Στέλιος Καζαντζίδης: Ο Έλληνας στυλοβάτης της ισραηλινής μουσικής
03/02/2010 |
Σχολιασμός
Οι δίδυμοι πύργοι είχαν πέσει μόλις πριν από τρεις ημέρες αλλά εκατομμύρια Έλληνες και λάτρεις της μουσικής ανά τον κόσμο θυμούνται τη 14η του Σεπτέμβρη του 2001 για ένα τελείως διαφορετικό λόγο. «Η τηλεόραση ήταν, ως συνήθως, ανοικτή στο ελληνικό κανάλι όταν ξαφνικά ο εκφωνητής ανακοίνωσε ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν νεκρός», θυμάται ο Raz Kedar. «Έμεινα άναυδος. Ήξερα ότι είχε όγκο στον εγκέφαλο και ότι νοσηλευόταν αλλά όταν λατρεύεις κάποιον δεν πιστεύεις ότι θα πεθάνει».
Μετά τον θάνατο του Καζαντζίδη, ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες τραγουδιστές του τέλους του 20ου αιώνα, ο Kedar έκανε ένα τεράστιο κολάζ με δεκάδες φωτογραφίες του ειδώλου του και το κρέμασε στο δωμάτιό του, απέναντι από το κρεβάτι του. «Κάθε πρωί ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τον Καζαντζίδη. Έτσι υποδέχομαι την ημέρα», λέει ο 54χρονος Kedar από την Ιερουσαλήμ. Κάποτε εργαζόταν στην Intel αλλά τώρα διευθύνει ένα σχολείο για μαγειρική γλυπτική. «Ο καθένας με την τρέλα του», χαριτολογεί για να προσθέσει: «Ο θαυμασμός μου για τον Στέλιο Καζαντζίδη είναι ένα καλό είδος τρέλας».
Είναι αμφίβολο αν άλλοι άνθρωποι έχουν τεράστιες εικόνες του Καζαντζίδη στα δωμάτια τους αλλά είναι γεγονός ότι πολλοί Ισραηλινοί έχουν έντονα συναισθήματα για τον άνθρωπο που ο Shlomi Saranga χαρακτηρίζει ως τον «Έλληνα Farid al-Atrash» (Σύριος 1915-1974. Ο δημοφιλέστερος στον αραβικό κόσμο τραγουδιστής) και οι περισσότεροι γνωρίζουν τα τραγούδια του αν όχι τ’ όνομά του. Το «Elinor» του Zohar Argov (σ.σ.: διασκευή του «Υπάρχω») όπως και τα «Zingwalla» και «Nitzotz Ha’ahava» του Yehuda Poliker που εκτέλεσαν, μεταξύ πολλών άλλων, οι Ehud Banai και Daklon (Yosef Levy) …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

«Όχι άλλο κάρβουνο!», «Πολλά τα λεφτά Άρη…», «Πατέρα; Έχει η Αγγλία Καλαμάτα;», «Κι χρααατς!», «Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά σήμερα είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε…», «Είμαστε very very…χολοσκασμένες!», «Τί θα το κάνουμε εδώ; Αμέρικαν μπαρ;», «Στάσου, μύγδαλα!», «Του Θεμιστοκλέους βεβαίως βεβαίως», «Άτιμη κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους κατεβάζεις», «Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορα», «Κάτινα! Σαλαμάκι!», «Ξέρεις από βέσπα;», «Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;»…
Είναι το παλαιότερο μουσικό σήμα που ακούγεται στην ελληνική τηλεόραση και το πλέον χαρακτηριστικό. Το άκουσμά του παραπέμπει άμεσα σε αθλητικά γεγονότα και κυρίως στον βασιλιά των σπορ, το ποδόσφαιρο. Οι φίλαθλοι μόλις το ακούνε προσγειώνονται στους καναπέδες τους και καθηλώνονται μπροστά στις μικρές τους οθόνες.
Η κρητική λύρα ανήκει στην κατηγορία των χορδόφωνων μουσικών οργάνων με δοξάρι και έχει τις ρίζες της στην Ανατολή. Στην Kρήτη υπήρχαν δύο τύποι λύρας. Tο αποκαλούμενο σήμερα λυράκι, που έδινε οξύ και διαπεραστικό ήχο και η βροντόλυρα ή χοντρόλυρα, μεγαλύτερη σε μέγεθος, ιδανική για την πολύωρη συνοδεία τραγουδιού. Aπό τους δύο τύπους αυτούς και την επιρροή του βιολιού, προήλθε η σύγχρονη κοινή λύρα.


