντος να εκτιμήση την παρ’ ημίν πολιτικήν ευγλωττίαν. Τί τω όντι θα είχε να είπη περί της σημερινής ημών φιλολογίας, τέχνης ή επιστήμης ή πώς σπουδάζων να ισχυρισθή ότι, αν ουχί ακμαίαι, είναι τουλάχιστον ζωνταναί; Τα πάντα παρ’ ημίν είναι σκιαί, είδωλα και φαντάσματα και ζωήν αληθινήν έχει μόνη η πολιτική. Μόνη αύτη έχει το προνόμιον να ελκύη την αμέριστον προσοχήν και να εξεγείρη το ενδιαφέρον πάντων των Ελλήνων, διότι μόνη αύτη δύναται να πορίση δημοτικότητα, δύναμιν, υπόληψιν, βαρύτητα και σημασίαν και εις αυτά τα μηδαμινά. Εις τας άλλας χώρας πολλά είναι τα στάδια τα αναγόμενα εις την ανθρωπίνην δραστηριότητα και φιλοδοξίαν. Φήμην, υπεροχήν, κοινωνικάς διακρίσεις, αξιώματα και τιμάς δύναται να ελπίση και ο επιστήμων και ο συγγραφεύς και ο καλλιτέχνης και αυτός ο ποιητής, αλλά παρ’ ημίν μόνος ο πολιτευτής. Την τοιαύτην εν Ελλάδι εξαιρετικώς υπέροχον θέσιν του βουλευτού αρκεί να εξηγήση το γεγονός, ότι εις μεν τας άλλας χώρας η δύναμις αυτού περιορίζεται εις το ν’ άνατρέπη τας κυβερνήσεις, ενώ εν Ελλάδι ουδείς υπάρχει της παντοδυναμίας του περιορισμός. Εκ του βουλευτού εξαρτάται όχι μόνον της κυβερνήσεως ο βίος, αλλά και η τιμή, η περιουσία, η ασφάλεια, ο επιούσιος άρτος ή τουλάχιστον η πλήρωσις πόθου τινός των πλείστων Ελλήνων. Ουδ’ υποπίπτομεν εις υπερβολήν λέγοντες «των πλείστων», αφού δεν είναι βεβαίως πολλοί οι μακάριοι εκείνοι Έλληνες, οι μη έχοντες ουδέν να φοβηθώσιν ή να ελπίσωσι παρά βουλευτού, ούτε οικόπεδον δυνάμενον να καταπατηθή ή να περιληφθή εις το σχέδιον της πόλεως, ούτε οφειλήν προς το δημόσιον ή απαίτησιν παρ’ αυτού καμμίαν, ούτε δίκην εκκρεμή, ούτε φόβον να χάσωσι δημοσίαν θέσιν εκ της οποίας αποζώσιν ή επιθυμίαν ν’ αποκτήσωσι τοιαύτην, ούτε συγγένειαν ή συμπάθειαν προς ύπόδικον δυνάμενον ν’ άθωωθή ή κατάδικον δυνάμενον να χαριτωθή, ούτε όρεξιν οιασδήποτε κυβερνητικής παραχωρήσεως, μεταλλείου, σιδηροδρομικής γραμμής, εργολαβίας, προμηθείας, μεταρρυθμίσεως εδαφίου τίνος του δασμολογίου, ή αδείας να μεταβάλωσι τα πεζοδρόμια εις σφαγείον ή παραρτήματα λαχανοπωλείου, ούτε αγρόν δυνάμενον να ερημωθή, ούτε θυγατέρα δυναμένην ν’ ατιμασθή ή τουλάχιστον ράχιν δυναμένην αυθαιρέτως να ξυλοφορτωθή, μετά την επικείμενην μάλιστα κατάργησιν της στρατιωτικής αστυνομίας.

Πάντα ταύτα, περί των οποίων αποφασίζει εις πάσαν άλλην χώραν ο νόμος, το δίκαιον, η προτίμησις της ικανότητος, το κοινόν συμφέρον και το σέβας προς την κοινήν γνώμην, εξαρτώνται παρ’ ημίν εκ μόνου του θελήματος του βουλευτού. Ο κύκλος της αρμοδιότητος και της ενεργείας του είναι δεκάκις ευρύτερος παρά εις πάσαν άλλην χώραν και η πεποίθησις εις την παντοδυναμίαν του τοσαύτη ώστε, ως οι Εβραίοι παρά του Χριστού τέρατα και σημεία, ούτω ζητούσι και οι Έλληνες εκλογείς παρά του βουλευτού να θαυματουργή, μεταβάλλων τους αχυρώνας εις δημοτικά σχολεία, τα χωράφια εις οικόπεδα, τους ακτήμονας εις κτηματίας, τους χρηστούς υπαλλήλους εις παυσανίας, τούς βλαχοδημάρχους εις ιππότας του Σωτήρος, τους δικαστάς εις αδικητάς και τους ξυλοσχίστας εις καθηγητάς.
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Ο δοκησίχριστος (Ανδρέας Λασκαράτος)

  26/03/2011 | Σχολιασμός

ΠιστόςΟ δοκησίχριστος νομίζει να είναι χριστιανός, καθώς ο δοκησίσοφος νομίζει να είναι σοφός.

Νομίζει τη θρησκεία τού Χριστού να συνίσταται σ’ εκείνα τα θρησκευτικά έθιμα μέσα στο οποία γεννήθηκε, και τα οποία μόνα γνωρίζει ως θρησκείαν. Περί ηθικής μορφώσεως τού ανθρώπου αποτελούσης την θρησκείαν τού Χριστού, δεν έχει διόλου ιδέαν.

Ο δοκησίχριστος τούτος, είναι αυστηρά προσκολλημένος εις τα εξωτερικά σημεία τής θρησκείας.

Δεν λείπει ποτέ από την εκκλησιά του. Βαστάει τις σαρακοστές. Κάνει τον σταυρό πρώτα κι έπειτα στο τραπέζι. Ξεμολογιέται και μεταλαβαίνει. Εορτάζει τούς αγίους. Και πανηγυρίζει τον άγιο τού ονόματός του.

Πληρώνει κι εκείνος το μερτικό του διά να γενούν ασημένιοι οι χαρτοί τού Ευαγγελίου τής εκκλησιάς του, μ’ όλον οπού το Ευαγγέλιο δεν το εδιάβαζε και δεν το διαβάζει ποτέ του, αλλά τού χρησιμεύει διά να αφορκίζει στα δικαστήρια απάνου σ’ εδαύτο. Την αφορκίαν όμως, την κάνει εν καλή πίστει και μετά παρρησίας ακατακρίτου, επειδή βλέπει και τούς παπάδες του που την κάμνουν.

Μισεί και καταφρονεί μ’ επίδειξιν, με αυθάδειαν και εν όλη πεποιθήσει ότι κάνει καλά, όλους όσους δεν κάνουμε άλλο τόσο. Θεωρεί τη θρησκεία σαν πράμμα δικό του. Και προσβάλλεται αν οι άλλοι δεν συμμερίζωνται τον σεβασμόν του διά την θρησκείαν του εκείνην, την οποίαν θεωρεί ως χρεωστική και διά τούς άλλους.

Είναι δε αξιοσημείωτον, ότι η παραφροσύνη τούτη, που ολοχρονίς υποθάλπεται εις την ψυχήν τού δοκησίχριστου, εις τις λεγόμενες σαρακοστές αυξάνει θαυμασίως μέσ’ την ψυχή του και μάλιστα την Μεγάλη Σαρακοστή, που τότε φθάνει στον βαθμόν τής παραφροσύνης.
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής