Ιουλιανός: Περί ειδώλων
14/04/2012 |
Σχολιασμός
Όταν αντικρίζουμε τα αγάλματα των θεών, ας μην τα βλέπουμε σαν σκέτες πέτρες ή ξύλα, αλλά ούτε να θεωρούμε πως είναι οι ίδιοι οι θεοί. Βέβαια, και τις εικόνες των βασιλιάδων δεν τις λέμε ξύλο και πέτρα και χαλκό αλλά ούτε και βασιλιάδες -εικόνες των βασιλέων τις λέμε. Όποιος λοιπόν αγαπά τον βασιλιά, βλέπει με ευχαρίστηση την εικόνα του, όπως και όποιος αγαπά το παιδί του βλέπει μ’ ευχαρίστηση την εικόνα του παιδιού και όποιος αγαπά τον πατέρα του, την εικόνα του πατέρα· όποιος λοιπόν αγαπάει τους θεούς, αντικρίζει με ευχαρίστηση τα αγάλματα και τις εικόνες των θεών, νιώθοντας την ίδια στιγμή σεβασμό και ρίγος καθώς τον βλέπουν, αόρατοι, οι θεοί.
Αν τώρα κάποιος νομίζει πως αυτά τα αγάλματα δεν μπορούν να καταστραφούν επειδή κάποτε ονομάστηκαν εικόνες των θεών, θα τον θεωρήσω τελείως άμυαλο· γιατί θα ‘πρεπε τότε να μην είχαν φτιαχτεί από ανθρώπινα χέρια. Είναι άλλωστε δυνατόν, ένας άθλιος και αμαθής άνθρωπος να καταστρέψει το έργο ενός καλού και σοφού· όμως τα ζωντανά αγάλματα που έφτιαξαν οι θεοί από την αόρατη ουσία τους, εκείνες δηλαδή οι θεότητες* που περιφέρονται κυκλικά στον ουρανό, μένουν στον αιώνα τον άπαντα. Ας μην χάνει λοιπόν κανείς την πίστη του στους θεούς, επειδή βλέπει και ακούει ότι κάποιοι φέρθηκαν υβριστικά προς τα αγάλματα και τους ναούς…
[* Εννοεί τα ουράνια σώματα και κυρίως τον ήλιο.]
Να μη σας ξεγελάει λοιπόν κανείς με τα λόγια ούτε να σας κλονίζει την πίστη στην πρόνοια. Κι εκείνοι που σας χλευάζουν γι’ αυτά, δηλαδή οι Ιουδαίοι προφήτες, τι έχουν να πούνε για τον ναό τους που τρεις φορές γκρεμίστηκε κι ακόμα δεν έχει ανεγερθεί; Δεν το ‘πα αυτό χλευαστικά, εγώ που πρώτος ύστερα από τόσα χρόνια σκέφτηκα να τον ανοικοδομήσω προς τιμήν του θεού που λατρευόταν σ’ αυτόν· χρησιμοποίησα το παράδειγμα θέλοντας να δείξω ότι κανένα ανθρώπινο έργο δεν είναι άφθαρτο και ότι οι προφήτες που έγραφαν τέτοια πράγματα παραληρούσαν, συντροφιά με ξεκουτιασμένες γριούλες.
Πηγή: Απόσπασμα από την «Επιστολή προς τον αρχιερέα Θεόδωρο» («Ιουλιανός» – Εκδόσεις «Θύραθεν»)

Για την Ελλάδα
Ψυχολογία της μάζας
Η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην· γιατί είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και σ’ αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ’ εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα· δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή. Ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε.
Ο Χαλίλ Γκιμπράν (Κahlil Gibran) γεννήθηκε στο Μπεχάρι του Λιβάνου το 1883. Καταγόταν από οικογένεια σχετικά εύπορη και καλλιεργημένη. Από πολύ μικρός παρουσίασε ιδιαίτερη επίδοση στη ζωγραφική, την πλαστική και το γράψιμο. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Αύγουστο Ροντέν. Μετά τις σπουδές του στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. όπου και πέθανε το 1931. 


