Η δυστυχία τού να είσαι Έλληνας (Νίκος Δήμου)
12/02/2011 |
Σχολιασμός
«Υπάρχουν Έλληνες που προβληματίζονται με τους εαυτούς τους και Έλληνες που δεν προβληματίζονται. Οι σκέψεις αυτές, αφορούν περισσότερο τους δεύτερους. Είναι όμως αφιερωμένες στους πρώτους».
Νίκος Δήμου
Εισαγωγή – Η δυστυχία τού να είσαι άνθρωπος
Ορίζουμε σαν ευτυχία την (συνήθως προσωρινή) κατάσταση, όπου η πραγματικότητα συμπίπτει με τις επιθυμίες μας.
Σε αναλογία, δυστυχία πρέπει να είναι η μη σύμπτωση ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα.
Με άλλα λόγια, δυστυχία μπορούμε να ονομάσουμε την απόσταση ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα.
Όσο μεγαλύτερη η απόσταση, τόσο πιο δυστυχισμένοι είμαστε.
Η ευτυχία (ή δυστυχία μας) εξαρτάται από το μέγεθος, την ένταση και την ποσότητα των επιθυμιών μας, από τη μια πλευρά και από τη φύση της πραγματικότητας, από την άλλη.
Μπορεί να είμαι δυστυχής, γιατί έχω υπερβολικές και υπέρμετρες επιθυμίες που (δίκαια) μένουν ανεκπλήρωτες. Ή μπορεί πάλι οι επιθυμίες μου να είναι «λογικές» (του μέσου ανθρώπινου όρου), αλλά η πραγματικότητα να με κατατρέχει (σαν τον Ιώβ). Τότε μιλάμε για κακοτυχία.
Έχουμε μια στατιστική έννοια, της ευτυχίας. Πιστεύουμε πως ένας άνθρωπος με «λογικές» επιθυμίες, θα πρέπει να έχει σε ίσο βαθμό επιτυχίες και απογοητεύσεις. (Απόδειξη: οι εκφράσεις «Θα γυρίσει η τύχη», «Θα γυρίσει ο τροχός» κ.λπ.).
Ωστόσο η ζωή δεν επιβεβαιώνει αυτή τη σκέψη. Συνήθως, αυτοί, που έχουν έντονες και πολλές επιθυμίες, ικανοποιούν περισσότερες απ’ όσους έχουν, λίγες και ταπεινές. Μόνο που η αχόρταγη φύση των πρώτων σπάνια τους επιτρέπει να αισθανθούν την κατάσταση της ισορροπίας, που ονομάζουμε ευτυχία.
Η απόσταση πού ονομάσαμε δυστυχία, λειτουργεί θετικά και αρνητικά. Δεν έχω αυτά που επιθυμώ, ή έχω κάτι που δεν το επιθυμώ (π.χ. μια αρρώστια).
Όσοι δίνουν «συνταγές ευτυχίας», προσπαθούν συνήθως να τροποποιήσουν ή να μειώσουν τις επιθυμίες, μιας και δεν είναι εύκολο να επηρεάσουν την πραγματικότητα. Φυσικά, όσο λιγότερες επιθυμίες έχουμε, τόσο λιγότερο κινδυνεύουμε να απογοητευθούμε και να πονέσουμε.
Το επόμενο βήμα, είναι η σκέψη τού Βούδα, που διδάσκει την κατάργηση της επιθυμίας, σαν σίγουρο αντίδοτο στη δυστυχία. (Ακόμη αποτελεσματικότερα: Την κατάργηση της πηγής κάθε επιθυμίας, του Εγώ).
Στα ζώα, το άνοιγμα ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα είναι ελάχιστο. Οι βασικές επιδιώξεις τού ζώου καλύπτονται από τις γύρω του δυνατότητες. Είναι απόλυτα προσαρμοσμένο στο περιβάλλον του.
Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για ευτυχισμένα καί δυστυχισμένα ζώα, μιας και δεν πρέπει να υπάρχει μέσα τους ή ένταση ανάμεσα στους δύο (ανθρώπινους) πόλους. Κάτι όμως μου λέει ότι τα πετεινά του ουρανού πρέπει να είναι ευτυχισμένα…
Αντίθετα με τα ζώα, ο άνθρωπος έχει επιθυμίες «θέσει και φύσει» μη-εκπληρώσιμες. Λαχταράει την αθανασία. Ενώ το μόνο σίγουρο που ξέρει για το μέλλον, είναι πώς κάποτε θα πεθάνει. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον άνθρωπο, σαν το ζώο που επιθυμεί πάντα περισσότερα από όσα φτάνει. Το απροσάρμοστο ζώο. Θα μπορούσαμε, με άλλα λόγια, να ορίσουμε τον άνθρωπο, σαν το ον που φέρνει τη δυστυχία -εγγενή- μέσα του.
Ή πάλι, θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον άνθρωπο σαν το τραγικό ζώο. Γιατί τι άλλο είναι ή τραγωδία, παρά η αγωνιστική βίωση της διάστασης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο;
Όσο πιο άνθρωπος είναι κανείς, όσο περισσότερο ποθεί και ζητά, τόσο μεγαλύτερο χάσκει το άνοιγμα. Κι αν είναι ήρωας, πολεμάει και χάνεται. Κι αν είναι καλλιτέχνης, προσπαθεί να γεμίσει το άνοιγμα με μορφές.
Αν ο άνθρωπος, ως άνθρωπος, φέρνει μέσα του τη δυστυχία, ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων έχουν μεγαλύτερη προδιάθεση σ’ αυτήν. Ακόμη και ορισμένες εθνότητες. Ανάμεσα σ’ αυτές, σίγουρα, οι Έλληνες. Οι νεο-Έλληνες.
Ο νεο-Έλληνας, λόγω ιστορίας, κληρονομικότητας και χαρακτήρα, παρουσιάζει μεγαλύτερο άνοιγμα ανάμεσα επιθυμία και πραγματικότητα, από τον μέσο όρο των άλλων ανθρώπων.
Αν δηλαδή, το να είσαι άνθρωπος σημαίνει ήδη τη βεβαιότητα ενός ποσού δυστυχίας, το να είσαι Έλληνας, προοιωνίζει μια μεγαλύτερη δόση.
Μιλάμε για τη «δυστυχία τού να είσαι Έλληνας» …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥΠΟΙΚΙΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Σήμερα πενθούμε τον θάνατο μιας αγαπημένης παλιάς φίλης, της Κοινής Λογικής, η οποία μας συντρόφευε για πολλά χρόνια. Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα την ηλικία της αφού το μητρώο γέννησής της έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό σε γραφειοκρατικές διατυπώσεις. Θα τη θυμόμαστε ως κάποια που μας δίδαξε πολύτιμα μαθήματα όπως αυτά:
Θα ηκούσατε ποτέ βεβαίως, εάν δεν ανέγνωτε, το χωρίον εκείνο του Ευαγγελίου, εν ω Ιησούς κατηγορείται υπό των Φαρισαίων ως εσθίων και πίνων μετά πορνών και αμαρτωλών. Εάν και τον τελευταίον θεολόγον ερωτήσητε, διατί ο μέγας του Χριστιανισμού ιδρυτής εγείνετο τοιουτοτρόπως σκάνδαλον εν τη κοινωνία, εν η έζη και της οποίας την ηθικήν αναμόρφωσιν και διά του λόγου και διά των έργων και διά του θανάτου του επεδίωξε, θα μάθητε ότι τούτο έπραττε μόνον ίνα σώση τας ψυχάς των απερριμμένων τούτων όντων, μόνον ίνα δείξη την σωστικήν ικανότητα αυτού εκεί ένθα το έργον ακανθωδέστερον παρίστατο. Αλλ’ εγώ προθύμως εις τον διάβολον πέμπων όλους τους θεολόγους, τους επί μιας φράσεως σχολαστικώς αναρτωμένους, ουδέποτε δε εις το πνεύμα του Ευαγγελίου εμβαθύνοντας και τον κοινόν νουν επικαλούμενος, τον μόνον δυνάμενον να αντιληφθή της τοσούτον απλής διδασκαλίας του Ιησού, φρονώ ότι ο μέγας κατά την καρδίαν ηθικολόγος ούτος περισσοτέρας θα εύρισκεν αρετάς και ευπλαστοτέραν ζύμην εν τω προσώπω των υπό της αγυρτικής κοινωνίας ως καθαρμάτων θεωρουμένων, παρά εν εκείνω των κομπαζόντων επί τη ηθική αυτών υπεροχή, ή κεραυνοβολούντων την διαφθοράν, εν τω κρυπτώ δε περιβαλλομένων προθύμως το ρυπαρόν αυτής ένδυμα. Ναι, την ηθικήν ταύτην διαφοράν διακρίνων αυτός μόνος εν μέσω της πονηράς εκείνης ιουδαϊκής κοινωνίας, ήτις αναζή δυστυχώς κατά καιρούς, απήντα μετά παρρησίας απαραμίλλου προς τους κατηγόρους του «αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού».


