Η λέξη «Ζαβαρακατρανέμια» δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αυτό το τραγούδι είχε γραφτεί τον καιρό της δικτατορίας από τον Γιάννη Μαρκόπουλο (το τραγούδησε ο ίδιος, αλλά και ο Νίκος Ξυλούρης) και επειδή απαγορευόταν να ακούγονται επαναστατικά τραγούδια έπρεπε να βρουν κάτι που να μην ξέρει κανείς τι σημαίνει αλλά να μεταδίδεται και κάποιο μήνυμα στον κόσμο.
Όπως εξήγησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος (για πρώτη φορά) στην εκπομπή «Συναντήσεις» στην ΕΤ1, με οικοδεσπότη τον Λευτέρη Παπαδόπουλο…
– Η λέξη «Αλληλούια» δεν είναι η γνωστή εβραϊκή λέξη, αλλά η ελληνική λέξη «Αλληλουχία» (με τη διαφορά ότι αφαιρέθηκε το χ).
– Η λέξη «Ζάβαρα» προέρχεται από τη λέξη Ζευς και σημαίνει λάβαρα.
– Η λέξη «Κάτρα» σημαίνει μαύρα.
– Η λέξη «Νάμα» σημαίνει βάπτισμα.
– Η λέξη «Λάμα» σημαίνει λάμα (μαχαιριού).
– Η λέξη «Νέμια» σημαίνει ηρεμία.
– Η λέξη «Ίλεως» σημαίνει σπλαχνικός.
Σε προηγούμενη ανάρτηση έγινε μια αναφορά, από ιστορικής και λαογραφικής πλευράς, σε αρκετούς από τους χορούς που χορεύονται στην Ελλάδα, συνοδευόμενη όπου ήταν εφικτό κι από ένα βίντεο επίδειξης.
Στον παρόν θέμα, κάποιοι απ’ αυτούς τους χορούς, παρουσιάζονται πιο αναλυτικά ως προς τον τρόπο που χορεύονται (βήματα, «φιγούρες», παραλλαγές κ.τ.λ.).
Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Ο Φιτσάλος συνεννοήθηκε μαζί του, προκειμένου να έρθουν στο Ρωμύρι και να κλέψουν την περιουσία του παπα-Λάμπρου.
Δύο από τους κλέφτες πήγαν στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε ο παπάς, ο οποίος όμως έλειπε στην Πύλο, όπου είχε πάει για να φέρει το παιδί του, που πήγαινε σχολείο εκεί. Ο παπάς γύρισε αργά στο Ρωμύρι χωρίς το παιδί, που έμεινε στην Πύλο. Έτσι οι ξένοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του την νύχτα.
Το βράδυ, όταν η οικογένεια είχε κοιμηθεί, οι δύο κλέφτες ειδοποίησαν και τους υπόλοιπους, που είχαν κρυφτεί την ημέρα έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι του παπά, οπότε άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν. Χρήματα όμως δεν είχαν βρει, οπότε ξεκίνησαν να βασανίζουν τον παπά, προκειμένου να τους πει πού τα είχε κρύψει. Μια από τις κόρες του παπα-Λάμπρου, η Παναγιώτα, κατάφερε να κατέβει κρυφά στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια.
Το χωριό ξύπνησε και οι άντρες ανήσυχοι πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι κλέφτες και να το βάλουν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν και, μάλιστα, ο ένας θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που ζει μέχρι τις ημέρες μας, με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα», ωστόσο η ιστορία έχει και συνέχεια. Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το δραματικό περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Εκεί έκανε τις σπουδές του και όταν τελείωσε, ζήτησε να γίνει αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ίσως στο μυαλό του υπήρχε η σκέψη της εκδίκησης του Φιτσάλου, ο οποίος είχε πλέον γεράσει, αλλά φοβόταν μήπως οι Παπαλάμπροι κάνουν κακό στο γιο του.
Ο Φιτσάλος, αφού τον παρακίνησε και ένας Μανιάτης, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια. Εκείνος όμως του είπε: «Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγνώμη;». Μετά όμως το παιδί του Φιτσάλου απέκτησε το δικό του παιδί και κάλεσε τον Νικολάκη να το βαφτίσει. Έτσι έσβησε αυτή η βεντέτα…
Οι αυθεντικοί στίχοι του τραγουδιού:
Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
είναι μια μάζεψη πολλή.
Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.
Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.
Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
και τα λεφτά ζητήσανε.
Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα,
μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε,
τους κλέφτες, τους εφώναξε.
Τρέξε Γιωργά, Παπαλάμπραινα,
Τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
οι κλέφτες μας εκάψανε.
Στις μέρες μας, οι τελευταίοι στίχοι έχουν αλλάξει («μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη, Παπαλάμπραινα καημένη…») και το λεβέντικο -και ίσως πιο δημοφιλές- αυτό τσάμικο έχει μετατραπεί σ’ ένα τραγούδι του γάμου. Ο λόγος που ο σκοπός του τραγουδιού είναι τσάμικος και όχι καλαματιανός, μιας και το περιστατικό συνέβη στην Πελοπόννησο, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην ηπειρώτικη καταγωγή των Ζερβέων και των άλλων «σογιών».
Τα κλέφτικα τραγούδια που κατατάσσονται στα δημοτικά τραγούδια παίρνουν το όνομά τους από το περιεχόμενο των στίχων τους. Είναι δημιουργήματα μιας συγκεκριμένης περιόδου, της Τουρκοκρατίας –και ακριβέστερα είναι συνθεμένα μέσα στον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα– και μιας ορισμένης περιοχής, της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα κλέφτικα τραγούδια δημιούργησαν ένα καινούργιο είδος δημοτικής ποίησης, που ήταν και το τελευταίο της προφορικής μας παράδοσης και λογοτεχνίας.
Πριν όμως γίνει εκτενέστερη αναφορά στα κλέφτικα τραγούδια θα ήταν χρήσιμο να γίνει η διαφοροποίηση των ρόλων των Κλεφτών και των Αρματολών στην εποχή της Τουρκοκρατίας.
Κλέφτες
Στη σημερινή εποχή διαχωρίζουμε τους όρους κλέφτης και ληστής. Στην εποχή της Τουρκοκρατίας αυτές οι λέξεις ήταν ταυτόσημες, με τη διαφορά ότι τη μια λέξη τη χρησιμοποιούσε ο λαός και την άλλη οι μορφωμένοι. Οι Κλέφτες λοιπόν ήταν άνθρωποι, που κυνηγημένοι από το νόμο, ζούσαν στα βουνά χωρίς να δουλεύουν και λήστευαν τους περαστικούς διαβάτες ή ακόμα χειρότερα κατέβαιναν στα χωριά και λεηλατούσαν ό,τι έβρισκαν. Αποτελούσαν μόνιμο παράγοντα ανησυχίας και αταξίας. Οι Κλέφτες δεν ζούσαν μόνοι τους, παρά σε μικρές ή πολυάριθμες οργανωμένες συμμορίες. Είχαν μάλιστα και αρχηγό που τον ονόμαζαν πρωτοκλέφτη … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Καθώς υπάρχει ένα βίντεο που έχει αναρτηθεί σε αρκετά πατριωτικά blogs, όπου ακούγεται το φιλελληνικό τραγούδι «Coat of Arms» (από την ομώνυμη συλλογή, που σημαίνει «οικόσημο»), του διάσημου σουηδικού συγκροτήματος «Sabaton», θα πρέπει ίσως να γίνουν μερικές διευκρινήσεις. Αν παραβλέψει κανείς την πιθανότητα, πως αν είχε γράψει κάποιος Έλληνας το ίδιο μουσικό κομμάτι και κυρίως με τους ίδιους στίχους, ενδεχομένως θα χαρακτηρίζονταν γραφικός. εθνικιστής κ.ά. και θα ήταν εξαιρετικά αμφίβολο, αν θα «έπαιζε» αυτό το βίντεο, ακόμη και σε πατριωτικές ιστοσελίδες, θα έπρεπε να μας παραξενέψει πως αυτό το διάσημο συγκρότημα ανέλαβε τον ρόλο να υπερασπιστεί την Ελλάδα εν μέσω κρίσης. Γιατί κακά τα ψέματα, οι άσχημες συγκυρίες για την Ελλάδα, έγιναν αφορμή να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο κομμάτι σαν μέσο υπεράσπισης μιας χώρας που βάλλεται από παντού.
Μήπως βιαζόμαστε όμως λίγο; Γιατί έχει δωθεί η εντύπωση, ότι το συγκρότημα «Sabaton» έγραψε το συγκεκριμένο κομμάτι, ειδικά για την Ελλάδα και ειδικά για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο όπου ακόμη και η εθνική της κυριαρχία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αυτό δεν είναι αληθές. Το συγκρότημα, το οποίο γράφει και παίζει «χέβι μέταλ» μουσική (αρκετά θορυβώδη για τα δικά μου αφτιά, αλλά αυτό δεν έχει σημασία), θα έλεγε κανείς ότι τα τραγούδια του έχουν γενικότερα ένα «πολεμικό» ύφος. Το όνομά του μάλιστα, έχει το ίδιο σχέση με τον πόλεμο («Sabaton» λεγόταν η πολεμική περικνημίδα των ιπποτών), ενώ η συλλογή «Coat of Arms» στην οποία περιέχεται το συγκεκριμένο κομμάτι που αφορά τον Ελληνο-Ιταλικό Πόλεμο του ’40 (οι εικόνες που εμφανίζονται είναι προσωπικές επιλογές του χρήστη που ανέβασε το βίντεο), περιέχει κι άλλα τέτοια κομμάτια -αναλόγου ύφους- που αναφέρονται στην Πολωνία, στην Νορβηγία, στην Αγγλία, στην Μέση Ανατολή κ.ά. Η προηγούμενη δε συλλογή τους (2008), είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η τέχνη του πολέμου» (The Art of War).
Επομένως, οι «Sabaton», δεν έκαναν κάποια ειδική δουλειά μόνο για την Ελλάδα, ούτε έλαβαν υπόψιν τους τις παρούσες συγκυρίες για να γράψουν το συγκεκριμένο κομμάτι. Φυσικά και μας τιμά ως Έλληνες που αφιέρωσαν ένα κομμάτι απ’ την συλλογή τους στην χώρα μας (ανεξαρτήτως αιτίας ή αφορμής), αλλά ας μην υπερεκτιμάμε κιόλας αυτή την κίνηση κι ας βλέπουμε τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση.