Ο αφορισμός της ηρωίδας Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 1820. Επίσημη αφορμή για την πράξη αυτή φέρεται μία κληρονομικής φύσεως οικογενειακή διαφορά μεταξύ των δύο γιών του δευτέρου συζύγου της Μπουμπουλίνας και προγονών της, Γιάννη και Παντελή Μπούμπουλη, με την ίδια. Το Πατριαρχείο αντί άλλης μεσολαβητικής ενέργειας επέβαλε σφοδρό επιτίμιο στη Σπετσιώτισσα καπετάνισσα και αγωνίστρια. Η αυστηρότητα αυτής της απόφασης, που καθίσταται πρόδηλη και από τη λεκτική της διατύπωση, υπεμφαίνει, ότι τα βαθύτερα αίτια που την προκάλεσαν θα πρέπει να αποδοθούν στις πολιτικές συνεργασίες του Φαναρίου με την Υψηλή Πύλη.
Πέρα από τα όσα εμπεριέχονται στον συνοδικό αυτόν λίβελλο, θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, και ιστορικά στοιχεία που συνδέονται άμεσα με το γεγονός του αφορισμού της Μπουμπουλίνας. Κατά πρώτον προκαλεί εύλογη απορία -και γιατί όχι, υποψία- το γεγονός ότι οι αδελφοί Μπούμπουλη απευθύνθηκαν, όχι στην τοπική εκκλησιαστική αρχή, αλλά στον ίδιον τον πατριάρχη. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην Επανάσταση, τα δυο αδέλφια δεν ακολούθησαν τα χνάρια του αγωνιστή πατέρα τους και ούτε βέβαια έλαβαν ποτέ μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις της μητριάς τους, σε μία από τις οποίες μάλιστα, έπεσε μαχόμενος ο μεγαλύτερος γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννος Γιάννουζας. Δέον επίσης ν’ αναφερθεί, ότι τον καιρό κατά τον οποίον αφορίσθηκε η Μπουμπουλίνα, προετοίμαζε μεθοδικά την συγκρότηση ικανού στόλου με την προοπτική πολέμου στη θάλασσα. Με το επιχειρηματικό της δαιμόνιο, κατόρθωνε, όχι μόνο να διαχειρίζεται χρηστά και να αυξάνει την οικογενειακή περιουσία, αλλά και να αντεπεξέρχεται στα έξοδα που απαιτούσε η ναυπήγηση, η συντήρηση των πλοίων, η μισθοδοσία και τροφοδοσία των πληρωμάτων.
Η Υψηλή Πύλη, που είχε ως έναν βαθμό γνώση των δραστηριοτήτων τής Μπουμπουλίνας (για τη ναυπήγηση του «Αγαμέμνονα» καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη, ότι προετοιμάζει πολεμικό πλοίο), προσπάθησε κατ’ επανάληψιν να τις ανασχέσει με δημευτικές αποφάσεις και αποστολές επιθεωρητών για έλεγχο. Η Μπουμπουλίνα, κατάφερε να προστατέψει τα πλοία της, με την βοήθεια και των Ρώσων, επικαλούμενη το γεγονός ότι τα πλοία της έφεραν ρωσική σημαία, αλλά και το ότι ο σύζυγός της είχε προσφέρει υπηρεσίες στον ρωσικό στόλο. Δεδομένης λοιπόν της καταστάσεως αυτής, ένας αφορισμός ήταν το πλέον κατάλληλο όπλο για την αντιμετώπιση του κινδύνου που οι Οθωμανοί διέβλεπαν. Οι συγκεκριμένοι πρακτικοί σκοποί που θα εξυπηρετούσε αυτός ο αφορισμός, ήταν αφ’ ενός ο εκφοβισμός της ίδιας της Μπουμπουλίνας κι αφ’ ετέρου η ηθική και οικονομική της εκγύμνωση. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός, ότι ουδέποτε έγινε άρση του αφορισμού αυτού, ούτε ακόμη κι όταν η Μπουμπουλίνα, κατόπιν αυτού, εξέθεσε δημόσια την περιουσιακή της κατάσταση την 15η Οκτωβρίου 1820 ενώπιον των προεστών των Σπετσών, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο διευθέτησης των οικογενειακών της εκκρεμοτήτων. Η εξαγωγή συμπερασμάτων επαφίεται στην κρίση του καθενός…
Το κείμενο του αφορισμού, όπως δημοσιεύθηκε από τον Ηλία Παπαθανασόπουλο στο περιοδικό «Ιστορία» (Ιούνιος 1973), συνοπτικά έχει ως εξής: … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Από τα πρώιμα κιόλας χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Κρήτη αρχίζει η οργανωμένη αντίσταση κατά του κατακτητή, πότε με τη βοήθεια των Βενετών στα Χανιά το 1692 και πότε με την ενθάρρυνση των Ρώσων, στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770. Και οι δύο όμως εξεγέρσεις καταλήγουν σε αποτυχία, με μεγαλύτερες καταπιεστικές συνέπειες για τους υπόδουλους. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, η χαρακτηριστική αγριότητα των γενιτσάρων, αυτοκρατορικών και ντόπιων, που είναι μοναδική ίσως στον ελληνικό χώρο.
Η ελληνική επανάσταση του 1821 εξαπλώνεται αμέσως και στην Κρήτη, παρά τη στρατιωτική υπεροχή του τουρκικού στοιχείου, την παντελή έλλειψη όπλων και εφοδίων και την άγρυπνη επιτήρηση των τουρκικών αρχών. Οι αγώνες της Κρήτης, που κινούνται στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο με το ξεσήκωμα της άλλης Ελλάδας, διαρκούν 10 σχεδόν χρόνια και περνούν από φάσεις επιτυχίας, αλλά και οδυνηρών συνεπειών. Οι επαναστατικές εξεγέρσεις αρχίζουν από τα Σφακιά. Στις αρχές Ιουνίου του 1821, αρχίζει επίσημα πια ο κρητικός αγώνας. Η πρώτη φάση των αγώνων διαρκεί ως το 1824, όταν οι Τούρκοι καλούν σε βοήθεια μεγάλες αιγυπτιακές δυνάμεις, που κατορθώνουν, σε φονικές μάχες, να καταπνίξουν τα επαναστατικά κινήματα, χαράσσοντας παράλληλα με τη φιλοπόλεμη τακτική τους φιλόδοξους μελλοντικούς στόχους.
Το ίδιο χρονικό διάστημα που μαινόταν η επανάσταση στην Κρήτη, οι εκεί ιεράρχες, σε απόλυτη σύμπνοια με την αντεθνική δράση του Πατριαρχείου, γύριζαν στα χωριά, και προσπαθούσαν να κάμψουν το ηθικό του πληθυσμού, λέγοντας πως οι επαναστάτες είναι αφορισμένοι, και πως πρέπει να παρατήσουν τα όπλα -τονίζοντας παράλληλα και την υπεροχή των εχθρών- και να ζητήσουν συγχώρεση από την «κραταιάν, ένδοξη και φιλάνθρωπον βασιλείαν».
Προς το τέλος του 1823 ο μητροπολίτης Κρήτης, Καλλίνικος Γ΄ ο εξ Αγχιάλου, διαμήνυε στο ποίμνιό του:
Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω!
Γνωστόν έστω υμίν ότι ο ενδοξώτερος αρχιστράτηγος Χασάν Πασάς από φιλανθρωπίαν κινηθείς απεφυλάκισε πολλούς άλλους αδελφούς ημών και εμέ τον ίδιον. Ευρισκόμενος εγώ τώρα υπό την ευνοϊκήν προστασίαν του, ως περί τούτου θέλει σας πληροφορήσει και ο διάκονός μου, δεν δύναμαι από ευγνωμοσύνην να κρύψω την προαίρεσιν και την δικαιοσύνην του. Έρχομαι όμως να παρακαλέσω υμάς, χριστιανοί, να έλθετε πλέον εις συναίσθησιν και να γνωρίσατε με ποίαν ισχυράν δύναμιν του Αντιβασιλέως της Αιγύπτου έχετε να κάμετε.
Όθεν σας συμβουλεύω να ρίψητε τα όπλα και να προσπέσητε εις τοιούτον φιλάνθρωπον αρχιστράτηγον, τον οποίον επίτηδες ο ενδοξώτατος Μεχμέτ Αλής έστειλεν τοιούτον, διά να ειρηνεύση τον τόπον μας…
Ούτω πράξητε χριστιανοί μου προτιμώντες τον ειρηνικόν βίον παρά τας τόσας ζημίας, τας οποίας καθ’ εκάστην λαμβάνετε υμείς αυτοί, τα τέκνα σας και τα κτήματά σας…
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1827, ο επίσκοπος Κυδωνίας (Κρήτης) Αρτέμιος, θα προσθέσει κι αυτός το όνομά του στον κατάλογο των «ηρωικών» ρασοφόρων της Εκκλησίας, κοινοποιώντας την ακόλουθη εγκύκλιο, με την οποία συνιστούσε στους επαναστατημένους Κρητικούς -τι άλλο;- την υποταγή στον «φιλάνθρωπο» Τούρκο άρχοντα:
Χριστιανοί, ευρισκόμενος εις Γραμβούσαν, σας εύχομαι. Λυπούμαι, αδελφοί μου, ότι σας μωραίνει η τύχη, ώστε να επιμένετε ασυλλογίστως εις το ολέθριον φρόνημα της αποστασίας, το οποίον μέλλει δυστυχώς να επιφέρει και τον τέλειον αφανισμόν σας, εάν δεν μεταμεληθήτε, εωσότου έχετε καιρόν, και αποστραφήτε την οδόν ταύτην της πλάνης σας. Δεν πρέπει κατ’ ουδένα τρόπον να φροντίζετε, τι κάμνουν εις άλλα μέρη οι αποστάται. Σεις χρεωστείτε να φροντίζετε περί της ιδικής σας σωτηρίας και περί της ζωής των τέκνων σας.
Εντός ολίγου περιμένονται εδώ οι στόλοι της Αιγύπτου και της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι μέλλουν να σας πολιορκήσουν, αυτοί μεν διά θαλάσσης, τα δε στρατεύματα διά ξηράς, ώστε να σάς βιάσωσι να παραδοθήτε και να χαθήτε.
Ο Μουσταφά βέης είναι φιλάνθρωπος και γνωρίζω καλώς ότι δεν θέλει το κακόν σας όθεν από χριστιανικήν αγάπην κινούμενος σας συμβουλεύω και εγώ να προλάβητε τα φρικτά δυστυχήματα, τα οποία σας περιμένουν, εάν πρότερον εκουσίως δεν καταθέσητε τα όπλα και υποταχθήτε εις τον Υψηλότατον βέην μας. Και αυτοί οι ίδιοι φυλακισμένοι καπεταναίοι με παρεκάλεσαν να σας γράψω περί τούτου και προς τούτοις να λάβητε συμπάθειαν εις τα βάσανα, τα οποία σήμερον υποφέρουν εξαιτίας σας…
Η «παράδοση» που ήθελε τους ηγέτες του Πατριαρχείου, να αφορίζουν ή να «εγκαλούν στην τάξη» τους επαναστατημένους Έλληνες, δεν σταμάτησε με τον απαγχονισμό του «εθνομάρτυρα» πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ που είχε επίσημα αφορίσει την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά συνεχίστηκε κι απ’ τον διάδοχό του, τον Ευγένιο Β’.
Ο Ευγένιος ήταν βουλγαρικής καταγωγής κι όπως σημειώνουν οι ιστορικοί «σχεδὸν ἀγράμματος, ἀλλὰ τολμηρὸς καὶ θρασὺς εἰς τὸ λέγειν». Ο Ευγένιος ανακηρύχθηκε ως νέος Πατριάρχης καθ’ υπόδειξιν του Σουλτάνου. Είχε βέβαια, προηγουμένως δώσει τα «διαπιστευτήριά» του, καθώς κατέδιδε τους επαναστάτες στους Τούρκους.
Όταν ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ καθαιρέθηκε, ο Σουλτάνος ζήτησε επιτακτικά την άμεση εκλογή διαδόχου του, προκειμένου ο καθαιρεθείς να εκτελεστεί ως απλός κληρικός, και όχι ως πατριάρχης, πράγμα που θα είχε διπλωματικές παρενέργειες. Κανένας από τους Μητροπολίτες της Συνόδου δεν τολμούσε να δεχθεί να θέσει υποψηφιότητα υπ’ αυτές τις συνθήκες, εκτός από τον Ευγένιο. Η εκλογή του έγινε δεκτή με δέος.
Όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Ιωάννης Κορδάτος, η ενέργεια του απαγχονισμού του Γρηγορίου Ε’ και η ταυτόχρονη ανάδειξη του Ευγένιου Β’, ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο των υπόγειων μαχών που δίνονταν μεταξύ Δεσποτάδων και Μητροπολιτών, που επωφθαλμιούσαν τον πατριαρχικό θρόνο. Γράφει ο Κορδάτος: «Αν και ο πατριάρχης Γρηγόριος αφόρισε τον Υψηλάντη και τους επαναστάτες και έστειλε εξάρχους στις επαρχίες με τους αφορισμούς και πανταχούσες σ’ όλους τους Μητροπολίτες, προστάζοντας να διαβαστούν οι αφορισμοί, έπαψε να έχει την εμπιστοσύνη της τουρκικής κυβέρνησης γιατί βρέθηκαν Δεσποτάδες να τον συκοφαντήσουν ότι ήταν αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας, άρα αρχισυνωμότης. Εκείνος που κατηγόρησε και συκοφάντησε τον Γρηγόριο ήταν ο Μητροπολίτης Πισίδας Ευγένιος».
Ο Ευγένιος, ως πατριάρχης πλέον, με πολλές εγκυκλίους του στην εποχή από Αύγουστο 1821 έως και Ιανουάριο 1822, καλούσε τους επαναστατημένους Έλληνες να μετανοήσουν και να δηλώσουν υποταγή και ευπείθεια στον Σουλτάνο: «Μεγάλαι ήσαν αι εύνοιαι (…) και το έθνος υμών αντικείμενον της πατρικής μερίμνης του Σουλτάνου, όφειλε να ευλογή τον μονάρχην, όστις κυβερνά τον λαόν αυτού καθ’ υπόδειγμα της θείας ευσπλαχνίας (…) Αλλά φευ αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μέγα μέρος των Ελλήνων, παριδόντες το καθήκον της ευγνωμοσύνης, ετόλμησαν να φέρωσιν όπλα εναντίον του γαληνοτάτου και κραταιοτάτου ημών ηγεμόνος».
Για όσους δε δεν «μετανοήσουν» εκτοξεύει ο συγκεκριμένος πατριάρχης απειλές κατά της ζωής, της περιουσίας, της οικογένειας και της πατρίδας τους και, πέρα από αυτά, κυρώσεις χωρίς έλεος, που θα τους επιβάλει ο Οθωμανός κυρίαρχος, ενώ «θα τους τιμωρήσει αμείλικτα και ο Θεός» (Δημ. Σοφιανού «Εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρχη…»).
Η πρώτη εγκύκλιος του Ευγένιου του Β’ εξεδόθη την 15η Αυγούστου του 1821 και είχε ως παραλήπτη τον μητροπολίτη Παροναξίας και έξαρχο παντός Αιγαίου Πελάγους Ιερόθεο, ο οποίος και επιφορτίσθηκε με το καθήκον να πείσει τους επαναστατημένους νησιώτες «να βαδίζωσι την οδόν της ευπειθείας και υποταγής απαρατρέπτως προς τον σουλτάνον»:
Ιερώτατε μητροπολίτα Παροναξίας, υπέρτιμε και έξαρχε παντός Αιγαίου Πελάγους… εντελλόμεθά σοι διά της παρούσης όπως χωρίς αναβολής ενεργήσης επί κοινή απαξαπάντων των επαρχιωτών σου ακροάσει και εμπνεύσης εις τας καρδίας των τας εν αυτώ περιεχομένας εννοίας με όλη την απαιτουμένην καθαρότητα και ακρίβειαν, διά να αναπέμψωσι προηγουμένως τας υπέρ του βασιλείου κράτους ικετηρίους αυτών φωνάς προς Θεόν, και επομένως κατανοήσαντες το γινόμενον και προς αυτούς μέγα βασιλικόν έλεος να βαδίζωσι την οδόν της ευπειθείας και υποταγής απαρατρέπτως, εν βεβαιότητι ότι, καθώς η κραταιά βασιλεία εξευμενίζεται προς τους μετανοούντας και χαρίζεται αυτοίς φιλανθρώπως την αμνηστίαν, ούτω κατά των σκληροτραχήλων και αμεταμελήτων μένει αδυσώπητος. Ενί λόγω, κατά το άφευκτον χρέος της προθυμίας σου, να στηρίξης πάντας αυτούς επί του κέντρου του ραγιαλικίου, υπαγορεύων συμφώνως τα σωτήρια και γινόμενος καλόν παράδειγμα προς αυτούς…
Περιμένομεν εν τάχει των γραφομένων απάντων την αισίαν αποπεράτωσιν. Η δε του Θεού χάρις είη μετά της ιερότητός σου.
Ο Κωνσταντινουπόλεως και εν Χριστώ αδελφός.
Η δεύτερη εγκύκλιος του Ευγένιου του Β’ (Αύγουστος 1821) απευθυνόταν σε όλους τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με αυτήν καλούνταν οι εξεγερθέντες να καταθέσουν τα όπλα:
Φεύ! Πολλοί εκ του έθνους των Ρωμαίων παραμελήσαντες της χρεωστουμένης ευγνωμοσύνης, αγνωμονήσαντες των τοιούτων ευεργεσιών και εν ταυτώ αθετήσαντες και καταπατήσαντες τα θρησκευτικά διδάγματα, τα υπαγορεύοντα την εντελή ευπείθειαν και υποταγήν εις το θεοσυντήρητον αυτό βασίλειον κράτος, εις τοιαύτην εξετραχηλίσθησαν ματαιότητα και απόνοιαν, ώστε ετόλμησαν να αναλάβωσιν το σχήμα της ανταρσίας εναντίον της κοινής αυτής ευεργέτιδος Ημών τροφού αηττήτου βασιλείας…
Διασαλπίζομεν εις όλους σας τας εννοίας του υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού και παραινούμεν εν αγίω πνεύματι και παραγγέλομεν απαξάπαντας, μικρούς και μεγάλους, εκάστης τάξεως και βαθμού, όσοι αυθαδώς ετολμήσατε να εξοπλισθήτε κατά της κοινής ημών τροφού και ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, να καταθέσητε αμέσως τα όπλα και να αναλάβητε το αρχαίον σχήμα της εντελούς και ειλικρινούς υποταγής και ευπειθείας σας προς αυτήν, και να αποπτύσητε το σατανικόν και μάταιον της ανταρσίας φρόνημα, οι δε λοιποί πάντες να μένητε εδραίοι και αμετακίνητοι εις το πιστόν του ραγιαλικίου… υπό την αμφιλαφή σκιάν τον βασιλείου κράτους…
Όλοι χωρίς τινός εξαιρέσεως να επιστρέψητε εις την σωτηριώδη οδόν της υποταγής, όντες βέβαιοι και πεπληροφορημένοι, ότι η κραταιά βασιλεία, κατιδούσα την πνευματικήν επιστροφήν και μεταμέλειαν, το άδολον και αληθές της ευπειθείας σας φρόνημα και την ακριβή διατήρησιν των του πιστού ραγιακιλίου καθηκόντων, αύθις ως μήτηρ φιλόστοργος θέλει σας εναγκαλισθή και θέλει σας περιθάλπη επιδαψιλεύουσα τα της ακενώτου πηγής της ευσπλαγχνίας της πλούσια τα έλέη εφ’ υμάς, και παραπέμπουσα εις βυθόν λήθης τα εξ επηρείας του μισοκάλλου δαίμονος απονενοημένα εκείνα κινήματα των τολμησάντων.
Κατά τον αυτόν δε τρόπον και η κοινή των ευσεβών μήτηρ αγία του Χριστού Εκκλησία θέλει εξευμενισθή και θέλει αξιώσει συγχωρήσεως και αφέσεως τους ημαρτηκότας και τα βάρη των φρικωδεστάτων αυτής αρών επισπασαμένους, βλέπουσα ενεργουμένην την μεταμέλειαν υμών…
Η τρίτη εγκύκλιος του Ευγένιου του Β’ (Ιανουάριος 1822) καλούσε τους «προδότες» και «αποστάτες» κατοίκους της Κρήτης, της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου «να κλίνουν τον αυχένα» στον «θεόθεν τεταγμένο Βασιλεύ»:
Οι ανά πάσαν την νήσον Κρήτην και τας υποκειμένας αυτή Επισκοπάς οικούντες Ρωμαίοι… η πάντα προς το συμφέρον του ανθρώπινου γένους οικονομούσα πρόνοια του υψίστου θεού, άνωθεν και εξ αυτής τής του κόσμου κτίσεως ετάξατο τας επιγείους βασιλείας ως τινάς βάσεις και θεμέλια αρραγή, επί των οποίων είναι εποικοδομημένη η καλή διοίκησις των λαών και η ευδαιμονία των υπηκόων εις αυτάς εχάρισε σοφίαν και γνώσιν του ειδέναι και ενεργείν συμφέροντα εις όλην την ανθρωπότητα και ό,τι αν πράττη ο θεόθεν τεταγμένος Βασιλεύς, τούτο είναι υπό της θείας προνοίας εξηρτημένον…
Αλλά καθώς ύστερον από μίαν λυσσώδη τρικυμίαν επέρχεται μία γαλήνη, πνέουσιν οι ζέφυροι και οι πρότερον απηλπισμένοι διά τον επαπειλούμενον καταποντισμόν διασώζονται εις ασφαλεϊς λιμένας, τοιοντοτρόπως η θεία πρόνοια με την αποκατάστασιν της κραταιάς Οθωμανικής Βασιλείας επί του έθνους ημών διασκέδασεν όλας εκείνας της ορθοδόξου ημών πίστεως τας ταραχάς και των πολιτικών ναυαγίων τας τρικυμίας, και τώρα τόσους αιώνας ευρισκόμενοι εις έναν λιμένα απολαμβάνομεν την μακαριστήν ευδαιμονίαν, πεπλουτισμένοι με εκκλησίας ιεράς και με όλην την άνεσιν των θρησκευτικών μας εθίμων.
Όσοι αδιαφορούντες εις τας εκκλησιαστικάς ημών παραινέσεις και πατρικάς συμβουλάς και επιμένοντες εις τα θεοστυγή αυτού του χριστιανικού χαρακτήρος αλλότρια εκείνα κινήματα, η ανομία αυτών επί τον τράχηλον αυτών και κρίμα λήψονται εαυτοίς και κατάκριμα, καθότι άφευκτος η κατ’ αυτών δικαίως επαπειλουμένη πανωλεθρία και ουκ έσται αυτοίς ιλασμός ή σωτηρία μήτε σωματική μήτε ψυχική, αλλά κακοί κακώς οιμώξουσι και καταστραφήσονται εκ μιας…
Σεις, φεύ, καταπατήσαντες και θεία και ανθρώπινα δικαιώματα, αθετήσαντες και ευαγγελικούς νόμους και κανόνας αποστολικούς, νοσήσαντες μίαν απαραδειγμάτιστον αχαριστίαν, ομοίαν με εκείνην του προδότου Ιούδα, ετολμήσατε να λάβητε όπλα εις χείρας και να υψώσητε αποστασίας σημαίαν, τ’αυτόν ειπείν αντιστρατευσάμενοι εναντίον του επουρανίου βασιλέως και Θεού ημών υπό στρατηγώ τω αρχεκάκω σατάν και παμπονήρω διαβόλω, του οποίου εφεύρημα και γέννημα είναι το είδος αυτό της αποστασίας, και αυτό εκ πρώτης αρχής ενέπνευσεν εις το πνευμα των πρωτοπλάστων μέσα εις τον παράδεισον. Ενί λόγω με το βδελυρόν αυτό κίνημα και με τους σατανικούς αυτούς τρόπους, εις μεν την εκκλησίαν του Θεού και εις όλον το ήσυχον γένος επροξενήσατε μελαγχολίαν και λύπην ανείκαστον…
Όθεν, χριστιανοί αδελφοί, τέκνα της ανατολικής ημών Εκκλησίας, όσοι κάτοικοι της Πελοποννήσου και όσοι του Αιγαίου πελάγους, όσοι πλέετε την θάλασσαν και όσοι ευρίσκεσθε εις την ξηράν, όσοι ενί λόγω είτε παραλογιζόμενοι οίκοθεν είτε απατώμενοι άλλοθεν εφθάσατε να νοσήσετε την κατηραμένην αυτήν νόσον και να λάβητε όπλα εις χείρας με αποστατικά φρονήματα ακούσατε της πατρικής μας φωνής, ήτις πηγάζει από πόνον εγκάρδιον, έλθετε εις εαυτούς, αποπτύσατε το σατανικόν αυτό φρόνημα της ανοήτου αποστασίας, ρίψατε τα όπλα, τα αίτια της κοινής σας καταστροφής, αναλάβετε τον προγονικόν ρεαγιαλικόν χαρακτήρα, φιλιωθήτε με τον Θεόν, διά να έχητε και την εύνοιαν της υπό Θεού τεταγμένης κραταιάς και αηττήτου βασιλείας…
Ημείς, επιστηριζόμενοι εις την ευσπλαχνίαν του κραταιοτάτου ημών βασιλέως και εις την ευμένειαν των πολυχρονίων και ευμενεστάτων ημών αυθεντών, την οποίαν αναλόγους φωνάς δεν έχομεν να ευχαριστήσωμεν, και διά την οποίαν είμεθα υπόχρεοι να παρακαλούμε νυχθήμερον τον κύριον ημών και θεόν υπέρ του βασιλείου κράτους, όπως είη αήττητον και θριαμβεύον εις αιώνα αιώνων και υποτάττον πάντα εχθρόν και πολέμιον, και υπόχρεοι προσέτι να θυσιάσωμεν εαυτούς κατά λόγον χριστιανικής ευγνωμοσύνης…
Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός
Στην οθωμανική αυτοκρατορία, το μορφωτικό επίπεδο του λαού, ανεξαρτήτως εθνικής και θρησκευτικής προελεύσεως, βρισκόταν στο απόλυτο μηδέν, δεδομένου ότι η παιδεία δεν αποτελούσε στόχο των Οθωμανών, ούτε για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Ειδικότερα για τις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς περιγράφεται στην «Ελληνική Νομαρχία» (1806) του Ανωνύμου του Έλληνος, η κατάσταση μορφωτικής και πευματικής παρακμής ως εξής: «Αι επιστήμαι, όπου πρότερον ήνθιζον (=αναφέρεται στην Αρχαιότητα ), άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφραγίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν (=θετικές επιστήμες) εξωρίσθησαν, άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο, ει μη τα πονήματα των ιερέων και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, εστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι, μεμεθυσμένοι από την αμάθειαν και την δεισιδαιμονίαν» … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Το έτος 1798 ο κορυφαίος των Ελλήνων διαφωτιστών, Αδαμάντιος Κοραής, εξέδωσε το περίφημο κείμενό του «Αδελφική Διδασκαλία», προκειμένου να αντικρούσει απόψεις που κυκλοφόρησαν σε φυλλάδιο με την υπογραφή του πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμου υπό τον τίτλο «Διδασκαλία Πατρική». Σ’ αυτό κηρύττονταν η εθελοδουλία στους Τούρκους και δυσφημούνταν οι φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού.
Ο Κοραής καταρρίπτει τα επιχειρήματα της Πατρικής Διδασκαλίας και στηλιτεύει τον συγγραφέα της, ότι «υπερασπίζει και δικαιολογεί την τυραννίαν των Τούρκων, (των οποίων) ανερυθριάστως σπουδάζει να συγκαλύψει την ασχημοσύνην, μήτε εντρέπεται να μας διδάσκη την εις αυτούς υποταγήν, ήγουν να υποφέρωμεν τας αδικίας, τας αρπαγάς, τας ασελγείας, τέλος και να τουρκίσωμεν προτιμότερον, παρά να φύγωμεν την τυραννίαν αυτών».
Ο μεγάλος στοχαστής χαρακτηρίζει την Πατρική Διδασκαλία ως ψευδεπίγραφη, «μωρά και αντίθεον», κι επικρίνει τον συντάκτης της πως «πιστώνει φρονήματα ενάντια εις την διδασκαλίαν του Χριστού και των Αποστόλων».
Στην Αδελφική Διδασκαλία του, ο Κοραής προβαίνει και σε μια αδρή σκιαγράφηση της κατάστασης των Ελλήνων επί τουρκοκρατίας: «Είναι εις όλους γνωστόν εις πόσην ακμήν έφθασε την σήμερον των Τούρκων η τυραννία. Οι ταλαίπωροι Γραικοί δεν είναι πλέον κύριοι μήτε κτημάτων, μήτε τέκνων, μήτε των ιδίων αυτών γυναικών. Η τιμή και η ζωή των κρέμαται από την θέλησιν όχι μόνον αυτού του πρωτοτυράννου, αλλά και εκάστου από τους ελαχίστους αυτού δούλους. Τις δεν ηξεύρει το πλήθος των Γραικών της Κρήτης, όσοι δια να φύγωσι τα τοιαύτα δεινά, ηναγκάσθησαν να αρνηθώσι την πατρικήν αυτών θρησκείαν. Τις αγνοεί τας βίας και τας αρπαγάς των παρθένων, των παίδων, όσαι καθ’ ημέραν συμβαίνουσιν εις την Θεσσαλονίκην, ώστε να αναγκάζονται οι άθλιοι γονείς να μακρύνωσιν από την ασέλγειαν των βδελυρών Γιανιτσάρων. Τις δεν έφριξεν ακούων την καταδυναστείαν και τους αφορήτους φόρους όσους οι κατά πάσαν την Tουρκικήν Eυρώπην ευρισκόμενοι Γραικοί βιάζονται να πληρώσωσι; Τις δεν εθρήνησε τους εκτοπισμούς και τας μετοικεσίας τοσούτων Γραικών, όσοι μην υποφέροντες πλέον τον Οθωμανικόν ζυγόν, εσκορπίσθησαν, εις διαφόρους τόπους της Ευρώπης».
Ο Κοραής κατακεραυνώνει τον συντάκτης της Πατρικής Διδασκαλίας που διατείνονταν ότι «η μοναρχία και αν ήθελε είναι τυραννική, είναι όμως αιρετωτέρα παρά την δημοκρατίαν» και διέπραττε «την φρικτήν βλασφημίαν ονομάζων τον Σουλτάνον “πρύτανιν των αγαθών”», αντιλέγοντας: «Ας μας ειπή ο φιλόσοφος αυτός αν ευρίσκεται ή ευρέθη πού ποτε καμμία δημοκρατία, αριστοκρατία, βασιλεία ή και τυραννία οποιαδήποτε άλλη, όπου εχύθη τοσούτον αθώον αίμα, όσον έχυσαν μέχρι του νυν οι Τούρκοι. όπου επράχθησαν τοσαύται αρπαγαί, ληστείαι, καταδυναστείαι γυναικών, παρθένων και παίδων βίαι, όσαι πράττονται κατά πάσαν ώραν εις την οθωμανικήν επικράτειαν (…) Όσα κακά συκοφαντών αναιδώς προσάπτει εις τα νεωστί ελευθερωθέντα της Ευρώπης έθνη, ευρίσκονται πραγματικώς όλα εις την τουρκικήν επικράτειαν».
Η Πατρική Διδασκαλία -την οποία ο ιστορικός Απ. Βακαλόπουλος αποκαλεί «αποκορύφωμα του συντηρητισμού και της εθελοδουλίας»– αποτέλεσε στο διάβα τής ελληνικής ιστορίας, μνημείο ραγιαδισμού. Για τη διάδοση τοιούτων απόψεων, που αντιμάχονταν τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού και υποδείκνυαν τη δουλοφροσύνη ως ενδεδειγμένη στάση ζωής, οι δημοκρατικοί πολίτες εν γένει, ιδίως δε η αριστερά, ανέκαθεν σφοδρά επέκριναν φορείς της Εκκλησίας, των προεστών, τους Φαναριώτες κ.α., για την υποτέλειά τους στην τουρκική κυριαρχία … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »