Παιδεία – Σελίδα 6 – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Οι μύθοι της παράδοσής μας (Κορνήλιος Καστοριάδης)

  21/01/2010 | Σχολιασμός

Κορνήλιος ΚαστοριάδηςΑπό τη σκοπιά, της δημιουργίας μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιό έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.

Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Θάλεια Δραγώνα – Ψέματα κι αλήθειες

  03/01/2010 | Σχολιασμός

Θάλεια ΔραγώναΠολύς λόγος γίνεται τελευταία για τον ανθελληνισμό που αποδίδεται στην Γενική Γραμματέα τού Υπουργείου Παιδείας, Θάλεια Δραγώνα. Η «πέτρα τού σκανδάλου», απ’ ότι φαίνεται είναι το βιβλίο της «Τι είν΄ η Πατρίδα μας;», μέσα στο οποίο, σύμφωνα με ένα κείμενο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, γράφονται «σημεία και τέρατα».

Ο στόχος τού συγκεκριμένου θέματος, δεν είναι να «χαϊδέψει» την κυρία Δραγώνα, ούτε και να την «στήσει» στον τοίχο για όσα άλλα τής αποδίδονται. Ο αντικειμενικός σκοπός είναι να διερευνηθεί η βασιμότητα τού συγκεκριμένου κειμένου και μόνο αυτός.

Το βασικό κείμενο έχει ως εξής:

 

Μας έκαναν Έλληνες ενώ δεν ήμασταν!

 

Ας δούμε τώρα μερικά απ΄ όσα γράφει στο κακογραμμένο βιβλίο της «Τι είν΄ η Πατρίδα μας;» η νέα βουλευτίνα Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ κ. Θάλεια Δραγώνα:

 

1) Η Ελληνική Εθνική Ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα. Δημιουργήθηκε έξωθεν σε μια εποχή έντονου εθνικισμού, αποικιοκρατίας και επεκτατικού ιμπεριαλισμού (σελ. 16). Κοντολογίς, κάποιοι από το εξωτερικό μας είπαν τον 19ο αιώνα ότι είμαστε Έλληνες κι εμείς το δεχτήκαμε για να τα κονομήσουμε, πουλώντας το παραμύθι ότι είμαστε απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων.

 

2) Όποιος αξιολογεί τους Πολιτισμούς σε κατωτέρους και ανωτέρους είναι ρατσιστής και δεν το ξέρει! (σελ. 16). Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με όποιον θεωρεί ανεπιθύμητους τους μετανάστες και τους πρόσφυγες (σελ. 20).

 

3) Εξίσου ρατσιστής είναι και όποιος αποσιωπά την σημασία, την τεράστια δύναμη, την έκταση και το κύρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας! Επίσης, όποιος αρνείται τις τουρκικές επιρροές στον Νεοελληνικό μας Πολιτισμό (σελ. 81), κι όποιος ισχυρίζεται ότι ο τουρκικός πολιτισμός έχει επιδράσει αρνητικά στους Έλληνες!… (σελ. 82).

 

4) Ένδειξη ρατσισμού και στείρου εθνοκεντρισμού είναι και ο ισχυρισμός ότι οι Έλληνες ήσαν πάντα οι αδικημένοι της Ιστορίας (σελ. 84) κι ότι για τις ήττες και τις καταστροφές που υποστήκαμε, φταίνε πάντα οι Μεγάλες Δυνάμεις.

 

5) Κλασική ένδειξη ρατσισμού είναι και η γνωστή ρήση «Όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες, αυτοί τρώγανε βελανίδια!» (σελ. 85). Ψιλορατσιμός είναι επίσης το να ισχυρίζεσαι πως είμαστε οι συνεχιστές του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού.

 

6) Κατά την κ. Θάλεια Δραγώνα, εθνικιστικές τάσεις κρύβει και η επιθυμία να διδάσκεται στην μέση εκπαίδευση η αρχαία Ελληνική Γλώσσα (σελ. 86), ενώ το να μιλάμε για απόλυτη ομοιογένεια του πληθυσμού της Ελλάδος και να αποσιωπούμε την ύπαρξη χιλιάδων Εβραίων στην Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις επί 450 χρόνια είναι καθαρός ρατσισμός! (σελ. 95).

 

7) Ρατσιστικό είναι και το να ανησυχούμε για την ύπαρξη πολλών ξένων μεταναστών στην χώρα μας, ή το να λέμε ότι «σε λίγο θα ψάχνουμε να βρούμε Έλληνα στην Ελλάδα», ή ότι «πρέπει να κρατήσουμε την εθνική μας ομοιογένεια και να μην διαβρωθούμε εθνολογικά»! (σελ. 96).
Εξίσου ρατσιστικό είναι το να λέμε ότι το κέντρο της Αθήνας αλβανοκρατείται ή ότι «οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές»! (σελ. 9. Το ίδιο συμβαίνει κατά την κ. Δραγώνα, αν τολμήσουμε να πούμε πως με την είσοδο των Ξένων Μεταναστών στην Ελλάδα αυξάνεται η εγκληματικότητα και η ανεργία των Ελλήνων! (σελ. 100). Στην σελίδα 105, η αυριανή βουλευτίνα του ΠΑΣΟΚ μας προειδοποιεί ότι ο εθνικισμός εύκολα μπορεί να γλιστρήσει στην ξενοφοβία, στον ρατσισμό και στην μισαλλοδοξία.

Προσωπικά δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, και δεν έχω ιδία άποψη. Απ’ ότι φαίνεται όμως, μπήκαν στον πειρασμό να το διαβάσουν άλλοι. Σύμφωνα με έρευνα τού ιστολογίου «Jungle-Report», το κείμενο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, από το 2007 (και που εικάζεται ως αρχική πηγή διάδοσης, το περιοδικό «Ρεσάλτο»), παραποιεί συνειδητά τα πραγματικά γραφόμενα τής Δραγώνα, εξάγοντας αυθαίρετα συμπεράσματα, με μοναδικό σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις. Θεωρώντας λοιπόν ως δεδομένο, ότι τα αποσπάσματα από το βιβλίο τής Θάλειας Δραγώνα, είναι αληθή (χωρίς να αποκρύπτεται κάτι, που αλλάζει το νόημα) και αντίστοιχα με τις παραγράφους τού διαδικτυακού κειμένου, αναδημοσιεύονται εδώ, τα βασικά σημεία τού άρθρου. Στον ακόλουθα πίνακα παρατίθενται δίπλα δίπλα, οι ισχυρισμοί τού ανώνυμου κειμένου και οι παράγραφοι τού βιβλίου, στο οποίο παραπέμπει. Όποιος διαθέτει κριτικό πνεύμα, ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Οι τρεις ανθέλληνες Ιεράρχες – Μια «γιορτή» όνειδος για την ελληνική παιδεία

  08/12/2009 | Σχολιασμός

Οι τρεις Ιεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος Ναζιανζηνός)Οι τρεις Ιεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος Ναζιανζηνός), ελάχιστοι γνωρίζουν, ότι δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους. Σύμφωνα και με την επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας, υπήρχε μια έριδα ανάμεσά τους, σε σχέση με το ποιος την…έχει πιο μεγάλη…(την πνευματικότητα). Αιώνες αργότερα*, οι «ιερές» αυτές κοκορομαχίες είχαν οδηγήσει σταδιακά μάλιστα και στην δημιουργία ομάδων από φανατικούς οπαδούς του κάθε «πατέρα»: Τους Βασιλείτες, τους Γρηγορίτες και τους Ιωαννίτες.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Αλέξιος Α’ Κομνηνός, βλέποντας ότι η διαμάχη αυτή, ανάμεσα στις παρατάξεις των φανατικών οπαδών των τριών Ιεραρχών, είχε πάρει επικίνδυνες διαστάσεις (οι διάφοροι θρησκόληπτοι οπαδοί έκαναν πράξη τη ρήση «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος») κι απειλούσε ακόμη και την ενότητα της αυτοκρατορίας, ανέθεσε στον Βυζαντινό συγγραφέα και επίσκοπο Ευχαϊτών, Ιωάννη Μαυρόπου (Μαυρόποδας), να βάλει τέλος σ’ αυτήν την διένεξη. Ο Ιωάννης Μαυρόπους, με μια απλή και «μπακαλίστικη» λογική, τους έκανε «3 σε 1». Δηλαδή δημιούργησε μια κοινή γιορτή και για τους τρεις («Γιορτή των γραμμάτων της ελληνοχριστιανικής παιδείας»), έγραψε και μια κοινή ακολουθία η οποία θα ψάλλονταν και για τους τρεις κι έτσι κατάφερε να ηρεμήσει κάπως τα πνεύματα και τα…αίματα των φανατικών οπαδών. Ο Μαυρόπους μάλιστα, τόνιζε ότι οι τρεις Ιεράρχες «Ψευδείς μεν εξέκλιναν Ελλήνων ύθλους, πειθώ δε την τύραννον, ανθρώποις μόνην είλκοντο υφ’ ης την αλήθειαν, οι τρεις τονώσαντες, ούτως άπαν σύστημα πιστών, χειρούνται λόγοις και καταπείθουσι».

Αυτά τα ολίγα για το τότε. Ερχόμενοι στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ελληνοχριστιανική προπαγάνδα, η οποία εμφανίζει ούτε λίγο, ούτε πολύ, τους τρεις Ιεράρχες ως Έλληνες και προστάτες των ελληνικών γραμμάτων. Καθιερώθηκαν δε, ως τέτοιοι, μετά την Απελευθέρωση και μάλιστα με την σφραγίδα του νεοσύστατου επίσημου ελληνικού κράτους και της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1842. Βρισκόμαστε ήδη στα πρώτα στάδια της δημιουργίας της ιδέας του ανύπαρκτου «Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού», με τον οποία η Εκκλησία, προσπαθεί να διαγράψει μονοκονδυλιά το ένοχο παρελθόν της (διωγμοί, σφαγές, αφορισμοί, προδοσίες, καταπίεση, οικονομική αφαίμαξη των πιστών κ.ά.). Και δεν περιορίζεται μόνο εκεί, αλλά κάνοντας το άσπρο μαύρο, προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτόν ως θεματοφύλακα του ελληνικού γένους (οϊμέ…).

Οι τρεις Ιεράρχες, τιμώνται από την ελληνική Εκκλησία διότι, λέει, «διέσωσαν» τα ελληνικά γράμματα. Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει, είναι, από ποιους τα διέσωσαν και πώς; Αφού η ελληνική γλώσσα ήταν, τότε, η επίσημη γλώσσα του γνωστού κόσμου! Επιπλέον, για τί είδους «γράμματα μιλάμε», απ’ τη στιγμή που ως γνωστόν οι επιστήμες στο θεοκρατικό Βυζάντιο ήταν υπό διωγμόν, ενώ τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα καίγονταν σωρηδόν και δημοσίως; Ο συγγραφέας Τζόζεφ Μακ Κέιμπ μάλιστα έχει κάνει και την εξής θλιβερή διαπίστωση: «Το Βυζάντιο επί δέκα ολόκληρους αιώνες δεν κατόρθωσε να παράγει ούτε ένα βιβλίο που να διαβάζεται σήμερα από έναν καλλιεργημένο άνθρωπο». Και πως να παράγει, αφού ως «γράμματα» τότε θεωρούνταν τα θρησκευτικά συγγράμματα των «πατέρων» της Εκκλησίας και τα λοιπά σκοταδιστικά θρησκευτικά κείμενα;

Ας δούμε όμως πως «υπερασπίστηκαν» τον Ελληνισμό και το Ελληνικό Πνεύμα οι τρεις Ιεράρχες, μέσα απ’ τα κείμενά τους (τα πρωτότυπα κείμενα των παραπομπών, για τον όποιο ενδιαφερόμενο, υπάρχουν στην «Ελληνική Πατρολογία»)
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Εκκλησιαστικό ανέκδοτο: Ο «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός»

  07/12/2009 | Σχολιασμός

Ο όρος αυτός (Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός) δεν σημαίνει τίποτε, και δεν υπάρχει στα λεξικά. Και δεν σημαίνει τίποτα, γιατί Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός δεν υπήρξε ποτέ. Στα 1.000 και περισσότερα χρόνια του βυζαντινορθοδόξου κράτους ο Ελληνισμός εξωβελίσθη, εχλευάσθη και κατεστράφη με λύσσα από τον ορθόδοξο κλήρο και τις κρατικές αρχές του Βυζαντίου.

Ο όρος είναι μάλλον χαλκευμένο σύνθημα ορισμένων ορθοδόξων κύκλων και ρητόρων και εμφανίζεται μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος*, άρχισε δε τελευταίως να καταχωρείται δειλά μεν άλλα επίμονα και στα σχολικά βιβλία. Σε όλη την διάρκεια της βυζαντινής εποχής, αλλά και της τουρκοκρατίας, δηλαδή επί 1500 περίπου χρόνια, δεν ανεφέρθη ποτέ τέτοια λέξη. Χρησιμοποιείται όμως τώρα τελευταία και με την επανάληψη αρχίζει σιγά-σιγά να πιάνει. Μαζί μ’ αυτόν ακούγονται δειλά -δειλά και άλλοι οροί όπως Έλληνας ορθόδοξος, Ελληνισμός και Ορθοδοξία, κ.λπ. πού και αυτοί, για τους ιδίους λόγους, είναι κενοί περιεχομένου.

Σκοπός της δημιουργίας και διαδόσεως τέτοιων όρων-συνθημάτων είναι να πεισθούν απλοί πολίτες ότι σωστός Έλλην είναι μόνο ο ορθόδοξος χριστιανός! Αν λ.χ. κάποιος Έλληνας πολίτης θελήσει να πιστεύει ας πούμε στους Ολύμπιους θεούς των αρχαίων Ελλήνων, ή σε οποιαδήποτε αίρεση και θρησκεία, ή αν θελήσει να μην εμπλέκει το θρησκευτικό του συναίσθημα με την Εκκλησία και τον κλήρο, ή να πιστεύει στο δικό του θεό, ή ακόμη να είναι άθεος κ.λπ. αυτός δεν είναι σωστός Έλληνας! Έχουν επιτύχει δηλαδή να οικοδομηθεί μέσα μας η εντύπωση ότι, αν δεν είναι κανείς χριστιανός ορθόδοξος, δεν είναι σωστός Έλληνας!

Είναι όμως γνωστό ότι σωστός Έλληνας είναι ο πολίτης εκείνος πού μετέχει της Ελληνικής παιδείας, αρχαίας και νέας, και ας πιστεύει σε οποιαδήποτε θρησκεία αυτός επιθυμεί. Τα κατεστραμμένα δε από τους ορθοδόξους χριστιανούς του Βυζαντίου αρχαία ελληνικά καλλιτεχνήματα και μνημεία μαρτυρούν ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν μετείχαν της ελληνικής παιδείας. Και πράγματι ουσιαστικώς δεν μετείχαν. Γνωρίζουμε ότι ο πολιτισμός είναι δημιούργημα αιώνων ενός λαού η λαών πού έζησε σε έναν ορισμένο χώρο. Ο πολιτισμός αυτός λαμβάνει το όνομα του αρχηγού η το όνομα του λαού η λαών η ακόμη και το όνομα της περιοχής πού έζησαν η ζουν αυτοί οι λαοί. Λέμε λ.χ. Μινωικός Πολιτισμός, Κυκλαδικός Πολιτισμός, Ελληνικός Πολιτισμός, Γαλλικός, Ινδικός, Κινεζικός, Αραβικός Πολιτισμός. Επίσης λέμε Ελληνορωμαϊκός, Ευρωπαϊκός, Δυτικός Πολιτισμός. Ποτέ δεν ακούσθηκαν οι όροι Ισπανοχριστιανικός Πολιτισμός, Ιταλοχριστιανικός Πολιτισμός, Ρωμαιοχριστιανικός Πολιτισμός, Περσικομωαμεθανικός Πολιτισμός, Αραβομωαμεθανικός Πολιτισμός, Ταϋλανδοβουδιστικός Πολιτισμός, Κινεζικοκομφουκικός Πολιτισμός, Χριστιανοευρωπαϊκός Πολιτισμός. Παρ’ όλα αυτά μερικοί επιμένουν να μιλούν για Ελληνοχριστιανικό Πολιτισμό.

Ο Χριστιανισμός, όπως ο Βουδισμός, ο Μωαμεθανισμός κ.λπ. είναι θρησκείες και αποτελούν στοιχεία του πολιτισμού των λαών πού τις πρεσβεύουν, όπως είναι σήμερα οι Λαοί της Ελλάδος, Ευρώπης, Ινδίας, Τουρκίας, Αραβίας. Ο όρος «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός» επομένως είναι εφεύρημα της νέας εποχής και αποσκοπεί στο να σύνδεση το Χριστιανισμό με τον Ελληνισμό, πού όμως είναι δύο μεγέθη τελείως διαφορετικά και αντίθετα
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Είναι Έλληνες όσοι είναι «μετέχοντες της ελληνικής παιδείας»; Τί γνώμη είχε ο Ισοκράτης άραγε; – Ένα ακόμα μάθημα «κοπτοραπτικής» αρχαίων κειμένων

  04/11/2009 | Σχολιασμός

ΙσοκράτηςΗ φράση που αποδίδεται κι αυτή στον Ισοκράτη (εδώ είναι η άλλη), είναι γνωστή: «Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας». Την ακούμε κάθε λίγο και λιγάκι, κυρίως όταν πρόκειται για θέματα μεταναστών (λαθραίων και μη) και ειδικά σε ότι έχει να κάνει με ζητήματα νομιμοποίησης κ.τ.λ.

Να ξεκαθαρίσω κατ’ αρχάς, σαν άτομο, ότι το νόημα της συγκεκριμένης φράσης δεν με βρίσκει αντίθετο. Θεωρώ πως είναι τιμή μας, κάποιος ξένος που έχει ελληνική παιδεία, αλλά και ελληνική συνείδηση, να δηλώνει αυθόρμητα (και όχι παρακινούμενος από κάποια ιδιοτέλεια), ότι θεωρεί τον εαυτό του Έλληνα.
[Μια στάση εδώ. Όταν λέμε «Παιδεία», εννοούμε μόρφωση, πνευματική καλλιέργεια και όχι την στενή έννοια τού όρου, που μεταφράζεται σε «ξερή» εκπαίδευση. Δηλαδή, άντε βγάλαμε με το ζόρι ένα Γυμνάσιο ή ένα Λύκειο, πήραμε ένα απολυτήριο και γίναμε Έλληνες επειδή (συμ)μετείχαμε στην ελληνική εκπαίδευση (ο Θεός να την κάνει εκπαίδευση δηλαδή…).]

Το θέμα είναι όμως ότι Ισοκράτης δεν είπε κάτι τέτοιο, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν εννοούσε κάτι τέτοιο. Ότι δηλαδή «Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας». Βεβαίως, αν πάρει κάποιος αποσπασματικά την συγκεκριμένη φράση («Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας») από το κείμενο του Ισοκράτη, αυτό το νόημα θα βγάλει. Το πραγματικό νόημα όμως προκύπτει σε σχέση με τα συμφραζόμενα, δηλαδή διαβάζοντας ολόκληρη τη φράση. Και το νόημα που προκύπτει απ’ αυτή, δεν είναι αυτό που πιστεύεται σήμερα. Σε πολύ απλά ελληνικά, ο Ισοκράτης έκανε μια διαπίστωση (και όχι διακήρυξη ενός πιστεύω), πως οι ξένοι την εποχή εκείνη έφτασαν στο σημείο να θεωρούνται και να (αυτο)αποκαλούνται Έλληνες με βάση την ελληνική εκπαίδευση που αποκτούσαν και όχι με βάση το γένος.

Τα σκοπίμως παρεννοημένο κείμενο προέρχεται από τον Πανηγυρικό λόγο που απεύθηνε στους Αθηναίους. Το επίμαχο απόσπασμα είναι το ακόλουθο:
«Τοσοῦτον δ’ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ’ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας».

Δηλαδή:
«Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τούς άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη τού λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι τών άλλων και κατόρθωσε ώστε το όνομα τών Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον τής καταγωγής αλλά τής πνευματικής ανυψώσεως, και να ονομάζονται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή».
Μετάφραση: Μ. Πρωτοψάλτης, «Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, Ι. Ζαχαρόπουλος».

Καθώς, η ακριβής απόδοση και το νόημα του αρχαίου κειμένου, έχουν γίνει αντικείμενο συζητήσεων (και ειδικότερα τα ρήματα «πεποίηκε» και «δοκεῖν»), αν και η ουσία δεν αλλάζει, κρίνεται χρήσιμο να δούμε και κάποιες άλλες εκδοχές και απόψεις.


«Ο Ισοκράτης αναφέρει βέβαια στον “Πανηγυρικό” του (380 π.Χ.) ότι η Αθήνα υπερέχει τόσο πολύ στην σκέψη και τον λόγο ώστε “οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας” (παρ. 50). Ωστόσο με την φράση αυτή ο Ισοκράτης δεν θέλει να συμπεριλάβει (όπως υποστηρίχθηκε συχνά) στους Έλληνες και τους εξελληνισμένους αυτούς βαρβάρους, γιατί γι’ αυτόν οι βάρβαροι, ιδιαίτερα οι Πέρσες, εξακολουθούσαν να είναι οι “φυσικοί” εχθροί των Ελλήνων (Πανηγ. παρ. 158, πρβλ. Παναθ. παρ. 163). Το νόημα της φράσεως είναι μάλλον ότι ο Ισοκράτης θεωρεί πραγματικούς Έλληνες μόνον τους Έλληνες εκείνους που είχαν λάβει αττική μόρφωση».
Ulrich Wilcken (Γερμανός ιστορικός)


«Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να φανερώνει όχι πλέον τη φυλή αλλά τη διάνοια, με αποτέλεσμα περισσότερο να αποκαλούνται Έλληνες αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά στην κοινή καταγωγή».

«Τι λέει εδώ ο Ισοκράτης; Ότι πιο άξιοι να καλούνται Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ημετέρας παιδείας παρά όσοι έχουν ελληνική καταγωγή. Ο αλλοδαπός που έχει πάρει την ελληνική παιδεία αξίζει περισσότερο ν’ αποκαλείται Έλληνας απ’ ό,τι ο εκ φύσεως Έλληνας που την αγνοεί. Παναπεί, ο αριστούχος αλβανός είναι απόλυτα άξιος να αποκαλείται έλληνας και επομένως να φέρει την ελληνική σημαία, εφόσον το επιθυμεί. Έτσι λέει ο Ισοκράτης. Πιο άξιος μάλιστα από τα βλαστάρια μας που είναι σκράπες. Ο Ισοκράτης το λέει. […] Το «δοκώ» με απαρέμφατο έχει ακριβώς τη σημασία «νομίζομαι, θεωρούμαι», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ (λ. δοκέω, ΙΙ.5) οι δοκούντες είναι τι=άνθρωποι που θεωρείται ότι είναι κάτι. Και πιο καθαρά, όταν λέει ο Δημοσθένης οι «δεδογμένοι ανδροφόνοι», εννοεί «οι ευρεθέντες ένοχοι ανθρωποκτονίας», όχι «αυτοί που φαίνονται φονιάδες αλλά δεν είναι» […]».
Νίκος Σαραντάκος (συγγραφέας)



Άννα Τζιροπούλου (φιλόλογος)

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής