Λαογραφία – Σελίδα 2 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Η προέλευση και η εξάπλωση της πατριαρχίας στην Σαχαρασία από το 4000 π.Χ.

  06/02/2011 | Σχολιασμός

Σύνοψη
Παγκόσμια γεωγραφικά πρότυπα κατασταλτικών, επώδυνων, τραυματικών, βίαιων, θωρακισμένων, πατριαρχικών συμπεριφορών και κοινωνικών θεσμών, οι οποίοι εμποδίζουν τους δεσμούς μητέρας-παιδιού και άντρα-γυναίκας, συσχετίστηκαν και αναπτύχθηκαν μέσω μιας συστηματικής ανάλυσης ανθρωπολογικών δεδομένων από 1170 πολιτισμούς που βρίσκονται σε στοιχειώδες επίπεδο επιβίωσης. Όταν τα δεδομένα που αφορούσαν την συμπεριφορά απεικονίστηκαν σε χάρτη, βρέθηκε ότι στην υπερβολικά άνυδρη ερημική ζώνη που περικλείει την Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, την οποία αποκαλώ Σαχαρασία, εκτείνονται χωρικά, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, οι πιο ακραίες πατριαρχικές συμπεριφορές και κοινωνικοί θεσμοί της Γης. Οι περιοχές που είναι οι πιο απομακρυσμένες από την Σαχαρασία, η Ωκεανία και ο Νέος Κόσμος, βρέθηκε ότι διέθεταν τις πιο τρυφερές, αθωράκιστες, μητριαρχικές συμπεριφορές, οι οποίες υποστηρίζουν και προστατεύουν τους δεσμούς μεταξύ μητέρας-βρέφους και άντρα-γυναίκας. Μια συστηματική επισκόπηση αρχαιολογικών και ιστορικών δεδομένων οδηγεί στην άποψη ότι η πατριαρχία πρωτοεμφανίστηκε στην Σαχαρασία μετά το 4000 π.Χ., την εποχή της μεγάλης οικολογικής μεταβολής από καταστάσεις όπου επικρατούσαν τα σχετικά υγρά λιβάδια και τα δάση σε καταστάσεις άνυδρων ερήμων. Εντοπίστηκαν τα πρότυπα διαμονής και μετανάστευσης των πατριαρχικών πληθυσμών, από τις προηγούμενες πατρίδες τους που βρίσκονταν μέσα στην Σαχαρασία, για να εξηγηθεί η μετέπειτα εμφάνιση της πατριαρχίας σε περιοχές που βρίσκονται έξω από την Σαχαρασία. Πριν από την εμφάνιση των καταστάσεων ξηρασίας μέσα στην Σαχαρασία, υπάρχουν πολλά στοιχεία υπέρ της πλατιάς διάδοσης της μητριαρχίας, αλλά στοιχεία που να υποδεικνύουν ύπαρξη πατριαρχίας εν γένει δεν υπάρχουν. Υποστηρίζεται ότι η μητριαρχία αποτελεί την πρωιμότερη, αρχική, και έμφυτη μορφή ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικής οργάνωσης, ενώ η πατριαρχία, η οποία διαιωνίστηκε από κοινωνικούς θεσμούς που επέφεραν τραύματα, πρωτοεμφανίστηκε ανάμεσα στους πληθυσμούς του Homo Sapiens στην Σαχαρασία, υπό την πίεση της έντονης ερημοποίησης, της πείνας και της υποχρεωτικής μετανάστευσης. Οι ψυχολογικές απόψεις του Βίλχελμ Ράιχ παρέχουν την κατανόηση του μηχανισμού με τον οποίο οι πατριαρχικές (θωρακισμένες, βίαιες) συμπεριφορές έγιναν καθεστώς και συνεχίζονται πολύ καιρό μετά το αρχικό τραύμα.
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Ποιος ήταν ο Σακαφλιάς;

  20/12/2010 | Σχολιασμός

«Στα Τρίκαλα στα δυο στενά, σκοτώσανε τον Σακαφλιά».

Με το τραγούδι αυτό -τεράστια επιτυχία- του Βασίλη Τσιτσάνη, το οποίο ηχογραφήθηκε το 1939 από την «His Master Voice» Ελλάδος με τον ίδιο τον Τσιτσάνη και τον Στράτο Παγιουμτζή στην εκτέλεση, ο Σακαφλιάς έμελλε να γίνει πασίγνωστος σε όλη την Ελλάδα, ταυτόχρονα όμως να γεννηθεί και ο θρύλος γύρω από αυτόν και τις περιπέτειές του.

Το τραγούδι όμως του Τσιτσάνη, δεν ήταν το πρώτο που αναφέρονταν στον Σακαφλιά. Ήδη κυκλοφορούσαν «αδέσποτα» στιχάκια (εικάζεται, πως ο Τσιτσάνης, απλά έβαλε αυτά τα στιχάκια σε μια σειρά), όπως γράφει και ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» (από εκεί και η φωτογραφία, η οποία σύμφωνα με τον συγγραφέα, απεικονίζει τον Σακαφλιά). Εκεί καταγράφει ένα τραγούδι, το οποίο -σύμφωνα με τον συγγραφέα- τού το υπαγόρευσε ένας γεροντόμαγκας Μανιάτης κατάδικος, ο Κώστας Αντωνάκος. Παλιό μουρμούρικο της φυλακής, το έλεγαν γύρω στο 1930. Οι στίχοι του όμως δεν διασώζονται ολόκληροι:

«Τον Σακαφλιά σκοτώσανε
κι οι μάγκες μαραζώσανε».

 

Ο Πετρόπουλος, καταγράφει ένα ακόμα τραγούδι, το οποίο αναφέρεται επίσης στον Σακαφλιά:

«Στα Τρίκαλα μες στη στενή,
βαρέσαν έναν μπελαλή.
Βαρέσανε τον Σακαφλιά
που ‘χε ντερβίσικη καρδιά».

 

Ποιος ήταν όμως ο Σακαφλιάς;
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Τοπωνυμικά παρατσούκλια κατοίκων της Ελλάδας

  16/12/2010 | Σχολιασμός

Σίγουρα έχετε ακούσει, ότι οι άνθρωποι που ζουν σε κάθε πόλη δεν ονομάζονται μόνο από την πόλη (π.χ. Θεσσαλονίκη: Θεσσαλονικιός), αλλά έχουν και κάποιες ειδικές ονομασίες ανά πόλη, οι οποίες έχουν βγει για διαφορετικό λόγο σε κάθε μία. Πολλές απ’ αυτές έχουν διαδοθεί και γίνει πιο γνωστές ανά το Πανελλήνιο, απ’ όσους διετέλεσαν την στρατιωτική τους θητεία σ’ αυτές. Αρκετές απ’ αυτές πάντως, έχουν περιορισμένη χρήση, ή εκλείπουν σταδιακά, καθώς αποτελούν απομεινάρια παλαιότερων εποχών.

Τα τοπωνυμικά αυτά παρατσούκλια, άλλα αποτυπώνουν χαρακτηριστικά τοπικά γνωρίσματα και συνήθειες και άλλα αποτελούν ένα μείγμα ψηγμάτων αλήθειας και θρύλων.

Ας δούμε λοιπόν μερικά απ’ αυτά:

Θεσσαλονίκη: «Καρντάσια» και «Παυλοκαταραμένοι»
«Καρντάσι» είναι ο αδερφός στα τουρκικά. Μεταξύ των προσφύγων -κυρίως των τουρκόφωνων- που κατέκλυσαν την Μακεδονία και την Θράκη, «καρντάσια» κατέληξαν να εννοούνται και να αλληλοαποκαλούνται, αυτοί που είχαν κοινή εθνική καταγωγή ή τοπική προέλευση, σε αντιδιαστολή με τους γηγενείς, που οι πρόσφυγες αποκαλούσαν «μπαγιάτηδες». Οι Θεσσαλονικείς είναι γνωστοί επίσης και ως «Παυλοκαταραμένοι». Μια λαϊκή παράδοση λέει πως, όταν ο απόστολος Παύλος ξεκίνησε να περιοδεύει στη Μακεδονία, για την ίδρυση των πρώτων χριστιανικών εκκλησιών, οι εθνικοί τον κυνήγησαν με τις πέτρες. Ο ο Παύλος έχασε την ψυχραιμία του κι έδωσε κατάρα να μην σηκωθούν ποτέ οι πέτρες από τους δρόμους της πόλης. Κι από τότε η παράδοση ονόμασε τους Θεσσαλονικείς, «Παυλοκαταραμένους»
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Παπαλάμπραινα (Στου παπα-Λάμπρου την αυλή) – Η ιστορία του τραγουδιού

  09/06/2010 | Σχολιασμός

Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Ο Φιτσάλος συνεννοήθηκε μαζί του, προκειμένου να έρθουν στο Ρωμύρι και να κλέψουν την περιουσία του παπα-Λάμπρου.

Δύο από τους κλέφτες πήγαν στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε ο παπάς, ο οποίος όμως έλειπε στην Πύλο, όπου είχε πάει για να φέρει το παιδί του, που πήγαινε σχολείο εκεί. Ο παπάς γύρισε αργά στο Ρωμύρι χωρίς το παιδί, που έμεινε στην Πύλο. Έτσι οι ξένοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του την νύχτα.

Το βράδυ, όταν η οικογένεια είχε κοιμηθεί, οι δύο κλέφτες ειδοποίησαν και τους υπόλοιπους, που είχαν κρυφτεί την ημέρα έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι του παπά, οπότε άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν. Χρήματα όμως δεν είχαν βρει, οπότε ξεκίνησαν να βασανίζουν τον παπά, προκειμένου να τους πει πού τα είχε κρύψει. Μια από τις κόρες του παπα-Λάμπρου, η Παναγιώτα, κατάφερε να κατέβει κρυφά στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια.

Το χωριό ξύπνησε και οι άντρες ανήσυχοι πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι κλέφτες και να το βάλουν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν και, μάλιστα, ο ένας θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που ζει μέχρι τις ημέρες μας, με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.

Αυτό είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα», ωστόσο η ιστορία έχει και συνέχεια. Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το δραματικό περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Εκεί έκανε τις σπουδές του και όταν τελείωσε, ζήτησε να γίνει αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ίσως στο μυαλό του υπήρχε η σκέψη της εκδίκησης του Φιτσάλου, ο οποίος είχε πλέον γεράσει, αλλά φοβόταν μήπως οι Παπαλάμπροι κάνουν κακό στο γιο του.

Ο Φιτσάλος, αφού τον παρακίνησε και ένας Μανιάτης, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια. Εκείνος όμως του είπε: «Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγνώμη;». Μετά όμως το παιδί του Φιτσάλου απέκτησε το δικό του παιδί και κάλεσε τον Νικολάκη να το βαφτίσει. Έτσι έσβησε αυτή η βεντέτα…

Οι αυθεντικοί στίχοι του τραγουδιού:

Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
είναι μια μάζεψη πολλή.

 

Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.

 

Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.

 

Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
και τα λεφτά ζητήσανε.

 

Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα,
μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε,
τους κλέφτες, τους εφώναξε.

 

Τρέξε Γιωργά, Παπαλάμπραινα,
Τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
οι κλέφτες μας εκάψανε.

Στις μέρες μας, οι τελευταίοι στίχοι έχουν αλλάξει («μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη, Παπαλάμπραινα καημένη…») και το λεβέντικο -και ίσως πιο δημοφιλές- αυτό τσάμικο έχει μετατραπεί σ’ ένα τραγούδι του γάμου. Ο λόγος που ο σκοπός του τραγουδιού είναι τσάμικος και όχι καλαματιανός, μιας και το περιστατικό συνέβη στην Πελοπόννησο, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην ηπειρώτικη καταγωγή των Ζερβέων και των άλλων «σογιών».

Πηγές

Που βρίσκονται τα Κράβαρα; (Κατέβηκε απ’ τα Κράβαρα)

  18/04/2010 | Σχολιασμός

ΚράβαραΤα Κράβαρα -κι όχι «Γκράβαρα», όπως λανθασμένα έχει επικρατήσει να προφέρεται- είναι μια ορεινή περιοχή της επαρχίας Ναυπακτίας, στον Νομό Αιτωλοακαρνανίας που περιλαμβάνει περίπου 45 χωριά. Επί Ιωάννη Καποδίστρια αποτελούσε ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια αποτελούμενη από 10 χωριά, η οποία έπαψε να υφίσταται επί βασιλείας του Όθωνα.

Η φράση «κατέβηκε απ’ τα Κράβαρα» έχει αρνητική σημασία και δηλώνει τον άνθρωπο χαμηλής κοινωνικής στάθμης, καθώς και τον άσχετο, αμόρφωτο, φτωχό, απολίτιστο κ.λπ. Το κακό όνομα οι Κραβαρίτες το απέκτησαν, σύμφωνα με την λαογραφία, κυρίως εξαιτίας της «τέχνης» της επαιτείας που εξασκούσαν, επισκεπτόμενοι διάφορα μέρη της Ελλάδος, ωθούμενοι από την φτώχεια που μάστιζε τον άγονο τόπο τους. Γνωστοί έγιναν οι Κραβαρίτες και σε άλλους τομείς, όπως ο κομπογιαννιτισμός και η μαγεία. Υπήρχαν βέβαια και οι Κραβαρίτες που προσπαθούσαν έντιμα και εργαζόμενοι ποικιλοτρόπως, να βγάλουν τα προς το ζην, αλλά επισκιάστηκαν απ’ την κακή φήμη των έτερων Κραβαριτών.

Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας, υπάρχουν μερικές εκδοχές:
1. Βάσει γραπτών στοιχείων τουρκικών πηγών, το όνομα «Κράβαρα» δόθηκε σε αυτή την περιοχή, από τους τιμαριούχους, που ανήκαν στην ελίτ (εκλεκτή) χριστιανική οικογένεια Kravar και στους απογόνους της, όπως αποδεικνύεται από επίσημα Φορολογικά Κατάστιχα (Defteri) των Τρικάλων του 1454-55 και του 1466-67, σύμφωνα και με τις συνήθειες εκείνων των εποχών. Εξάλλου, σε χάρτη Άγγλου αυτοκρατορικού γεωγράφου (1827), η εν λόγω περιοχή ονομάζεται «Kravari», από το όνομα εξέχοντα φεουδαλικού ηγέτη της βυζαντινής περιόδου (324-1453), οι οικογένειες του οποίου ήταν ιδιοκτήτες μεγάλου τιμαρίου στην περιοχή, μετά την προσάρτησή της από τους Οθωμανούς.
2. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι οι κάτοικοι της ορεινής Ναυπακτίας κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας πολεμούσαν με ανδρεία και μένος εναντίον του εχθρού. Από την υπόδειξη και κραυγή των παλικαριών, «στη κάρα βαρείτε» (κάρα=κεφάλι, δηλαδή κατακέφαλα), ώστε το χτύπημα να είναι εξοντωτικό, προήλθε η προσωνυμία Κράβαρα και Κραβαρίτες, κόβοντας το «α».
3. Ο Γ. Βλαχογιάννης γράφει πως η λέξη «Κράβαρα» προέρχεται από το όνομα του ηπειρωτικού χωριού Καράμπαρα.
4. Ο καθηγητής Φουρίκης, που ασχολήθηκε με τη γλώσσα των αλβανοφώνων της Αττικής, υποστηρίζει πως η λέξη «Κράβαρα» προέρχεται από την λατινοαλβανική λέξη «Cravel», που σημαίνει φαράγγι, μέρος με πέτρες, βράχος.
5. Σύμφωνα με τον Γ. Κωτσόπουλο, η λέξη «κράβαρα» είναι σλαβική και σημαίνει γελαδότοπος, βοϊδολίβαδο. Και η λέξη κραβαρίτης σημαίνει βουκόλος, γελαδάρης.

Πηγές
 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής