Προειδοποίηση: Μερικές από τις ακόλουθες σελίδες που καταγράφονται, εκτός από το νόμιμο περιεχόμενο και υλικό, περιέχουν και παράνομο (πιθανόν και επιβλαβές) που ενδεχομένως να επιφέρουν και ποινικές ευθύνες, καθώς μπορεί να άπτονται πνευματικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, το δωρεάν «download» πολλές φορές γίνεται με την συνοδεία κακόβουλου λογισμικού (ιοί, trojans, spyware κλπ.). Η επίσκεψη σ’ αυτές τις σελίδες γίνεται με προσωπική ευθύνη.
Επίσης είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί πως δωρεάν με «δωρεάν» έχει διαφορά. Έτσι, άλλο είναι το «freeware» και άλλο (πολλές φορές) το «free». Στην πρώτη περίπτωση, μιλάμε για απολύτως ελεύθερη και νόμιμη χρήση (πολλές φορές και διανομή, ή τροποποίηση), ενώ στην δεύτερη τα πράγματα είναι λίγο μπερδεμένα, καθώς μπορεί να σημαίνει δοκιμαστική χρήση, χρήση υπό προϋποθέσεις, χρήση με περιορισμένες δυνατότητες, χρήση και διακίνηση χωρίς την άδεια και συναίνεση του δημιουργού (παράνομο) και χρήση με πλήρεις δυνατότητες ως αποτέλεσμα του «ξεκλειδώματος» του υλικού-προϊόντος (κάτι που είναι επίσης παράνομο) … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Ήταν καλοκαίρι του 2008 όταν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες η κινηματογραφική μεταφορά της μουσικοχορευτικής θεατρικής παράστασης «Mamma mia», η οποία βασίζεται σε 22 μουσικά κομμάτια του γνωστού σουηδικού συγκροτήματος Abba, που το 1974 κέρδισε το διαγωνισμό της Eurovision με το τραγούδι «Waterloo». Παραγωγοί της ταινίας, ο Τομ Χανκς (Tom Hanks) και η ελληνικής καταγωγής σύζυγός του Ρίτα Γουίλσον (Rita Wilson). Τα γυρίσματα που πραγματοποιήθηκαν το 2007, έγιναν κατά κύριον λόγο στις Σποράδες (Σκιάθος, Σκόπελος) και κατά δεύτερον στο Πήλιο και την Κέρκυρα.
Σύμφωνα με το σενάριο της ρομαντικής αυτής κωμωδίας, η Ντόνα (Μέριλ Στριπ), ένα άλλοτε «παιδί των λουλουδιών», ζει στο φανταστικό ελληνικό νησί «Καλοκαίρι», κερδίζοντας το ψωμί της από ένα μικρό ετοιμόρροπο ξενοδοχείο που διατηρεί. Η κόρη της Σόφι (Αμάντα Σέιφριντ), που ετοιμάζεται για τον γάμο της, επιθυμεί αυτή την σημαντική στιγμή της ζωής της να είναι δίπλα της και ο πατέρας της. Το θέμα όμως είναι ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι αυτός, καθώς η μητέρα της, δεν της αποκάλυψε ποτέ ποιος είναι. Μέχρι που πέφτει στα χέρια της το ημερολόγιο της μητέρας της. Εκεί ανακαλύπτει ότι την περίοδο της σύλληψής της, η μητέρα της είχε τρεις ταυτόχρονες σχέσεις. Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο η Σόφι, αποφασίζει τότε να καλέσει στον γάμο της και τους τρεις πιθανούς πατεράδες της (Πιρς Μπρόσναν, Κόλιν Φερθ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ), κρυφά από την μητέρα της. Έτσι, οι τρεις αυτοί, άγνωστοι μεταξύ τους άντρες, αποδεχόμενοι την πρόσκληση, έρχονται στο ειδυλλιακό νησί και τότε αρχίζουν να ξυπνούν οι αναμνήσεις…
Η νοσταλγική αυτή ταινία, παρά το απλοϊκό της σενάριο και ίσως κάποιες σκηνές που θυμίζουν λίγο «κιτς», έκανε θραύση παγκοσμίως κι εκτός από το δυνατό σημείο της, το μουσικό, ένας κύριος ενισχυτικός παράγοντας ήταν και οι πανέμορφες σκηνές των ελληνικών τοπίων που προβάλλονται μέσα από την ταινία: Το απέραντο γαλάζιο, τα γραφικά σπίτια, τα πλακόστρωτα δρομάκια και το μείγμα της καταπράσινης φύσης με το άγριο τοπίο. Αμέσως μετά την προβολή της, πολλοί ξένοι άρχισαν να εκδηλώνουν την επιθυμία να τελέσουν τον γάμο τους στο μαγευτικό νησί, ενώ κάποιοι άλλοι θέλησαν να ζήσουν αυτή την εμπειρία κάνοντας τον γάμο τους για δεύτερη φορά!
14 Οκτωβρίου, 1888. Η πρώτη «πρωτόγονη» προσπάθεια για καταγραφή της κίνησης σε κινηματογραφική μηχανή είναι γεγονός. Στον κήπο του σπιτιού της οικογένειας Whitley, στο Oakwood Grange Road, Roundhay, ένα προάστιο του Leeds, στο Yorkshire, της Μεγάλης Βρετανίας, ο Aime Augustin Louis Le Prince χρησιμοποιώντας μία μηχανή με μονό φακό, καταγράφει τους «πρωταγωνιστές» της ταινίας, σε ένα βίντεο διάρκειας μόλις 2 δευτερολέπτων, το οποίο αποτελούνταν από μόλις 4 πλαίσια (καρέ). Εμφανίζονται ο Adolf Le Prince (τον γιο του Le Prince), η Sarah Whitley, (πεθερά του Le Prince), ο Joseph Whitley και η Miss Harriet Hartley. Οι «πρωταγωνιστές» εμφανίζονται να περπατούν κυκλικά, γελώντας με τον εαυτό τους, εντός της περιοχής που εμφανίζεται στην κάμερα. Η «ταινία» αυτή που έμεινε γνωστή σαν «Roundhay Garden Scene», έμελλε να βάλει έναν από τους πρώτους θεμέλιους λίθους, σ’ αυτό που αργότερα θα ονομάζονταν «Έβδομη τέχνη»: τον κινηματογράφο.
Η λέξη «κινηματογράφος» επινοήθηκε από το Λεόν Μπουλί, ο οποίος βάφτισε έτσι αυτό που θεωρήθηκε ως εφεύρεση των αδελφών Λουί και Ογκίστ Λιμιέρ (Louis και Auguste Lumières). Οι αδερφοί Λιμιέρ, δεν ήταν οι εφευρέτες του κινηματογράφου, ήταν όμως αυτοί που τον βελτίωσαν, τον καθιέρωσαν και τον διέδωσαν στο ευρύ κοινό. Ο όρος κινηματογράφος σήμαινε δε, αρχικά, τη μηχανή εκείνη η οποία είχε τη δυνατότητα να καταγράφει την κίνηση. Η αίσθηση της κίνησης που δημιουργείται όταν βλέπουμε μια ταινία βασίζεται στην εκμετάλλευση δύο οπτικών φαινομένων: το πρώτο είναι η διατήρηση της οπτικής εικόνας στον εγκέφαλο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μετά την προβολή της στο φακό του ματιού (persisternce of vision), ενώ το δεύτερο δημιουργεί την ψευδαίσθηση της κίνησης, όταν οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη (φαινόμενο phi).
Τα δύο αυτά φαινόμενα μαζί αποτελούν τη βάση του κινηματογράφου από φυσιολογικής πλευράς, ενώ από την τεχνική υπάρχει ένα φιλμ, που προβάλλει συνεχόμενες εικόνες σε συγκεκριμένο ρυθμό. Αυτός ο ρυθμός είναι συνήθως 16 καρέ ανά δευτερόλεπτο για τις βουβές ταινίες και 24 για τις ταινίες με ήχο. Η διαφορά αυτή των 8 καρέ εξηγεί και το γεγονός ότι πολλές από τις βουβές ταινίες εμφανίζονται να διαδραματίζονται σε ταχύτερους από τη φυσιολογική κίνηση ρυθμούς, όταν προβάλλονται από σύγχρονες μηχανές προβολής των 24 καρέ ανά δευτερόπλεπτο … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 70, είναι μια εποχή που σηματοδοτεί την έναρξη της καθόδου του ελληνικού κινηματογράφου. Την ίδια περίοδο, ένα άλλο είδος κινηματογράφου γεννιέται και σταδιακά δημιουργείται η ελληνική βιοτεχνία του πορνό.
Έχουν δημιουργηθεί οι πρώτοι «αστέρες» του είδους (μια ολόκληρη συντεχνία από τεχνικούς, σεναριογράφους, παραγωγούς και σκηνοθέτες) κι έχει αναδειχθεί μια σειρά από αίθουσες που αρχίζουν δειλά να ειδικεύονται στην προβολή της δημόσιας αρετής και στη προβολή των ταινιών με την ένδειξη «αυστηρώς ακατάλληλον».
Οι περισσότερες ταινίες εκείνη την εποχή διαθέτουν συνήθως δύο εκδόσεις (version). Μια «μαλακή» για την εγχώρια αγορά και μία «σκληρή» (με ένθετες σκηνές, τις λεγόμενες «τσόντες», απ’ όπου καθιερώθηκε κι όρος «τσόντα» για τις ταινίες πορνό) για τη διεθνή αγορά.
Γνωστοί Έλληνες σκηνοθέτες που κάποτε γύριζαν οικογενειακές ταινίες και μελοδράματα της εποχής, είτε κάποιοι άλλοι νεόκοποι τότε στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου (και σήμερα πολύ γνωστοί), πρωτοστάτησαν στο είδος (συνήθως με ψευδώνυμα), όπως και ευμεγέθεις πρωταγωνιστές όπως ο Κώστας Γκουσγκούνης που έγινε γνωστός από τον ρόλο του σεΐζη στην τηλεοπτική σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και ο Τέλης Σταλόνε (κατά κόσμον, Τέλης Μαυρογόνατος) που ξεκίνησε από «στάντμαν» σε ελληνικές ταινίες για το εξωτερικό, για να συντροφεύσουν στη συνέχεια άγνωστες Ελληνίδες και ξένες που έβγαζαν τα προς το ζην στην Ελλάδα, με τα χαρακτηριστικά ονόματα Τζοάννα ή Κατερίνα Σπάθη (καμία σχέση με την Τίνα Σπάθη, η οποία πρωταγωνιστούσε μόνο σε «μαλακό» πορνό), Μόνικα, παίρνοντας ένα χαρτζιλίκι για γυρίσματα στις ακτές του Σαρωνικού.
Το ελληνικό πορνό μετά την πρώτη φάση του «μαλακού πορνό» (soft porn), με τον Όμηρο Ευστρατιάδη και τις τολμηρές ταινίες με την Άννα Φόνσου («Το κορίτσι και το άλογο») και τον Χρήστο Νομικό («Διαμάντια στο γυμνό κορμί σου»), άνθησε στη δεκαετία του 80 με «μέγα» δημιουργό, τον επονομαζόμενο «Berto» (το ψευδώνυμο αυτό (εκ του «ο Μπερτολούτσι της τσόντας»), αποδίδεται σε κάποιον Νάσο Σπυρή, έναν άνθρωπο που, όπως φημολογείται, έβρισκε τις πρωταγωνίστριές του στα πέριξ της Ομόνοιας, αν κι αυτό το όνομα αποτελεί πιθανότατα, επίσης ψευδώνυμο).
Το είδος στη συνέχεια έκανε καριέρα στις βιτρίνες του εξωτερικού ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα για το φιλοθεάμον κοινό.
Η αιτία της επιτυχίας, ήταν η ποικιλία των εικόνων: Σκηνές σε νησιά, σε θάλασσες, σε βουνά, σε χιόνι και σε βίλες ανά την Ελλάδα συγκινούσαν κάποτε όλη την Ευρώπη. Φυσικά, έπαιξε τον ρόλο της και η ποικιλία της δράσης, με Έλληνες και Eλληνίδες, Αμερικανούς, Γερμανίδες, Βραζιλιάνους, ή Ελληνίδες τρανς που έκαναν και ταινίες στο εξωτερικό.
Η άνθιση αυτού του είδους του κινηματογράφου, γέννησε ένα δικό του «star system», απ’ όπου ξεπετάχτηκαν και καθιερώθηκαν σ’ αυτόν τον χώρο, ονόματα όπως … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »