(Τα στοιχεία που αντικρούονται λαμβάνονται από εδώ).
Σ’ αυτό το μέρος, θα εξεταστούν οι αναφορές των νεο-απολογητών στον Πλάτωνα, τους σοφιστές, τον Σωκράτη, τον Πρωταγόρα, τον Ξενοφάνη, τον Εμπεδοκλή, και τον Ευριπίδη.
Πλάτων
-Όταν ο Πλάτωνας γράφει (Πολιτεία 379a) «Δεν πρέπει να δώσουμε πίστη στον Όμηρο, ούτε σε κανένα άλλο ποιητή όταν ανόητα ξεστομίζει αυτή τη βλαστήμια για τους θεούς, πως τάχα υπάρχουν δύο πιθάρια στου Δία το κατώφλι γεμάτα το ένα με καλές, και το άλλο με κακές μοίρες (Ιλιάδα Ω 527)», και (Πολιτεία 380c) «Να μη δώσουμε άδεια ποτέ σε κανέναν ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε να ακούν τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους», και (Πολιτεία 383c) «όταν κανείς ποιητής μας λέει τέτοια για τους θεούς, θα του γυρίσουμε τις πλάτες και δε θα του δώσουμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψουμε να τα μεταχειρίζονται για την ανατροφή των παιδιών», και (Πολιτεία 607b) «από παλαιά χρόνια υπάρχει μια διένεξη ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία», μήπως τα έργα του δεν είναι προϊόν του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού; («πάσα μεν η ποίησις του Ομήρου αρετής εστιν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει» ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ) (Πηγές: Πλάτωνας, Πολιτεία 379a, 383a)
Τα αποσπάσματα που παρουσιάζουν είναι αποκομμένα όχι μόνο από τη συνάφεια του υπολοίπου κειμένου της «Πολιτείας», αλλά και από το υπόλοιπο πλατωνικό έργο, και δίνουν εσκεμμένα την πεπλανημένη εντύπωση ότι ο Πλάτων φέρεται ενάντια στον Όμηρο. Ας τα βάλουμε όμως σε μια σειρά και τάξη για να καταλάβουμε τί ακριβώς συμβαίνει … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
(Τα στοιχεία που αντικρούονται λαμβάνονται από εδώ).
Η κεντρική ιδέα του άρθρου των νεο-απολογητών είναι να δείξουν ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός (τον οποίο εδώ εκθειάζουν, ενώ σε άλλα άρθρα τους προσπαθούν να τον αμαυρώνουν -η πασίγνωστη χριστιανική διγλωσσία), δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία ελληνική θρησκεία. Ότι δήθεν οι φιλόσοφοι και οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής την αρνήθηκαν και την κατέκριναν, βάζοντας τις βάσεις για την μετέπειτα… «αποδοχή» του χριστιανισμού από τους Έλληνες. Για αυτό και ο τίτλος του άρθρου τους στο οποίο απαντώ τον τιτλοφορούν ως «Τί έλεγαν οι φιλόσοφοι για την πίστη». Συλλέγουν λοιπόν μεμονωμένες περιπτώσεις φιλοσόφων, αγνοώντας επιδεικτικά όλες τις άλλες, και προσπαθούν να πείσουν ότι τάχα τα προοδευτικά πνεύματα τα έβαλαν με την οπισθοδρομική ελληνική θρησκεία. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι παρουσιαζόμενες αναφορές είναι αποκομμένες από το γενικότερο πλαίσιο, και ως εκ τούτου παραποιημένες και παρερμηνευμένες. Οι τακτικές γνωστές· αποκρύψεις, παραχαράξεις, πλαστογράφηση των ελληνικών πραγμάτων. Αυτά τα είδαμε αλλού αλλά και θα τα δούμε παρακάτω στην πράξη. Διότι αρέσκομαι να αποδεικνύω αυτά που λέω.
Η θρησκεία τότε δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Δεν περιορίζονταν μόνο σε θέματα πίστης, αλλά διαπότιζε και διαπερνούσε με τρόπο θετικό κάθε πτυχή του κοινωνικού/πολιτικού/πολιτιστικού βίου της καθημερινότητας των Ελλήνων. Η λατρεία υπήρχε σε καθημερινή βάση, είτε δημόσια είτε κατ’ οίκον (για παράδειγμα στη θεά Εστία). Οι θεοί εφορεύουν σε όλες τις πτυχές του βίου, από τη γέννηση έως τον θάνατο. Το μαντείο των Δελφών επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις και δίνει συμβουλές για το που θα δημιουργηθούν νέες αποικίες και που θα οικοδομηθούν τα ιερά. Η μυθολογική παράδοση είναι πηγή έμπνευσης για την ποίηση, τα γράμματα, το θέατρο, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική. Η αρχαία ελληνική θρησκεία διαμόρφωσε τις έννοιες της ευσέβειας, της ύβρεως, του μέτρου, της δικαιοσύνης. Πάνω σε αυτές τις αξίες φιλοσόφησαν οι μεγαλύτεροι διανοητές. Τα Δελφικά παραγγέλματα αποτελούν απόδειξη της σύνδεσης της θρησκείας με την φιλοσοφία. Η νομοθεσία επίσης διαπνέονταν από τις ίδιες αρχές. Αρκεί κανείς να διαβάσει τους νόμους του Σόλωνος, ενός από τους σοφούς της αρχαιότητος. Δεν υπήρχε η διάκριση κοσμικού-θρησκευτικού. Όλα ήταν εναρμονισμένα μεταξύ τους.
Ο φιλοσοφικός μύθος λειτουργούσε ως τρόπος κατανόησης του κόσμου και των αξιών. Ο ιερατικός μύθος ως τρόπος συγκάλυψης θείων αληθειών που ο αμύητος δεν ήταν ακόμα σε θέση να συνειδητοποιήσει. Οι θρησκευτικές εορτές περιελάμβαναν μουσικούς και αθλητικούς αγώνες. Τα θρησκευτικά Μυστήρια, όπως τα Ελευσίνια, επηρέαζαν τη σκέψη για το τι είναι ψυχή, και τα σχετικά με τον κύκλου του βίου (γέννηση-θάνατος-παλιγγενεσία). Η γλυπτική τέχνη, η αγγειοπλαστική, λαμβάνουν την θεματολογία τους από τον θρησκευτικό μύθο. Οι πόλεις κράτη είχαν καθένα τους έναν προστάτη θεό. Οι θρησκευτικές γιορτές ενίσχυαν την κοινωνική συνοχή και ενότητα των πολιτών. Η κατασκευή των ναών πέρα από τη θρησκευτική χρήση, αποτελούν μνημεία πολιτισμού, ομορφιάς, και δημιουργίας. Ουδέποτε η αρχαία ελληνική θρησκεία λειτούργησε ως τροχοπέδη της γνώσης και της επιστήμης.
Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που όχι μόνο δεν παραδέχονται το ρόλο της ελληνικής θρησκείας, αλλά επιπλέον την καταπολεμούν μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετική από τη δική τους, χωρίς να αναγνωρίζουν καμία επιρροή της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Γιατί στην πραγματικότητα, ούτε αυτόν εκτιμούν. Σήμερα, επί χριστιανικής εποχής, έχουμε τα ίδια; Σε τί επίπεδο βρισκόμαστε; Ας απαντήσει ο καθένας στον εαυτό του.
Ας περάσουμε στο πρώτο μέρος της εξέτασης των παρουσιαζόμενων αναφορών (Διογένης ο Κυνικός, Επίκουρος, Ηράκλειτος, Αριστοτέλης).
Σήμερα θα ξαναδούμε ένα γνωστό χριστιανικό τσιτάτο, το «Πίστευε και μη ερεύνα» και το συνηθισμένο ερώτημα που συχνά το ακολουθεί: «Υπάρχει μέσα στην Αγία Γραφή»;
Η γρήγορη απάντηση είναι: Όχι, δεν αναφέρεται αυτολεξεί στην Αγία Γραφή, αλλά γράφεται με ίδιο ή και παρόμοιο τρόπο και με αυτήν την έννοια από τους ίδιους τους Πατέρες της Εκκλησίας, και επιπλέον αντιπροσωπεύει πλήρως το πνεύμα της Αγίας Γραφής και της Εκκλησίας και υπάρχουν πολλά στοιχεία που το επιβεβαιώνουν.
Αυτά τα στοιχεία θα δούμε σε αυτή την παρουσίαση.
Για το θέμα αυτό έχουμε ήδη ασχοληθεί εδώ αλλά μάλλον χρειάζεται επικαιροποίηση.
Εξετάζονται τα εξής:Πόσο δόκιμη είναι η προσπάθεια υποβάθμισης του φαινομένου της αθεΐας και του ανθρώπου που στρέφεται σε αυτήν; Ποιό το αληθές νόημα της πίστης-αυθεντίας-“ιερού” κειμένου-Θεός; Πού και ποιούς εξυπηρετεί;
Ελεύθερη βούληση…
Κατά πόσο είναι “ελεύθερη” και συμβιβάζεται με το “δούλος του Θεού”; Φόβος και ελπίδα, τα αληθή κίνητρα των πιστών (και όχι η ανιδιοτελής θεία αγάπη). Η αναίρεση του συνθήματος, “χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται”. Σχέση αθεΐας-μηδενισμού, αναίρεση μιας συνηθισμένης συκοφαντίας.
A
Αρκετές φορές διαβάζουμε στα διάφορα απολογητικά άρθρα που υπερασπίζονται τις χριστιανικές θέσεις, τους λόγους για τους οποίους υπάρχει το φαινόμενο της αθεΐας. Οι απολογητές της θρησκείας συνήθως το αποδίδουν στην μη υγιή σχέση του πιστού με τα εκκλησιαστικά πράγματα, δηλαδή στην μη συμμετοχή στα «θεία Μυστήρια» που παρέχει η Εκκλησία και που θεωρούνται ως «θυρίδες» μέσω των οποίων διοχετεύεται η «άκτιστη θεία χάρις» στους πιστούς (βλ. Νικόλαο Καβάσιλα «Ερμηνεία της θ. Λειτουργίας» και «Η εν Χριστώ ζωή»), στην έλλειψη θεολογικής γνώσης, στην υποκρισία των άλλων πιστών που σκανδαλίζει και στον εγωισμό του ίδιου του ανθρώπου που τελικά αποφασίζει να αφήσει πίσω του την πίστη. Παρουσιάζουν τα πράγματα τέτοιο τρόπο ώστε η έλλειψη να αποδίδεται στα πάντα και σε όλους, εκτός από την ίδια την πίστη … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
«Ακριβώς όπως οι τσαρλατάνοι αυτών των λατρειών εκμεταλλεύονται την αφέλεια των εύπιστων και τους τραβούν από τη μύτη, έτσι γίνεται και με τους χριστιανούς δασκάλους· κάποιοι από αυτούς δεν θέλουν καν να διατυπώσουν ούτε να ακούσουν ένα επιχείρημα πάνω σε αυτά που πιστεύουν, προτιμώντας το “πίστευε και μη ερεύνα” και “η πίστη σου θα σε σώσει”, και “η σοφία αυτού του κόσμου είναι κακό πράγμα”, ενώ το να είσαι απλοϊκός είναι καλό». (Κέλσος, «Αληθής λόγος»)
Σχέση πίστης-βιώματος
Όλες οι θρησκείες ζητούν την «πίστη¨από τους ακολούθους τους. Πίστη σε πράγματα που πρέπει να δεχτούν εκ των προτέρων ως έγκυρα. Σε «δόγματα». Και δεν είναι μόνο ο Χριστιανισμός με τα ποικίλα ρεύματά του. Κατά την άποψή μου, δόγματα έχουν και οι θρησκείες που θεωρούνται «αδογμάτιστες». Όμως, πόσο αδογμάτιστη μπορεί να είναι μια θρησκεία, όπως για παράδειγμα ο Ινδουισμός, που δέχεται ότι υπάρχει μια απόλυτη απρόσωπη πραγματικότητα (το Βράχμαν) και ότι η ψυχή του καθενός μας αποτελεί μέρος αυτής της πραγματικότητας (το «Άτμαν»); Και ότι πρέπει κανείς να ενωθεί με αυτήν την «πραγματικότητα»;
Όταν ήμουν πιστός, η αγαπημένη μου επιστολή από την Καινή Διαθήκη ήταν η προς «Εβραίους». Ειδικά, το κεφάλαιο έντεκα, το λεγόμενο «κεφάλαιο της πίστεως». Πάντοτε θαύμαζα όλα τα παραδείγματα των πιστών ανθρώπων που αναφέρονται εκεί. Ωστόσο, ποτέ δεν είχα προσέξει ότι σε αυτό το κεφάλαιο φανερώνεται ο μηχανισμός που προκαλεί την «εμπειρία», το «βίωμα», με κινητήριο μοχλό την «πίστη».
Η πίστη ορίζεται ως εξής, εκεί: «Εστίν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων· εν ταύτη γαρ εμαρτυρήθησαν οι πρεσβύτεροι»(«Προς Εβραίους», 11:1-2). Στους παραπάνω στίχους, παρατηρούμε ότι «πίστη» και «ελπίδα» πάνε μαζί, και δίνουν υπόσταση και βεβαιότητα για πράγματα που δεν βλέπονται και δεν ελέγχονται. Αυτές οι «βεβαιότητες» είναι υποκειμενικές. Δεν αποδεικνύονται στην πραγματικότητα, αλλά ανήκουν στην «εμπειρία».
Σε άλλο μέρος της Καινής Διαθήκης, αναφέρεται ότι η «ελπίδα» λειτουργεί ως εργαλείο για να περιμένει κανείς κάτι το οποίο δεν το βλέπει ακόμα. «Ελπίς δε βλεπομένη ουκ εστίν ελπίς· ο γαρ βλέπει τις τι και ελπίζει; Ει δε ο ου βλέπομεν ελπίζομεν δι’ υπομονής απεκδεχόμεθα»(«Προς Ρωμαίους», 8:24-25). Όλα αυτά πρέπει να στηριχθούν στις μαρτυρίες των «πρεσβυτέρων», ανθρώπων δηλαδή που έχουν την σχετική εμπειρία και οι οποίοι θεωρούνται «αυθεντίες» και που λειτουργούν ως «οδοδείκτες» για τους λοιπούς. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τον Χριστιανισμό, αλλά αφορά γενικότερα τις θρησκευτικές παραδόσεις. Είτε τον πούμε «πρεσβύτερο», είτε «γέροντα», είτε «άγιο πατέρα», είτε «γκουρού», είτε «φωτισμένο», όλα έχουν την σημασία του «πνευματικού οδηγού» που χειραγωγεί τον μυούμενο.
Ποιός όμως χρειάζεται «ελπίδα» και «πίστη» παρά ο απελπισμένος; Και ο απελπισμένος είναι αδύναμος. Σε τέτοιους ανθρώπους απευθύνονται όλοι οι «απατεώνες του πνεύματος», όπως θα τους έλεγε και ο Νίτσε … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »