Η ιστορία της κρητικής λύρας
16/07/2009 |
Σχολιασμός
Η κρητική λύρα ανήκει στην κατηγορία των χορδόφωνων μουσικών οργάνων με δοξάρι και έχει τις ρίζες της στην Ανατολή. Στην Kρήτη υπήρχαν δύο τύποι λύρας. Tο αποκαλούμενο σήμερα λυράκι, που έδινε οξύ και διαπεραστικό ήχο και η βροντόλυρα ή χοντρόλυρα, μεγαλύτερη σε μέγεθος, ιδανική για την πολύωρη συνοδεία τραγουδιού. Aπό τους δύο τύπους αυτούς και την επιρροή του βιολιού, προήλθε η σύγχρονη κοινή λύρα.
Κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο κάποιας ηλικίας (τουλάχιστον 10 ετών) και συνήθως χρησιμοποιείται ασφένταμος, καρυδιά, μουρνιά, κ.α. Η σκάφη, το κοίλο σκαφτό σώμα της λύρας λέγεται και καύκα ή καυκί. Το καπάκι (εμπρόσθιο μέρος) είναι αυτό που επηρεάζει άμεσα τον ήχο του οργάνου και ιδανικό υλικό για την κατασκευή του θεωρείται το κατράνι (υλικό ηλικίας άνω των 300 ετών που προέρχεται από δοκάρια παλαιών κτισμάτων). Παλιά οι χορδές ήταν εντέρινες και το δοξάρι είχε τρίχες από ουρά αλόγου που συνήθως έφερε μια σειρά από σφαιρικά κουδουνάκια, τα λεγόμενα γερακοκούδουνα. Σήμερα που η λύρα συνοδεύεται από άλλα μουσικά όργανα (λαούτο, κιθάρα κ.α.) χρησιμοποιείται συνήθως δοξάρι βιολιού.
Η λύρα στον ελληνικό χώρο
Για να διερευνήσουμε τη χρονική αφετηρία της παρουσίας των εγχόρδων μουσικών οργάνων στην Κρήτη πρέπει να εξετάσουμε την παρουσία τους στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου ή, ακόμη ευρύτερα, της ανατολικής Μεσογείου και γενικά της βυζαντινής επικράτειας.
Συγκεκριμένα για τη λύρα γνωρίζουμε ότι από το 10ο αιώνα (901-1000 μ.Χ.) υπήρχε ήδη στο βυζαντινό χώρο. Εκτός από τις παραστάσεις στο ανάγλυφο ελεφάντινο βυζαντινό κιβωτίδιο του 10ου ή 11ου αιώνα που σώζεται στο μουσείο της Φλωρεντίας και στα ιστορημένα (εικονογραφημένα) χειρόγραφα του 11ου αιώνα, βαρύνουσα σημασία έχει και η αναφορά του Πέρση Ibn Kurdadhbih προς το χαλίφη Al Mutamid, όπου, ανάμεσα σε άλλα βυζαντινά όργανα, αναφέρει τη λύρα (“lura”), περιγράφοντάς την ως ξύλινο όργανο με πέντε χορδές «όμοιο με το αραβικό ρεμπάμπ» …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Είναι βράδυ χειμώνα, σ’ ένα ορεινό χωριό στον Ψηλορείτη, και κάθονται στον καφενέ γύρω από την φωτιά οι γέροντες του χωριού και φιλοσοφούν. Λέει λοιπόν κάποιος: «Ο γάμος είναι σαν ένα βαρέλι με σκατά, πού έχει πάνω-πάνω 2 δάχτυλα μέλι…».
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής Αστραπογιαννάκης.
Η 25η Αυγούστου 1898, είναι μια ημερομηνία ορόσημο για την ιστορία της Κρήτης, καθώς αποτέλεσε καθοριστικό σημείο για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.
Όταν ο ελληνικός στρατός είχε πραγματοποιήσει απόβαση στην περιοχή της Σμύρνης, με την άδεια των Μεγάλων Δυνάμεων, αρχικά βάση της ανακωχής του Μούδρου του 1919 κι αργότερα βάση της συνθήκης των Σεβρών του 1920, κύριο μέλημα των ελληνικών κυβερνήσεων, υπήρξε η διατήρηση της τάξεως και η αποφυγή επεισοδίων μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων της περιοχής, κάτι που θεωρούνταν πολύ πιθανό μετά από τόσους αιώνες καταπίεσης των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το να σημειώνονταν πράξεις αντεκδίκησης (δικαιολογημένες ίσως) από την πλευρά των Ελλήνων, αλλά και των άλλων μειονοτικών ομάδων, όπως των Αρμενίων, ή η όποια αντίδραση των Τούρκων που λογικά δε θα δεχόταν με τόση ευκολία την παρουσία ξένων δυνάμεων στην περιοχή, δεν ήταν προς όφελος της Ελλάδος, που ήθελε την σταθερότητα στην περιοχή, για αρκετούς λόγους, πολιτικούς, διπλωματικούς και στρατιωτικούς.


