Συγχωροχάρτια made by Εκκλησία Α.Ε. – Η μετουσίωση του «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», ή του «τί τα θες τα χρήματα, αφού υπάρχουν θύματα;»
18/12/2009 |
Σχολιασμός
Η φυσική αγωνία τού ανθρώπου για τη μετά θάνατον ζωή, που η χριστιανική διδασκαλία τον διαβεβαίωνε ότι θα ήταν ανάλογη με τα έργα της επίγειας ζωής του, τον οδήγησε, όπως ήταν φυσικό, στο να προσπαθήσει να εξαγοράσει τον Παράδεισο με κάθε τρόπο. Οι δύο πόλοι, η Κόλαση και ο Παράδεισος, προσδιόριζαν τις συνέπειες των καθημερινών του πράξεων. Ωστόσο αναμάρτητος δεν ήταν κανείς. Η αγωνία αυτή, εκφράζεται με το συγχωροχάρτι, τη γραπτή, δηλαδή, διαβεβαίωση ότι οι αμαρτίες μπορούν να παραγραφούν με την καταβολή αντιτίμου. Νεκροί και ζωντανοί εξαγοράζουν τη θέση τους στον χριστιανικό Παράδεισο.
Το συγχωροχάρτι (στα λατινικά indulgentia=άφεση· ελληνική μεταφορά: η ιντουλγκέντσια, ιντουλγκέντζα και ιντουλγκέντια), ήταν ένα έγγραφο το οποίο βεβαίωνε άφεση αμαρτιών και το οποίο χορηγούνταν έναντι χρημάτων, υποσχέσεων ή άλλων παραχωρήσεων από εκκλησιαστική αρχή. Θεολογικό έρεισμα των συγχωροχαρτιών, αποτελούσε η αντίληψη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ότι η εξομολόγηση δεν αρκεί για να άρει όλες τις συνέπειες της αμαρτίας, αλλά ότι κάποιες από αυτές παρέμεναν και μετά. Μπορούσαν όμως να αντισταθμιστούν από το «πλεόνασμα» καλοσύνης των αγίων, το οποίο διαχειριζόταν η Εκκλησία και συγκεκριμένα ο Πάπας. Με πιο απλά λόγια, αν για την είσοδο στον Παράδεισο απαιτούνταν π.χ. πέντε καλές πράξεις και κάποιος άγιος είχαν ξεπεράσει αυτό το όριο (έκανε λ.χ. 10 καλές πράξεις), τότε αυτές οι πέντε πλεονάζουσες διατίθονταν από την Εκκλησία στους αμαρτωλούς, με το αζημίωτο βέβαια. Καθώς η Εκκλησία διέθετε (και διαθέτει) αναρίθμητους αγίους και άφθονο πλεόνασμα καλών πράξεών τους, όπως ήταν φυσικό, ήταν σε θέση να δίνει συγχωροχάρτια χωρίς ιδιαίτερη φειδώ. Το συγχωροχάρτι περιείχε και εξομολογητική επιστολή μέσω της οποίας μπορούσε ο πιστός στο μέλλον για μία φορά στη ζωή του ή για μία φορά που θα κινδύνευε η ζωή του να λάβει από οποιονδήποτε εξομολογητή ιερέα άφεση για όλα τα αμαρτήματά του.
Τον 13ο αιώνα η συγχωρητική ευχή πήρε άλλη μορφή. Σε αυτές πλέον δεν καταγραφόταν ότι ο ιερέας παρακαλούσε τον Θεό να συγχωρήσει τον αμαρτωλό αλλά ότι ο ίδιος τον συγχωρούσε («ego te absolvo», δηλαδή «εγώ σε συγχωρώ»). Με αυτό τον τρόπο έπαψε να τονίζεται η ανάγκη για ειλικρινή μετάνοια και άρχισε ο εγκωμιασμός της πώλησης των συγχωροχαρτιών, τα οποία θεωρούνταν πλέον ότι μπορούσαν να απαλλάξουν το άτομο και από την ενοχή της αμαρτίας. Με το σατανικό αυτό εφεύρημα του ιερατείου, ο δυστυχής λαός σχημάτιζε την αντίληψη ότι, αγοράζοντας με χρήματα κάποιο συγχωροχάρτι, απαλλασσόταν όχι μόνο από την τιμωρία, αλλά ακόμα και από αυτήν την ενοχή της αμαρτίας. Αυτή την αντίληψη καλλιεργούσαν επί αιώνες οι Εκκλησίες Δύσης και Ανατολής …
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Παρ’ ότι είναι διάχυτη η εντύπωση ότι μεγάλος λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης είναι αφορισμένος από την ελληνική Εκκλησία, εξαιτίας κάποιων θεωρούμενων αντιχριστιανικών του βιβλίων, η πραγματικότητα δεν έχει ακριβώς έτσι. Όπως γίνεται συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Δεν υπάρχει αφορισμός, αλλά ανάθεμα (κατάρα).
To 1798 εκδίδεται από το σουλτανοπατριαρχικό τυπογραφείο η «Πατρική Διδασκαλία» (πρωτότυπος τίτλος: «Διδασκαλία Πατρική»), ένα εμετικό τουρκόφιλο έντυπο, αντάξιο του Πατριαρχείου, που επιτίθεται εναντίον των ιδεών της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας και ουσιαστικά κατά των ιδεών του Ρήγα. Πρόκειται για ένα από τα πολλά έντυπα που εκδιδόταν από το Πατριαρχείο και τους παρατρεχάμενούς του, στην προσπάθεια των τουρκοϋπαλλήλων να διατηρήσουν τον ραγιαδισμό.
Την Τρίτη 10/11/2009, προβλήθηκε στην εκπομπή τού Alter «Αθέατος Κόσμος» τού δημοσιογράφου Κώστα Χαρδαβέλα, ένα θέμα που είχε να κάνει με την ασυδοσία τού τουρκικού προξενείου τής Κομοτηνής στην Θράκη.


