Παιδεία – Σελίδα 5 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Ο αφελληνισμός της παιδείας «στου Κεμάλ το σπίτι»

  21/05/2010 | Σχολιασμός

Το Υπουργείο Παιδείας θεώρησε σκόπιμο να θέσει φέτος, στις 19 Μαΐου 2010, ανήμερα της συμβολικής ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, ως θέμα προς ανάλυση, στις Πανελλήνιες Εξετάσεις και στο μάθημα της Λογοτεχνίας, το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Στου Κεμάλ το σπίτι». Δηλαδή, του σφαγέα των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος «Ελληναράς» ή «εθνίκι» για να καταλάβει ότι αυτή η κίνηση ήταν 100% σκόπιμη (και πολύ θα θέλαμε να γνωρίζουμε και τον εμπνευστή της για να τον «συγχαρούμε»), ειδικά αν λάβει κάποιος υπόψιν, ότι το συγκεκριμένο κείμενο δεν θεωρείται και ιδιαίτερης λογοτεχνικής αξίας. Δημιουργεί όμως «κλίμα» κι αυτό φαίνεται ότι μέτρησε… Βεβαίως, το θέμα φαντάζει κάπως αστείο, δεδομένου ότι το σπίτι του Κεμάλ (το πραγματικό και όχι το «γιαλαντζί»), δεν βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη, καθώς δεν γεννήθηκε εκεί, αλλά στο χωριό Χρυσαυγή του Λαγκαδά…

Στου Κεμάλ το σπίτι – Γιώργος Ιωάννου

 

Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ’ το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: “Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό”. Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.

 

Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ’ την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ’ όλη τη γειτονιά και σ’ όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ’ αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιά και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.

 

Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ’ ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη.

 

Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ’ τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει.

 

Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ’ τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ’ τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. “Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι”, μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: “Θα σου τα έβαζα σ’ ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά”. Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από Τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ’ τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους Τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ’ αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω.

 

Η Τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: “Η Τουρκάλα!” Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι -τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.

 

Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να ‘ρχότανε δε θα ‘βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’ τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους.

 

Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ’ το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ’ την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γρια να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».

 

Από τη συλλογή διηγημάτων «Η μόνη κληρονομιά» (1974)

Για να μην κουράζονται πάντως οι «υπεύθυνοι» του Υπουργείου Παιδείας για το θέμα της Λογοτεχνίας των επόμενων εξετάσεων, θα τους προτείνουμε εμείς ένα κείμενο προς ανάλυση, το οποίο φυσικά θα κινείται στα πλαίσια της ελληνοτουρκικής «φιλίας» που με τόσο «κόπο» οικοδομείται. Άλλωστε το συγκεκριμένο κείμενο-«ποίημα» το φιλοξένησε και στην τουρκική εφημερίδα εφημερίδα Μιλιέτ, στην οποία ήταν αρχισυντάκτης, ο γνωστός «ειρηνιστής» και «φιλέλληνας» Αμπντί Ιπεκτσί

– Το μίσος –

Όσο υπάρχει ο πρόστυχος ο Έλληνας σ’ αυτόν τον κόσμο,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Σαν στέκομαι και τον κοιτάζω τον σκύλο,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Εκδίκηση να πάρω είναι ο μοναδικός μου στόχος.
Σαν αναμετρηθώ στης μάχης το πεδίο,
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια να κλαδέψω σε μια μέρα,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Τα κεφάλια τριάντα χιλιάδων να πολτοποιούσα,
τα δόντια δέκα χιλιάδων με την τανάλια να έβγαζα,
εκατό χιλιάδων τα πτώματα να σκορπούσα στις ρεματιές,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Ο κόσμος όλος ξέρει πόσο ανώτερος είναι ο Τούρκος
και πόση κακοήθεια φωλιάζει στο μυαλό του Έλληνα.
Πέντε χιλιάδων τα πτώματα να έκαιγα στους κλιβάνους,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.

Σαράντα χιλιάδες τους να σούβλιζα με την λόγχη μου,
ογδόντα χιλιάδες τους να έστελνα στη κόλαση,
εκατό χιλιάδες τους να κρεμούσα στο σκοινί,
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου.
Χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος!

Black μπεεε (Θόδωρος Μαραγκός) – Οι πάπυροι του Ερκολάνο, ο Θοδωράκης ο Νεοέλληνας κι ο Δημητράκης το πρόβατο

  19/05/2010 | Σχολιασμός

Στις 19 Οκτωβρίου του 1752, οι ανασκαφές του Σουηδού αρχιτέκτονα και μηχανικού Καρλ Βέμπερ, αποκάλυψαν την αρχαία πόλη του Ερκολάνο (Herculaneum=Ηράκλειο) που είχε θαφτεί από ένα στρώμα λάβας πάχους 20 μέτρων του Βεζούβιου. Οι έρευνες θα φέρουν στην επιφάνεια, μεταξύ άλλων, πάνω από 1.000 απανθρακωμένους πάπυρους, οι οποίοι βρίσκονταν στην ονομαζόμενη πλέον «Βίλα των Παπύρων», που ανήκε στον Πίσωνα, πεθερό του Ιούλιου Καίσαρα. Μερικοί από τους πάπυρους (περίπου 50) καταστράφηκαν γιατί οι εργάτες αρχικά νόμισαν ότι ήταν καμμένα ξύλα. Τα άγνωστα κείμενα των υπόλοιπων παπύρων, που έγινε κατορθωτό να αναγνωστούν με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας της ΝΑΣΑ, μόλις τα τελευταία χρόνια, ανήκουν κατά κύριον λόγον στην επικούρεια φιλοσοφία (μερικά κείμενα είναι του ίδιου του Επίκουρου, ενώ κάποια άλλα του Φιλόδημου).

Η «Βίλα των Παπύρων», φαίνεται ότι λειτουργούσε ως πνευματικό κέντρο φιλοξενώντας έργα Ελλήνων και Λατίνων φιλοσόφων, και βάση αυτού δημιουργήθηκε η πλούσια ιδιωτική βιβλιοθήκη που αποτελούσαν οι πάπυροι. Οι πάπυροι, που φυλάσσονται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Νάπολης, φαίνεται να έχουν κινήσει το ενδιαφέρον για την μελέτη τους, όλων πλην των Ελλήνων που έδειξαν σχεδόν ανύπαρκτο ενδιαφέρον. Μια απ’ τις εξηγήσεις που δίνεται, πέραν της κατάστασης βυθιότητας της ελληνικής πολιτείας, είναι πως η επικούρεια φιλοσοφία προκαλεί εμετούς και εξανθήματα στην Εκκλησία, καθώς είναι γνωστές οι θέσεις του Επίκουρου για τις υπερφυσικές ιδιότητες που αποδίδονται στους θεούς (βλέπε και «επικούρειο παράδοξο») και την μετά θάνατον ζωή, αλλά και τις απόψεις του για την πραγματική ζωή και τις απολαύσεις, οι οποίες για τον Ιουδαιοχριστιανισμό θεωρούνται μέγα αμάρτημα.

Ο σκηνοθέτης Θόδωρος Μαραγκός με την ταινία του «Black μπεεε», καυτηριάζει αυτήν την απάθεια και προσπαθεί να εξηγήσει την ελληνική στάση μέσα από τον Δημητράκη, που προσπαθεί να καταλάβει ποιοι τον μεταμόρφωσαν από άνθρωπο σε πρόβατο και του στέρησαν την γνώση. Οι κεντρικοί πρωταγωνιστές της ταινίας είναι ο γιος του Θόδωρου Μαραγκού, Στάθης από την Κύμη και ο Ιταλός με το ελληνικό όνομα Αίγισθος από την…Κύμη (Cuma) της Ιταλίας, ο οποίος μιλάει και καταλαβαίνει τα ελληνικά πολύ καλά. Κάποιοι άλλοι δε Ιταλοί, μιλούν τα ελληνικά καλύτερα κι από πολλούς Έλληνες.

Η ταινία-οδοιπορικό του Θόδωρου Μαραγκού, κέρδισε το Δεύτερο Κρατικό Βραβείο Τεκμηρίωσης στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2005. Η προβολή της όμως στους κινηματογράφους υποβαθμίστηκε και στην ουσία υπονομεύτηκε, καθώς ήταν αρκετά «ενοχλητική»…

Για όσους δεν «ενοχλούνται», δεν έχουν παρά να την παρακολουθήσουν εδώ…

Το φαινόμενο «κουλτουριάρηδες»

  13/05/2010 | Σχολιασμός

Στις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες, η λέξη «κουλτούρα» έχει μια σημασία αφού είναι συνυφασμένη με τον πολιτισμό χωρίς να ταυτίζεται μαζί του. Στα ελληνικά δεν σημαίνει τίποτε συγκεκριμένο. Η λέξη «κουλτουριάρης», επειδή παράγεται από μια λέξη που δεν έχει ακριβή σημασία στα ελληνικά, δεν άργησε να ταυτιστεί με κάτι σαν κοινωνικό σαρδαναπαλισμό, τον οποίον προθύμως απέδιδε σε όποια μορφή σκέψης, μια κοινωνία η οποία είχε αποφασίσει πως δεν χρειάζεται ούτε τη σκέψη ούτε την παιδεία για να ζήσει. Στη δεκαετία του ογδόντα η χρήση της διευρύνθηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ξεκαθαρίστηκε και η σημασία της. Απλώς τα πράγματα μπερδεύτηκαν ακόμη πιο πολύ. Ήταν κάτι που βόλευε αυτούς που τη χρησιμοποιούσαν, διότι δεν ήταν υποχρεωμένοι να πουν τι ακριβώς εννοούν. Βόλευε για τους ίδιους ακριβώς λόγους και αυτούς που τη διακονούσαν. Και όπως το «πνεύμα», τα «γράμματα» ή η «καλλιέργεια» ήταν στοιχεία μάλλον άχρηστα σε μια κοινωνία η οποία βάδιζε ακάθεκτη για την πρόοδο και το πρόβλημά της ήταν η απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων, υποκαταστάθηκαν με τη μεγαλύτερη ευκολία από τη λέξη «κουλτούρα». Στην ίδια εποχή παρατηρείται και η φθίνουσα χρήση της λέξης «καλλιεργημένος». Σε παλαιότερους καιρούς η ιδιότητα του «καλλιεργημένου» έδινε το στίγμα κάποιας κοινωνικής αξίας. Δήλωνε πως είχες να κάνεις με έναν άνθρωπο ευυπόληπτο, αξιοπρεπή και κατά τεκμήριο έντιμο -εξ ου και η αντιδιαστολή «αν και καλλιεργημένος άνθρωπος αποδείχτηκε κλέφτης». Στην Ελλάδα του πάθους η καλλιέργεια ήταν μια περιττή τροχοπέδη. Στην καταθλιπτική Ελλάδα του γενικευμένου τσαμπουκά η καλλιέργεια είναι κοινωνική αναπηρία. Κάποτε λοιπόν η λέξη «κουλτουριάρης» κέρδιζε έδαφος και η λέξη «καλλιεργημένος» έχανε μαζί με άλλες συναφείς, όπως η λέξη «διανοούμενος».

Ο κουλτουριάρης αποτελεί νοσηρό τύπο. Είναι ο άνθρωπος που ‘χει προσβληθεί απ’ το γόητρο του μορφωμένου, του καλλιεργημένου, του πολιτισμένου, για τον όποιο έχει φτιάξει ένα περίεργο πορτραίτο και με τον όποιο έχει ταυτισθεί. Πως εννοεί τον πολιτισμένο ο κουλτουριάρης; Εάν αληθεύει ότι «λόγος έργου σκιά», τότε από τα έργα και τον τρόπο ζωής τού κουλτουριάρη θα συγκομίσουμε και την περί του πολιτισμού αντίληψη του. Ο «κουλτουριάρης» είναι ο ανολοκλήρωτος πνευματικός άνθρωπος, ο χωρίς ουσία, βάθος, πρωτοτυπία και περιεχόμενο. Είναι ο κραυγαλέος, ο ρηχός, ο γεμάτος αβεβαιότητες, ο θρασύς ημιμαθής, που επιμένει, ωστόσο, να έχει βαρύνουσα γνώμη για όλα. Είναι ακόμα αυτός που έχει θολές, μπερδεμένες και ακαταστάλαχτες ιδέες και γνώμες, που δύσκολα καταλαβαίνει τους μεγαλοφυείς και ευκολότερα τους διαστρέφει και τους παρεξηγεί. Είναι, μ’ άλλα λόγια, ο χωρίς κατασταλαγμένες πεποιθήσεις, που μένει μόνιμα στο περιθώριο, χωρίς πολλές φορές ο ίδιος να έχει συνειδητοποιήσει ούτε την ημιμάθεια του, ούτε την σύγχυση και τη θολούρα μέσα στην οποία παραπαίει
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Η θρησκευτική εκπαίδευση κι ο προσηλυτισμός στα σχολεία

  27/04/2010 | Σχολιασμός

«Δεν υπάρχει καμία ανοησία, όσο πρόδηλη κι αν είναι, που να μην μπορεί να εμφυτευτεί μόνιμα στο μυαλό του καθενός, αρκεί να ξεκινήσουμε να εντυπώνουμε πριν τη νεαρή ηλικία των έξι, με συνεχή επανάληψη και ύφος βαθιάς κατάνυξης».
Άρθουρ Σoπενχάουερ (Γερμανός φιλόσοφος)

Η ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων συνιστά μεροληψία υπέρ ενός θρησκεύματος· είναι μια δήλωση ισχύος· μια έμμεση επιβολή, κι επομένως περιορίζει την ελευθερία των πολιτών τόσο στην επιλογή θρησκεύματος όσο και στην εκδήλωση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους που ορκίστηκαν στο ευαγγέλιο καταθέτοντας σε δικαστήριο, χωρίς να είναι στην ουσία χριστιανοί, απλά και μόνο για να μην διακινδυνεύσουν την ενδεχόμενη δυσμένεια ενός θρήσκου δικαστή. Πόσο ελεύθεροι μπορούμε να αισθανόμαστε να δηλώσουμε ότι δεν είμαστε χριστιανοί, σε έναν τόπο όπου τα χριστιανικά σύμβολα δεσπόζουν;

Πώς θα επιλέξει ελεύθερα ένα παιδί αν θα έχει θρήσκευμα ή όχι, και αν ναι, ποιο θα είναι αυτό, όσο ο εσταυρωμένος κρέμεται σε περίοπτη θέση πάνω από την έδρα; Πόσο εύκολο νομίζουμε πως είναι να πάρει κανείς μια θέση αντίθετη με την κρατούσα αντίληψη του κοινωνικού συνόλου; Πώς είναι δυνατόν να μην συνειδητοποιεί κανείς ότι τα σύμβολα και τα τελετουργικά ενός θρησκεύματος (σταυροί, εικονίσματα, προσευχές, αγιασμοί), όταν συνδέονται με χώρους όπου προσέρχονται αναγκαστικά όλοι οι πολίτες για εκπλήρωση των υποχρεώσεων ή για διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους (βλέπε σχολεία, δικαστήρια, αστυνομία, στρατός, δημόσιες υπηρεσίες), συνιστούν επιβολή αυτού του θρησκεύματος;

Ω φυσικά, δεν απαγορεύεται να έχεις άλλο θρήσκευμα ή να μην έχεις θρήσκευμα. Ας πάει όμως κάποιος να το πει αυτό σ΄ένα παιδί, που κάνει τον σταυρό του την ώρα της πρωινής προσευχής στο προαύλιο, επειδή το κάνουν όλα τα παιδάκια, ενώ φαινομενικά κανείς δεν του το δίδαξε ούτε του το επέβαλε. Θα μπορούσε βέβαια να κάθεται μόνο του στην αίθουσα εκείνη την ώρα, ή να στέκεται δίπλα στους άλλους χωρίς να κάνει τον σταυρό του. Φανταστείτε ένα εξάχρονο παιδί, στην πρώτη τάξη του δημοτικού, σε έναν καινούριο χώρο, με καινούργια πρόσωπα, με πρωτόγνωρες υποχρεώσεις, να προσπαθεί να προσαρμοστεί σε όλα αυτά, κι από πάνω να χρειάζεται να κάνει και δήλωση θρησκευτικών πεποιθήσεων -γιατί η αποχή από το χριστιανικό τελετουργικό είναι μια ιδεολογική δήλωση.
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Το επίπεδο της παιδείας στην Ελλάδα

  04/02/2010 | Σχολιασμός

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής