Αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην ελληνική κοινωνία είναι πράγματα πρωτόγνωρα. Κάθε μέρα που περνά βιώνουμε ή μαθαίνουμε μια νέα πικρή πραγματικότητα. Η παιδεία, η πολιτική, η οικονομία, όλα σε παρακμή.
Τα δύο πρώτα βέβαια δεν είναι καινούργια, τώρα και χρόνια, πολλοί ήταν αυτοί που το φώναζαν. Η φωνή τους βέβαια ήταν “φωνή βοώντος…”. Δυστυχώς οι αξίες του Νεοέλληνα έχουν συρρικνωθεί στο περιεχόμενο του πορτοφολιού του. Όσο αυτό ήταν γεμάτο, όλα ήταν μια χαρά. Τα άλλα ήταν λεπτομέρειες που απασχολούσαν τους συνταξιούχους στα καφενεία. Τώρα όμως που η οικονομική κρίση κτύπησε τη πόρτα μας έχει επέλθει πανικός. Τώρα βγήκαν όλα τα προβλήματα μπροστά μας. Δεν προλαβαίνουμε τις “σφαλιάρες”, έχουμε κυριολεκτικά ζαλιστεί. Οι αντιδράσεις μας είναι αντιδράσεις πανικού, μοιάζει σαν να μας κτύπησε σεισμός πολλών Ρίχτερ.
Το ερώτημα που μπαίνει είναι, τι κάνουμε; Ποιός θα μας πει την αλήθεια, γιατί μας συμβαίνουν όλα αυτά;
Ακούμε για παγκόσμια κρίση, για πρόσθετη ελληνική κρίση, ότι κλέψανε, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε, ότι δεν παράγουμε και μόνο καταναλώνουμε.
Ακούμε ακόμη ότι όλα είναι παιχνίδια, του κεφαλαίου, των τραπεζιτών. Ακούμε ότι φανταστείς.
Έλεος! Μια αλήθεια δεν υπάρχει; Κάποιος να ξεκαθαρίσει το τοπίο, να μας δείξει ένα μπούσουλα. Γιατί πραγματικά έχουμε χάσει το μπούσουλα…
Τι σημαίνει η λέξη επαγγελματίας;
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι πρόκειται για μία εύκολη ερώτηση. Τόσο εύκολη όσο η ερώτηση: “Τι σημαίνει η λέξη δολοφόνος”;
Ποιος δεν ξέρει ότι δολοφόνος καλείται εκείνος που σκοτώνει έναν άνθρωπο, που αφαιρεί μια ζωή; Για να χαρακτηρίσουμε κάποιον ο οποίος προέβη σε αυτήν την πράξη, ενίοτε χρησιμοποιούμε και την λέξη φονιάς. Ο κατέχων, όμως, την στοιχειώδη ελληνική γνωρίζει ότι η λέξη δολοφόνος συντίθεται από τον δόλο και το φονεύω. Δηλαδή δολοφόνος είναι αυτός που αφαιρεί μια ζωή με δόλια πρόθεση προσβλέποντας σε όφελος, συνήθως, οικονομικό ή ψυχολογικό. Η λέξη φονιάς δεν εμπεριέχει το στοιχείο του δόλου. Παρόλα αυτά, ένας οδηγός, όπου στην υποθετική περίπτωση που παρασέρνει και τελικά σκοτώνει έναν πεζό, άρα αφαιρεί μια ζωή –έστω και χωρίς δόλο– δεν αποκαλείται ποτέ φονιάς. Συνήθως αποκαλείται άτυχος και συνηθέστερα μεθυσμένος.
Οπότε τι σημαίνει η λέξη επαγγελματίας;
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι επαγγελματίας είναι αυτός που ασκεί ένα επάγγελμα. Συνήθως ασκεί αποκλειστικά το επάγγελμα αυτό. Λέμε π.χ. επαγγελματίας οδηγός φέρνοντας στο νου μας έναν φορτηγατζή ή έναν ταξιτζή. Διαφωνεί κανείς με αυτό; Όχι. Γιατί, όμως, δεν θα λέγαμε ποτέ για κάποιον ότι είναι επαγγελματίας περιπτεράς; … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Αγαπητέ Πρόεδρε, αφορμή για τούτο το σημείωμα, πήρα από το πρόσφατο γεγονός της διάσωσης των Χιλιανών μεταλλωρύχων και την φράση του τελευταίου διασωθέντος που όταν ανεσύρθη και ευχαρίστησε τον Πρόεδρό του, είπε: «Είμαι περήφανος που είμαι Χιλιάνος».
Εδώ, το σαράκι της ζήλειας, με δάγκασε άσχημα και ξέρεις γιατί; Θα σου πω αμέσως:
Γιατί εγώ δεν μπορώ να πω αυτή την φράση ότι είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας. Δεν μπορώ να την πω, γιατί ο υιός της δυναστείας που έχω για πρωθυπουργό, διαδίδει στο εξωτερικό της χώρας, ότι κυβερνάει μια χώρα διεφθαρμένων, χωρίς να αναφέρει πότε άρχισε η διαφθορά. Φαίνεται ότι έχει ασθενή μνήμη. Εγώ όμως θυμάμαι και θυμάμαι πολύ καλά…
Η διαφθορά, η λοβιτούρα και το ψέμα άρχισαν όταν Εσύ και μερικοί άλλοι «δανείσατε» τον «αείμνηστο χαρισματικό» μπαμπά του πρωθυπουργού για να αποκτήσει την περίφημη «ροζ βίλα». Εσύ τουλάχιστον,θα πρέπει να θυμάσαι…
Έτσι, θεμελιώσατε την διαφθορά. Και ο υιός της χαρισματικής δυναστείας, θα πρέπει στο σπίτι του κρεμασμένου να μη μιλάει για σκοινί.
Δεν μπορώ να είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας, όταν Πρόεδρος ξένης χώρας -όχι καν ευρωπαϊκής αλλά κάποιας από τις λεγόμενες «μπανανίες»- δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ η χώρα του να γίνει Ελλάδα και ο δικός μου Πρόεδρος κάνει ότι δεν άκουσε.
Δεν μπορώ να είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας, όταν άλλος πρόεδρος, γειτονικής χώρας, έχει το θράσος να μας συμβουλεύει να αποφύγουμε τους εξοπλισμούς (γιατί έτσι τον συμφέρει) και ο δικός μου Πρόεδρος να μην τολμά να πει έστω μια λέξη.
Δεν μπορώ να πω ότι είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας, όταν τα γειτονάκια δίπλα μας μας δίνουν την μια καρπαζιά μετά την άλλη και συνεχώς μας φτύνουν και ο δικός μου πρόεδρος νομίζει ότι ψιχαλίζει.
Δεν είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας, όταν θυμάμαι Πρόεδρέ μου τα λόγια που σου είπε η πρώην πρόεδρος της βουλής, όταν σε προσφωνούσε κατά την ανάληψη των καθηκόντων σου, περί εθνικής κυριαρχίας και εθνικών συνόρων κ.λπ. και δεν την έπιασες από το πέτο και να της πεις «τι λες μωρή;».
Δεν μπορώ να αισθανθώ περήφανος που είμαι Έλληνας, όταν πέντε-έξι καλόπαιδα που μου έρχονται κάθε τόσο από τας Ευρώπας, μου καθορίζουν πότε θα φάω, τι θα φάω κι αν πρέπει να φάω και ο Πρόεδρος μου να με ταΐζει συμβουλές και νουθεσίες.
Αλήθεια, Πρόεδρέ μου, ξέρεις ποιός είναι ο ρόλος σου; Ποιά είναι η γνώμη σου για την τήρηση του συντάγματος; Είναι συνταγματικά σωστό να μου κλέβουν τον ιδρώτα μιας ζωής;
Αλήθεια,Πρόεδρέ μου, ποιές υπηρεσίες προσέφερες στην Πατρίδα που σε έκαναν άξιο να κατέχεις τα πρωτεία; Μηπως η λεγόμενη αντιστασιακή σου δράση,γιατί όλοι αντιστασιακοί γίναμε. Μήπως η άρση του εμπολέμου με τη γείτονα, ώστε να γίνει η αρχή της εισβολής των ορδών του Μπερίσα;
Μας ήρθατε λεφούσι, συνοδεύοντας τον «αείμνηστο χαρισματικό» και διαλύσατε τα πάντα, ακόμα και την συνείδησή μας…
Πρόεδρέ μου, δεν είσαι πρόεδρος όλων των Ελλήνων. Είσαι πρόεδρος 180 χαμινιών που σε ψήφισαν για λόγους σκοπιμότητας. Με άλλα λόγια δεν είσαι τίποτα. Αν αισθανόσουν Πρόεδρος όλων των Ελλήνων θα έπρεπε να τα έχεις βροντήξει προ πολλού, έστω και για μια αιτία, από αυτές που ανέφερα ότι δεν με κάνουν περήφανο.
Πρόεδρέ μου, έχεις μόνο μια ευκαιρία να αποδείξεις την εντιμότητά σου και να αποσυρθείς με πλυμένα τα χέρια. Σε παρακαλώ, πήγαινε εκεί από όπου μας ήρθες, να το διαλύσουμε, μήπως και ξαναρχίσουμε χωρίς εσάς.
Πρόεδρέ μου, καταλαβαίνεις πού μας έχετε φτάσει; Εγώ τουλάχιστον σας βλέπω και έτσι σας αποκαλώ, σαν την ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Δεν αφήσατε τίποτα όρθιο.
Πρόεδρέ μου, έχω πολλά να σου πω, αλλά έχω αρκετά προχωρημένη ηλικία και το πληκτρολόγιο με κουράζει…
Θα τελειώσω με μια ερώτηση που ίσως μας ευθυμήσει λιγάκι: Πρόεδρέ μου τι προβλέπει το σημερινό μενού του δείπνου σου; Συναγρίδα; Αστακό; Φουά γκρά ή μπον φιλέ;
Γιατί το δικό μου, προβλέπει φασολάδα χωρίς ντομάτα. Βλέπεις η τιμή της αγγίζει τα 2 ευρώ το κιλό.
Καλή σου όρεξη Πρόεδρέ μου και περαστικά μου…
Διάβασα, μέσες άκρες, στον ημερήσιο τύπο την δήλωση του πόθεν έσχες των πολιτικών και μού ‘ρθε να βάλω τα κλάματα και να κοπανίσω το κεφάλι μου στον τοίχο, από την υπέρμετρη αγανάκτηση. Όλος αυτός ο συρφετός, άρχισε να μας έρχεται εδώ επί ημερών “αειμνήστου χαρισματικού”, από τα πεζοδρόμια της Ευρώπης και τις “βιτρίνες” του Αμβούργου, της Αμβέρσας και του Άμστερνταμ, να ανακατεύεται με τους εδώ αναρχοαριστερούς, τους “ιδεολόγους και οργισμένους” φοιτητές, τους “αντιστασιακούς” του λουκουμιού και τους ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, και να αποτελούν τούτο το μάγμα βόθρου που μας κυβερνάει έκτοτε.
Θυμάμαι ένα από δαύτους (όνομα και μη χωριό), στις πρώτες ημέρες μετά την μεταπολίτευση, τον είχαν καλέσει στην τηλεόραση, να αναλύσει τις πεφωτισμένες ιδέες του σοσιαλισμού και όπως έκανε να βάλει το ένα πόδι πάνω στο άλλο για να πάρει το ανάλογο, βαθυστόχαστο ύφος, φάνηκε μια τρύπα στη σόλα του παπουτσιού του ίση μ’ ένα πλατανόφυλλο. Σήμερα φοράει μεταξωτές γραβάτες και σινιέ κοστούμια, δηλώνει καταθέσεις -όσες έχει στην Ελλάδα-, ακίνητα και σκάφος αναψυχής…
Κι εγώ, το χαϊβάνι του κερατά, πίστεψα στις φαεινές ιδέες που μου έφερνε από τας Ευρώπας και τον ψήφισα μια δυο φορές, μέχρι να αγοράσει καινούργια παπούτσια. Έκτοτε μου μπήκε στο ρουθούνι και δεν μπορώ να απαλλαγώ, όσο κι αν φταρνίζομαι. Είναι πολύ αργά πια, για δυο κυρίως λόγους. Πρώτον γιατί με ανάγκασε να συνηθίσω στον μαζοχισμό μου όπως το γουρούνι συνηθίζει τη λάσπη και την βρώμα του και δεύτερον, γιατί αν προσπαθήσω να φταρνιστώ πιο δυνατά, φοβάμαι μήπως την πάθω την “ζημιά”, άσε που αυτομάτως θα χαρακτηριστώ φασίστας, χουντικός και καθυστερημένος. Είναι καλύτερα να του πληρώνω τα σινιέ κοστούμια του και να μην το “ψάχνω”. Έτσι αισθάνομαι πιο ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ.
Το ακόλουθο κείμενο-διαμαρτυρία, γράφτηκε το 1920, από τον βιοπαλαιστή και αναρχικό της εποχής, Σταύρο Κουχτσόγλου και δημοσιεύτηκε στην επαναστατική συνδικαλιστική εφημερίδα «Άμυνα» του Ηρ. Αποστολίδη, με αφορμή τις εκλογές εκείνου του έτους.
Παρ’ ότι έκτοτε παρήλθε σχεδόν ένας αιώνας, εάν κάποιος αλλάξει τα ονόματα των πολιτικών και των παρατάξεων, θα μπορούσε κάλλιστα αυτό κείμενο, με τον αυθεντικό και χειμαρρώδη λόγο, να εκφράσει σε μεγάλο βαθμό την γνώμη που έχουν οι Έλληνες πολίτες σήμερα για την πολιτική ζωή του τόπου και τα «αισθήματα» που τρέφουν για τους «υπηρέτες της εξουσίας» – ειδικά των τελευταίων δεκαετιών.