«Αν αφαιρέσεις από την ιστορία την αλήθεια, αυτό που μένει γίνεται ανώφελη, άχρηστη διήγηση». Πολύβιος
Παλαιότερα, στα σχολικά εκπαιδευτικά βιβλία, υπήρχε αναφορά στην σφαγή της Νάουσας που συνέβη το 1822. Πριν μερικά χρόνια όμως, το ιστορικό αυτό γεγονός «εξομαλύνθηκε» ή και απαλείφθηκε απ’ αυτά. Ο λόγος καθώς φαίνεται, είναι η αρνητική παρουσία των Εβραίων στην ιστορία αυτή κι έτσι με την δικαιολογία ή το πρόσχημα του Αντισημιτισμού, το κεφάλαιο που αφορά την συνδρομή τους στην σφαγή των Ναουσαίων, έχει απλά εξαφανιστεί.
Θυμηθείτε κι αυτή την δήλωση του Γιώργου Παπανδρέου που έγινε το 2000, ενώπιον της Αμερικανικής Εβραϊκής Επιτροπής, ο οποίος καυχήθηκε για το «έργο» του ως Υπουργός Παιδείας: «Όταν ήμουν Υπουργός Παιδείας πριν από λίγα χρόνια, είχα σχηματίσει μια επιτροπή που είχε ως καθήκον να ψάξει σε όλα τα ελληνικά σχολικά βιβλία για την αφαίρεση τυχόν αναφορών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντισημιτικές. Είμαι ευτυχής να πω ότι αυτό το έργο ολοκληρώθηκε υπό την αιγίδα μου».
Ας θυμηθούμε όμως εν συντομία την ιστορία της σφαγής της Νάουσας…
Τον Φεβρουάριο του 1822, η πόλη της Νάουσας αριθμούσε περίπου 1.000 οικογένειες, εκ των οποίων το 90% ελληνικές (οι περισσότερες απ’ τις υπόλοιπες, ήταν βουλγαρικές). Ήταν αρκετά εύπορη και ευημερούσα, καθώς όπως λέγεται απολάμβανε και ειδικά προνόμια που της εξασφάλισε η «βαλιντέ σουλτάνα» (βασιλομήτωρ). Παρ’ όλα αυτά όμως, ο λαός της Νάουσας θα ξεσηκωθεί ενάντια στον Τούρκο κατακτητή, με ηγετικές μορφές, τους Ζαφειράκη Λογοθέτη, τον Αναστάσιο Καρατάσο και τον Αγγελή Γάτσο. Γρήγορα απελευθερώνουν την Νάουσα και την γύρω περιοχή και φτάνουν μέχρι την Βέροια. Παρ’ ότι οι Τούρκοι φεύγουν τρομοκρατημένοι, εν τούτοις οι Έλληνες δεν κυριεύουν την πόλη, καθώς μαθαίνουν πως ήδη εκστρατεύει εναντίον τους ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, Mεχμέτ Eμίν πασάς, γνωστός κι ως Αμπντούλ Eμπού Λουμπούτ (ο ροπαλοφόρος) με 15.000 στρατιώτες και 12 κανόνια. Κοντά στο εκστρατευτικό αυτό σώμα, ακολουθούσαν και 600 Εβραίοι, οι οποίοι είχαν πληρώσει τους Τούρκους για την απόκτηση των δικαιωμάτων πάνω στους εν δυνάμει σκλάβους και την πώλησή τους στα σκλαβοπάζαρα της εποχής … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Δώδεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης των Σερρών, βρίσκεται η Μονή Τιμίου Προδρόμου η οποία χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον μοναχό Ιωαννίκιο και ανακαινίστηκε αργότερα από τον ανηψιό του Ιωακείμ. Όπως και τα περισσότερα μοναστήρια του θεοκρατικού Βυζαντίου, έτσι κι αυτό δέχθηκε την εύνοια και και τις επιχορηγήσεις των αυτοκρατόρων, καθώς και τις δωρεές αρχόντων και πιστών, συγκεντρώνοντας μια σημαντική περιουσία.
Οι καλόγεροι αυτού του μοναστηριού, είχαν το σπάνιο χάρισμα της «διορατικότητας», καθώς έναν σχεδόν αιώνα πριν την κατάληψη και άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, είχαν διαισθανθεί («θεία φώτιση» άραγες;) την τελική επικράτησή τους. Κι επειδή «προσέχουμε για να έχουμε», έσπευσαν να μεταφέρουν την «προφητεία» τους στους Τούρκους, δηλώνοντας εκ των προτέρων υποταγή στον σουλτάνο. Το γεγονός το πληροφορούμαστε κι από την επίσημη ιστοσελίδα της μονής, όπου ανερυθρίαστα, βαφτίζουν την προδοσία και τουρκοδουλεία των ρασοφόρων, ως «σπάνια πολιτική διορατικότητα»…
Χάρη στη σπάνια πολιτική διορατικότητά του ο Ιωακείμ προείδε τον κίνδυνο που η μονή διέτρεχε από την πιθανή μελλοντική επέκταση των Οθωμανών στη Μακεδονία. Γι’ αυτό φρόντισε να σταλεί στο πρώτο ηγεμόνα τους Οσμάν, στην Προύσα, μία αντιπροσωπεία μοναχών με επικεφαλής κάποιον Μαργαρίτη, πλούσιο πολιτικό και άριστο δεξιοτέχνη στην τούρκικη γλώσσα και διπλωματία, που αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. Καρπός της αποστολής αυτής ήταν η υπογραφή από τον Οθωμανό ηγεμόνα ενός εγγράφου που προφύλασσε μέχρι της συντελείας των αιώνων την Ιερά Μονή από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων επιδρομέων, προστασία που επισφραγίσθηκε το 1372 με την έκδοση φιρμανίου από τον σουλτάνο Μουράτ Α΄ που σώζεται στις συλλογές της βιβλιοθήκης της μονής.
Δεν θα πρέπει να παραλείψει κάποιος που θα διαβάσει το ιστορικό της μονής και την αναφορά στον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, που παρέδωσε την Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους και αμείφθηκε ανάλογα γι’ αυτή του την υπηρεσία…
Μετά την άλωση της Πόλης, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος μετά το 1453 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αφού παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο, αποσύρθηκε στη μονή Τιμίου Προδρόμου όπου και εμόνασε (1457-1472) μέχρι το τέλος της ζωής του.
Εδώ οι μοναχοί ψεύδονται ενσυνείδητα. Όπως αναφέρει και ο «εθνικός» ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (γνωστός κι ως ένας εκ των πατέρων του «Ελληνοχριστιανισμού»), ο Γεννάδιος δεν παραιτήθηκε, αλλά καθαιρέθηκε από τον σουλτάνο, 14 χρόνια μετά την αναρρίχησή του στον πατριαρχικό θρόνο. Τα αίτια καθαίρεσης οδηγούν στις πρώτες πατριαρχικές ίντριγκες και τις περίφημες «αλλαξοπατριαρχίες». Ο Γεννάδιος συκοφαντήθηκε στον σουλτάνο από τον μοναχό Συμεών τον Τραπεζούντιο, ο οποίος το 1467 συμφώνησε να καταβάλει ετησίως 1.000 χρυσά νομίσματα για να γίνει πατριάρχης στέλνοντας τον Γεννάδιο σπίτι του και καταργώντας τα περισσότερα από τα πατριαρχικά προνόμια τα οποία είχε δώσει ο σουλτάνος. Ο Συμεών όμως δεν θα χαρεί για πολύ τον θρόνο του, καθώς δύο χρόνια αργότερα, ο μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Διονύσιος, πλειοδότησε με 2.000 χρυσά νομίσματα, στέλνοντας κι αυτός με την σειρά του τον Συμεών από κει που ΄ρθε.
Τίποτε όμως δεν είναι μόνιμο σ’ αυτόν τον κόσμο. Έτσι, όπως μαθαίνουμε και πάλι απ’ το ιστορικό της μονής, αργότερα οι καλόγεροι, δήλωσαν και εκ νέου υποταγή, αυτή την φορά όχι από «διορατικότητα», αλλά από «ανάγκη»…
Δεν άργησε ωστόσο να επέλθει προσωρινή παρακμή για την Ιερά Μονή. Δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη και οι ποικίλες αλλαγές που επέφερε η εμφάνιση του Τούρκου κατακτητή δυσχέραιναν την κατάσταση. Παρά το σεβασμό και την ανοχή που οι Οθωμανοί επέδειξαν προς τη μονή, οι Πατέρες το 1518 αναγκάστηκαν να αποστείλουν αντιπροσωπεία τους στον ισθμό του Σουέζ, όπου και ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τον Αλή, Κριτή της Ερυθράς Θάλασσας. Με αυτή τη διπλωματική αποστολή η Ιερά Κοινότητα απεκόμισε ένα αντίγραφο του Ακτιναμέ του Προφήτη Μωάμεθ, γεγονός που σήμαινε ασφάλεια των κεκτημένων της και προστασία για τους επόμενους αιώνες.
Τι να πρωτοσχολιάσει κάποιος εδώ; Ότι για πρώτη φορά ακούει πως υπάρχουν μοναστήρια με «δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη», ή ότι αποκαλούν τους Τούρκους «κατακτητές»; Γιατί τουλάχιστον οι συγκεκριμένοι καλόγεροι δεν κατακτήθηκαν, αλλά υποτάχθηκαν οικειοθελώς και προκαταβολικώς. Και χρήσιμο θα ήταν να μαθαίναμε με ποια ανταλλάγματα εξασφάλισαν την προνομιακή τους μεταχείριση…
Το απόγειο του θράσους και του χαμαιλεοντισμού των ρασοφόρων, βρίσκεται λίγο παρακάτω, όπου και πάλι ανερυθρίαστα και ξεδιάντροπα κάνουν λόγο για την εθνική τους προσφορά στην Επανάσταση…
Ωστόσο αυτά τα προνόμια δεν εμπόδισαν τη Μονή σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, να συμμετάσχει ενεργά στον εθνικό αγώνα. Ο αρχηγός μάλιστα του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία, ο Εμμανουήλ Παπάς, συνδεόταν στενά με την μοναστική κοινότητα η οποία του είχε παραχωρήσει οίκημα εκτός του περιβόλου του μοναστηριού.
Επειδή όμως οι ρασοφόροι (και ειδικά οι «αγωνιστές» ρασοφόροι), παρ’ ότι ευαγγελίζονται την «αλήθεια», ελάχιστη σχέση έχουν μ’ αυτή, αποφεύγουν επιμελώς να αναφέρουν ολόκληρη την ιστορία του Εμμανουήλ Παπά και ειδικά ότι έχει να κάνει σε σχέση με τους ίδιους. Ας τους το «θυμίσουμε» λοιπόν…
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ήταν ένας Σερραίος αγωνιστής της Επανάστασης, ο οποίος πρωτοστάτησε στην εξέγερση στη Xαλκιδική. Για τον σκοπό αυτό, ξόδεψε σχεδόν όλη του τη -σεβαστή- περιουσία, ενώ αξίζει να αναφερθεί, ότι τον θάνατο βρήκαν και τρεις απ’ τους γιους του, πέφτοντας στο πεδίο της μάχης.
Αρχικά, η κατάσταση ήταν ευνοϊκή και οι ρασοφόροι ως γνήσιοι χαμαιλεόντες, συντάχθηκαν στο πλευρό των επαναστατών και του Παπά (όχι πολεμώντας βέβαια, αλλά προσφέροντας καταφύγιο), προσβλέποντας στην αλλαγή φρουράς. Μόνο που αυτή τη φορά, η «διορατικότητά» τους θα τους προδώσει. Τα πολεμοφόδια τελείωναν κι ο Παπάς άλλα χρήματα δεν είχε. Στο μεταξύ η πίεση των Τούρκων, γινόταν όλο και πιο ασφυκτική. Ο Παπάς τότε στρέφεται στους αγιορείτες μοναχούς και ζητά οικονομική ενίσχυση. Θα απογοητευτεί όμως καθώς οι μοναχοί δεν ήταν καθόλου διατεθειμένοι να αγγίξουν και να ξοδέψουν την μοναστηριακή περιουσία, ακόμη κι αν επρόκειτο για την Επανάσταση.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος, στον δεύτερο τόμο του έργο του «Η Ελληνική Επανάστασις», ο οποίος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληψία εις βάρος των μονών, «οι καλόγηροι δεν εννοούσαν να θίξουν ούτε τα χρήματα των μονών ούτε τα εκ χρυσού και αργύρου νεώτερα αφιερώματα που δεν είχαν την σημασίαν ιστορικών κειμηλίων και τα οποία αποτελούσαν ολόκληρον θησαυρόν, ικανόν ν’ αποβή πηγή ενισχύσεως σοβαράς όχι μόνο του μακεδονικού, αλλά και του όλου αγώνος».
Και συνεχίζει ο Κόκκινος, δίνοντας μια εικόνα της καλογερικής νοοτροπίας:
Οι εξ αρχής δυσφορούντες διά το ζήτημα των δαπανών, συνηθισμένοι πάντοτε να δέχονται προσφοράς και από τους πτωχοτέρους πιστούς, χωρίς αυτοί να προσφέρουν ποτέ τίποτα, δεν είχαν συγκινηθή ούτε από τας αυστηράς απαντήσεις του Υψηλάντη και της Ύδρας και των Ψαρών προς τας πτωχοπροδρομικάς εκκλήσεις των, ούτε αντελήφθησαν την υποχρέωσίν των, όταν ήλθε η κρισιμωτάτη ώρα της εξαντλήσεως του Παπά και του εκ των Τούρκων κινδύνου. Ο πατριωτισμός των είχε σταματήσει προ της θυσίας των χρημάτων των μονών, τα οποία επί τέλους παρέμεναν νεκρά εις τα χρηματοκιβώτια και άχρηστα εις την κοινωνικήν οικονομίαν και ο πρώτος ενθουσιασμός των διά τον Παπάν μετεβλήθη εις εχθρότητα. Αντί να ενισχύσουν τον ηρωικόν αρχηγόν εις τας τελευταίας αγωνιώδεις προσπαθείας του, συνεσπειρώθησαν περί τας μονάς των και τον κατηρώντο ως υποκινητήν της επαναστάσεως και υπεύθυνον του κακού.
Ενδεικτική της καταστάσεως, είναι η επιστολή που έστειλε στις 19 Ιουνίου 1821, ο οπλαρχηγός Ρήγας Μάνθος προς τον Παπά:
Μα τι να κάμη κανείς την μικρολογίαν των Αγίων Πατέρων. Αυτή η στυγερά ανελευθεριότης και μικροπρέπεια αυτών μάς εμπόδισεν από πολλά ωφέλιμα και από πολλά αναγκαία. Αμποτε να μεταβάλη ο αναλλοίωτος Θεός την διάθεσίν των, να τους αποδείξη ευσπλάχνους, κριτικούς, γενναίους και ελευθερίους και με δόκιμον νουν. […] Πλην κανένα γενναίον δεν εύρον εις αυτούς παρά μίαν επίπλαστον πολίτικαν. […] Φροντίζουν μόνο διά την ασφάλειαν των ιδίων. […] Φοβούμαι μήπως ο λαός από την πείναν και τας πολλάς θλίψεις του εφορμήση εναντίον των και δεν δυνηθώμεν ν’ απαντήσωμεν εις την ορμήν των.
Οι καλόγεροι λοιπόν, αντί να βοηθήσουν τον Παπά, απεναντίας, φροντίζουν να αποφυλακίσουν τον μέχρι τότε κρατούμενο στις Kαρυές, Tούρκο διοικητή του Aγίου Όρους, Xασεκή Xαλίλ αγά. Αυτός θα ζητήσει την σύλληψη και παράδοση του Εμμανουήλ Παπά απ’ τους αγιορείτες. Αυτοί με την σειρά τους θα αποστείλουν μια επιστολή στους μοναχούς της Μονής Εσφιγμένου όπου βρισκόταν ο Παπάς και τους διαβιβάζουν τον «μουρασελέ» (απόφαση) του Χασεκή (του «Χασεκή Αγάς μας», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά)…
Εις την πανοσιότητά σας, Άγιοι Πατέρες, του ιερού Κοινοβίου Εσφιγμένου. Χθες ο ενδοξότατος ημών Χασεκή Αγάς μας, σας έγραψε μουρασελόν, δια να πιάσετε ενέχειρον τον Άρχοντα Παπά (σ.σ.: Εμμανουήλ Παπά) και τους λοιπούς καθώς και ο ίδιος σας έγραψε. Λοιπόν σας γράφομεν και ημείς οι των είκοσι Ιερών Μοναστηρίων Προϊστάμενοι, εν τη Ιερά Συνάξει, να κάμετε το ίδιον, ομοφώνως, δηλαδή να μας τους φέρετε ενταύθα αναμφιβόλως και τους ζητούμεν από εσάς εφεύκτως. Και ιδού όπου στέλλομεν επίτηδες ανθρώπους, δια να τους πάρουν. Και όσοι ακολουθούν τον Άρχοντα από τους εντοπίους Πατέρες, να τον αφήσουν και να επιστρέψουν εις τα κελλιά τους. Είδε και φανούν παρήκοοι, θέλουν υποπέσει εις οργήν μεγάλην, και θέλουν χάσει και τα οσπίτιά των. Ομοίως και όσοι άλλοι πιασθούν έχουν να παιδεύωνται. Ταύτα προς είδησίν σας και εμμένομεν.
1821-18 Νοεμβρίου
Άπαντες οι εν τη Κοινή Συνάξει των δεκαεννέα ιερών Μοναστηρίων του Αγίου Όρους Προϊστάμενοι
Οι καλόγεροι λοιπόν, αντί τουλάχιστον να τον φυγαδεύσουν, προτίμησαν να τον παραδώσουν και μάλιστα όπως λέγεται, έναντι δυόμισυ εκατομμυρίων γροσίων, ζητώντας απ’ τους Τούρκους ένα περιθώριο 40 ημερών. Θα πρέπει να σημειωθεί, πως εξαίρεση σ’ αυτή τη δουλοπρεπή και προδοτική στάση των καλόγερων, αποτέλεσε μόνο ο ηγούμενος Ιωακείμ τής (πάντα ξεχωριστής) Μονής Εσφιγμένου, που είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και πρόσφερε καταφύγιο στον Παπά και τους πολεμιστές του.
Ο Κόκκινος, αχολιάζοντας την «θλιβερή διαγωγή» και την «προδοσία» των «άνανδρων» καλόγερων, γράφει:
Η πράξις αυτή, δεν είχε δικαιολογίαν και όλα τα καθηγιασμένα ύδατα του Αγίου Όρους δεν είναι δυνατόν ν’ αποπλύνουν από αυτό το αίσχος τους δεκαεννέα ηγουμένους που υπέγραψαν την άνω επιστολήν, διά της οποίας έσπευδαν να παραδώσουν εις τον πασάν ένα θύμα τόσης περιωπής διά να μετριάσουν τους άλλους όρους της υποταγής και κυρίως τον αφορώντα την χρηματικήν αποζημίωσιν… Η αλήθεια διά την διαγωγήν των καλογήρων εκείνων είναι πολύ θλιβερά. Ανίκανοι να αισθανθούν κατ’ αρχάς την ανάγκην γενναίας προσφοράς διά τον αγώνα, που τον ήθελαν, αλλά με θυσίας των άλλων, έφθασαν εις την ατολμίαν, εκύλισαν εις την ανανδρίαν και κατήντησαν ικανοί διά την χειροτέραν προδοσίαν. Εδέχθησαν να παραδώσουν εις τον εχθρόν ως πρωταίτιον της επαναστάσεως τον Εμμανουήλ Παπάν, τον οποίον προ ολίγων μηνών είχαν ανακηρύξει προστάτην και αρχηγόν της Μακεδονίας αυτοί οι ίδιοι, χωρίς να αγνοούν ότι η τοιαύτη παράδοσίς του ήτο ταυτόσημος με παράδοσιν προς θάνατον.
Ο Παπάς, ωστόσο, κατάλαβε τον κίνδυνο και αποφασίζει να φύγει από το Άγιο Όρος. Με λίγους συντρόφους του επιβιβάζεται σ’ ένα πλοίο και φεύγει για την Ύδρα. Οι κακουχίες όμως θα τον λυγίσουν και θα πεθάνει πάνω στο πλοίο από καρδιακή προσβολή. Το βρόμικο παιχνίδι που του έπαιξαν οι ελεεινοί ρασοφόροι μνημονεύεται -εμμέσως πλην σαφώς- και σε επιστολή που του είχαν αποστείλει οι ευγνωμονούντες κάτοικοι της Κασσάνδρας, οι οποίοι τον παρακαλούσαν να συνεχίζει να τους προστατεύει απ’ το μαχαίρι του εχθρού «μη παρατηρών παντάπασιν αν συνεργεία του δαίμονος ενίοτε συμβαίνουσι και τινά λυπηρά προσκρούσματα προς την ευγένειάν του εκ τινών κακοηθών και αχρείων ανθρώπων».
Ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιερόθεος, αποτελεί ένα από τα πιο «λαμπρά» παραδείγματα φιλοτουρκισμού, ώστε να μπορεί να καθίσει επάξια δίπλα σε άλλες «εθνοσωτήριες» μορφές της Εκκλησίας, όπως τον Γρηγόριο Ε’, τον Άνθιμο ΣΤ’, τον Αγαθάγγελο Α’ (όλοι τους πατριάρχες) και αρκετές ακόμη. Ήταν τόσο στενή η «συνεργασία» του με τον Αλί Πασά, ώστε που και που ξεχνιόταν(;) και χρησιμοποιούσε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο («ημείς»). Ο απώτερος σκοπός του Ιερόθεου, στα πλαίσια της «συνεργασίας» του με τον Αλί Πασά, ήταν η καθυπόταξη των Σουλιωτών κι όλων όσων διανοήθηκαν να σηκώσουν κεφάλι στον «κραταιοτάτο Σουλτάνο».
Ως κλασικό παράσιτο, ζει άνετα και πλουσιοπάροχα, από το υστέρημα του «ποιμνίου» του, όπως και πλείστοι «ποιμένες» της εποχής. Κι ενώ οι ραγιάδες ζουν στην εξαθλίωση και στην ανέχεια, όπως μας πληροφορεί και ο «Ανώνυμος» της «Ελληνικής Νομαρχίας», οι ρασοφόροι αρχιερείς «Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι. Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ. Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσοι ζέφυρες», ενώ για τον Ιερόθεο γίνεται πιο συγκεκριμένος: «εἰς τὸ πρόγευμα τρώγει δύο ὀκάδες γιαούρτι, καὶ εἰς τὸ δειλινὸν μισὴν ὀκᾶ σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τὰς ὁποίας τρώγει μὲ τὸ χουλιάρι».
Φυσικό θα ήταν να μην έχει και ιδιαίτερες αναστολές στον αφορισμό των επαναστατών ραγιάδων, ένας άνθρωπος που είχε τους αφορισμούς «ψωμοτύρι», για πολύ πιο ασήμαντους λόγους. Οι αφορισμοί μάλιστα ήταν τόσο συχνοί, όπως μας πληρηφορεί και πάλι ο «Ανώνυμος» της «Ελληνικής Νομαρχίας», ώστε «…ἤθελαν νομισθῇ εὐχαὶ τῆς λειτουργίας ἀπὸ κανένα ἀλλογενῆ. Τόσον εἶναι συχνοί, καὶ σχεδὸν κάθε Κυριακὴν εἰς κάθε ἐκκλησίαν ἀναγινώσκονται δύο καὶ τρεῖς ἀφορισμοί, πάντοτε δὲ διὰ οὐτιδανωτάτας διαφοράς, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ δύο ἢ τριῶν γροσίων ὑπόθεσιν».
Τις προδοτικές ενέργειες του Ιερόθεου, τις πληροφορούμαστε, πιο λεπτομερώς, από το βιβλίο του ιστορικού και αγωνιστή της Επανάστασης, Χριστόφορου Περραιβού, «Ιστορίας του Σουλίου και της Πάργας». Ο Περραιβός μάλιστα, δεν υπέγραψε τις πρώτες εκδόσεις του βιβλίου (1803 και 1815) (υπέγραψε ως «ΒΥΚ ΨΟ ΨΞΗ ΛΑ ΑΩΚΑ»), φοβούμενος διώξεις και αντίποινα από το θρησκευτικό ιερατείο (όπως ομολόγησε στην έκδοση του 1857).
Ο Ιερόθεος, γνώριζε ότι οι κάτοικοι της Πάργας, βοηθούσαν και τροφοδοτούσαν τους εξεγερμένους Σουλιώτες. Έτσι ως «άγρυπνος ποιμήν» που «χρεωστεί να προφυλάττη πάντοτε τα πρόβατά του από κρημνούς, βράχους και άγρια θηρία», έστειλε μια επιστολή στους προεστούς της Πάργας, με την οποία τους «εσυμβούλευε» να «μην δίδουν καμμίαν βοήθειαν» στους «κακούργους Σουλιώτας». Τους προειδοποιεί δε, πως αν παραμείνουν «αμετανόητοι», τότε ο Θεός θα τους «παιδεύση διά την παρακοήν» τους, φροντίζοντας παράλληλα να τους υπενθυμίσει και την τύχη του Ρήγα Φεραίου.
Στο παρακείμενο βίντεο, ο καθηγητής Νομικής του πανεπιστημίου Θράκης Κ. Πιτσάκης τοποθετείται για τα χρυσόβουλα και τα φιρμάνια, με αφορμή τις διεκδικήσεις από πλευράς Εκκλησίας και στην συγκεκριμένη περίπτωση της Μονής Βατοπεδίου.
Από αυτά που είπε υπάρχουν πολλά θέματα προς συζήτηση:
1) Καταρχάς ισχυρίζεται ότι κάθε Έλληνας κάθε περιουσιακό κομμάτι που έχει το απέκτησε με τρόπο παρόμοιο! Δηλαδή με χρυσόβουλα και φιρμάνια! Οπότε κάθε Νεοέλληνας ας ψάξει σε μπαούλα και σε υπόγεια σε παλιά σπίτια σε χωριά και αγροικίες και θα βρει προσωπικές αφιερώσεις αυτοκρατόρων και σουλτάνων οι οποίοι υπέγραφαν κατοχή γης στους προγόνους τους! Δεν έχουν λοιπόν μόνο τα μοναστήρια τέτοιους τίτλους στη κατοχή τους αλλά κάθε κάτοικος αυτής χώρας. Το ξέρατε; Θα μας τρελάνει ο καθηγητής!
2) Ένας άλλος τρόπος ήταν λέει η διανομή των εθνικών γαιών. Ενδιαφέρον έχει γενικά η άποψή του ότι η γη ανήκει σε μια χούφτα ανθρώπων στην κορυφή της εξουσίας και αν αυτοί είναι στις καλές τους ή έχουν κέφια δίνουν ή χαρίζουν μερικά οικόπεδα και στο πόπολο. Το γεγονός της αλλαγής των οικονομικών συνθηκών και σχέσεων μετά τη βιομηχανική επανάσταση μάλλον του διαφεύγει του καθηγητή. Βέβαια κάποιος θα αντέτεινε ότι στην Ελλάδα τα γεγονότα αυτά πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Επίσης, ακόμη και τα σπίτια λέει ο καθηγητής, που έχει οι Έλληνες είναι χαρισμένα από αυτοκράτορες και σουλτάνους! Λες και δεν υπάρχει η περίπτωση κάποιος να έχει εργαστεί και να έχει αγοράσει ένα οικόπεδο ή ένα σπίτι. Μάλλον ζει σε άλλη διάσταση ο καθηγητής και δεν το ξέρει.
3) Εδώ βέβαια υπάρχει και το γεγονός ή μάλλον η αποκάλυψη ότι οι υπόδουλοι (οι ραγιάδες δηλαδή) δεν ήταν και τόσο υπόδουλοι, ούτε οι Οθωμανοί ήταν κατακτητές, βάρβαροι και σκληροί αφού οι σουλτάνοι ενδιαφέρονταν για τους υπηκόους τους ακόμη και τους χριστιανούς και τους χάριζαν στρέμματα. Και σπίτια φυσικά. Αυτά που έχουμε σήμερα! Όταν η κ. Ρεπούση ανέφερε στο περιβόητο βιβλίο της κάτι τέτοια ξεσηκώθηκε το νεοελληνικό πόπολο με επικεφαλής εκκλησία και εθνικώς ανησυχούντες και φώναζε για αναθεώρηση της Ιστορίας. Οι ίδιοι ακριβώς φορείς που στην υπόθεση αυτή χαίρονται με τα φιρμάνια στα χέρια.
4) Λέει ο κ. Πιτσάκης ότι υπάρχει μια ενιαία έννομη τάξη που ξεκινάει από το Βυζάντιο και συνεχίζεται στην Τουρκοκρατία και Ενετοκρατία και συνεχιστής είναι το σύγχρονο ελληνικό κράτος! Απίστευτη άποψη από νομικό. Λέτε να είμαστε και συνεχιστές του κώδικα του Χαμουραμπί! Μα καλά αναρωτιέμαι, η επανάσταση το 1821 δεν έγινε για να ΜΗΝ έχει ισχύ αυτή ακριβώς η έννομη τάξη. Δεν επρόκειτο για αυταρχικές και απολυταρχικές δομές; Δεν ήταν οι Τούρκοι κακοί; Η οθωμανική κυριαρχία σκληρή και άδικη; Αν η έννομη τάξη της Τουρκοκρατίας είναι αναγνωρίσιμη από τη Ελληνική Δημοκρατία ως δίκαιη τότε πώς ήταν υπόδουλοι οι Ρωμιοί; Μια χαρά ζούσανε από ότι αποδεικνύεται. Η καημένη η Ρεπούση ξαναδικαιώνεται.
5) Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι ισχυρίζονται (π.χ Εκκλησία) ότι οι λαοί ζούσανε ειρηνικά και αδελφωμένα υπό τη δίκαιη και σοφή διοίκηση των σουλτάνων και «κάποιοι αλιτήριοι» με τη παρότρυνση των άθεων Φράγκων διαφωτιστών τα κατέστρεψαν όλα. Ε, αν είναι έτσι νομίζω χρωστάμε μια μεγάλη συγγνώμη στους Τούρκους για ότι έχουμε γράψει και πει για αυτούς.
6) Από ότι φαίνεται ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας στην Ελλάδα δεν παίζει κανέναν ρόλο. Οι νόμοι του κράτους μας είναι ακριβής συνέχεια της κάθε απολυταρχικής δομής που έχει υπάρξει στην περιοχή. Να δεχτούμε τότε και τη νομοθεσία των κατοχικών αρχών για τους Εβραίους, τους νόμους της δικτατορίας για τη λειτουργία των κομμάτων και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Γιατί όχι;
7) Οι περίοδοι του Βυζαντίου και Τουρκοκρατίας επρόκειτο για εποχές και μεθόδους διακυβέρνησης όπου σήμερα είχες ένα μέρος για καλλιέργεια και αύριο δεν το είχες. Η κάθε αρχή εξουσίας δεν υπόκειταν πρακτικά σε νομικούς περιορισμούς (πιστεύει κανείς ότι δικάστηκαν ως φονιάδες αυτοκράτορες ή αυτοκρατόρισσες του Βυζαντίου ή σουλτάνοι που διέπραξαν φόνους για να ανέλθουν στο θρόνο;) και ατομική ιδιοκτησία δεν υπήρχε. Εδώ δεν σου ανήκε η ζωή η ίδια θα σου ανήκε η γη; Δηλαδή για να καταλάβω καλύτερα: Που τη βρήκαν την περιουσία οι αυτοκράτορες και οι σουλτάνοι και τη χάριζαν σε όποιον ήθελαν; Από την τσέπη τους τη βγάζανε; Η οθωμανική διοίκηση άρπαζε τις περιουσίες ραγιάδων ή ακόμη και φτωχών Οθωμανών και μετά την χάριζε σε μοναστήρια και δέχονταν η Εκκλησία προϊόντα αρπαγής; Δεν επέστρεφε τη γη στους προηγούμενους κατόχους της; Και ποιο ήταν το αντάλλαγμα για αυτή τη γενναιοδωρία των σουλτάνων;
8) Αναφέρει στο τέλος ο κ. Πιτσάκης ότι δεν πρέπει να υποτιμούμε τα φιρμάνια επειδή λέει μπορεί να τα χρησιμοποιήσουν και οι αγρότες της Ξάνθης για να αναιρέσουν τα χρυσόβουλα. Δεν ξέρω την περίπτωση πάντως είναι πραγματική κατάντια για το ελληνικό κράτος που κρέμεται από αυθαίρετες αποφάσεις ανθρώπων με απόλυτη εξουσία πριν από αιώνες.
9) Και αφού δεχόμαστε τα φιρμάνια ως τίτλους με ισχύ τότε τι θα γίνει αν απόγονοι Τούρκων που ζούνε στη Τουρκία αρχίζουν να διεκδικούν περιουσίες στην Ελλάδα π.χ δείχνοντας τέτοια χαρτιά; Τι θα γίνει αν δεκάδες χιλιάδες σημερινών Τούρκων αρχίζουν να κάνουν μαζικές αγωγές στα ελληνικά δικαστήρια και ζητούνε πίσω κτήματά που είχαν πρόγονοί τους; Αν τα ελληνικά δικαστήρια ή και ευρωπαϊκά δικαιώσουν τα χρυσόβουλα και τα φιρμάνια της Εκκλησίας ή των Ελλήνων αγροτών της Ξάνθης γιατί όχι και τα φιρμάνια Τούρκων που σίγουρα και αυτοί έχουν; Άντε λοιπόν εμπρός για ανασύσταση του Οθωμανικού κράτους μέσω δικαστηρίων. Φαίνεται μας έλειψε. Να χαρούνε και οι παπάδες που θέλανε οθωμανικό κράτος του ελληνικού έθνους (ή μήπως το έχουμε ήδη αφού ο καθηγητής λέει ότι είμαστε συνέχεια;).
10) Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά δικαστήρια (που το δίκαιό τους βασίζεται αρκετά στο ρωμαϊκό) να αναγνωρίζουν αποφάσεις του Νέρωνα, του Καλιγούλα, του Διοκλητιανού. Για τα ελληνικά δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά.
11) Το πρόβλημα για μένα είναι καθαρά πολιτικό. Θα έπρεπε αυτό το κακομοίρικο και άθλιο ελληνικό κράτος να έχει καταστήσει νομικά άκυρες τέτοιες παράλογες αποφάσεις και λογικές. Οι Ευρωπαίοι λύσανε το πρόβλημα της φεουδαρχίας. Έστω με επαναστάσεις, πολέμους και κοινωνικούς αγώνες που κράτησαν αρκετούς αιώνες. Στην Ελλάδα οι φεουδαρχικές δομές ζούνε και βασιλεύουν οπότε ζούμε με τις συνέπειες.
Σχόλιο Π-Δ: Για να το πούμε και πιο απλά: Κατ’ αρχάς πως γίνεται να ισχύουν διατάξεις κρατικών οντοτήτων που δεν υπάρχουν πια; Γιατί αν υπήρχαν, θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι βάσει κάποιων διακρατικών συμφωνιών, θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να ισχύουν. Κατά δεύτερον, οι συμφωνίες αυτές δεν έγιναν με υπηκόους του ελληνικού κράτους, αλλά της Βυζαντινής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μήπως οι παπάδες έχουν ακόμη την εντύπωση ότι είναι υπήκοοι κάποιου αυτοκράτορα ή σουλτάνου; Ή μήπως θέλουν να μας πείσουν ότι το ελληνικό κράτος δεν είναι τίποτε άλλο από μια μετεξέλιξη του οθωμανικού κράτους; (Για να είμαστε ειλικρινείς βέβαια, τον ραγιαδισμό και τα τουρκικά κατάλοιπα ακόμη τα κουβαλάμε).
Ας μας εξηγήσει κάποιος επίσης, γιατί σύμφωνα με άρθρο του ελληνικού συντάγματος (Μέρος Β, άρθρο 18, παράγραφος 8), «Δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η αγροτική ιδιοκτησία των Σταυροπηγιακών Ιερών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική, των Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, με εξαίρεση τα μετόχια. Επίσης δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα των Πατριαρχείων Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, καθώς και της Ιερής Μονής του Σινά».
Το άρθρο αυτό βέβαια, δεν είναι το μοναδικό που έχει γράψει η ίδια η Εκκλησία στο ελληνικό σύνταγμα. Δείγμα της κατάντιας μας και της θεοκρατίας, αν μη τι άλλο…
«Και εγώ αδελφοί μου, όπου αξιώθηκα και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν, δια την ευσπλαχνίαν του Χριστού μας, εξέταξα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πώς με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού, δεν είσθενε Έλληνες, δεν είσθενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί…».
«Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μας έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν· και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τούς χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε (το Βυζάντιο) δια ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Δια ιδικόν μας συμφέρον· διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν, ο δε Τούρκος άσπρα (χρήματα) άμα του δώσης κάμνεις ο,τι θέλεις. Και δια να μη κολασθώμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάει». Αποσπάσματα από ομιλίες του Κοσμά του Αιτωλού.
Ο Κοσμάς ο Αιτωλός έδρασε στον ελληνικό χώρο υπό την καθοδήγηση των οικουμενικών πατριαρχών Σεραφείμ Β΄ (1757-1761) και Σωφρονίου Β΄ (1774-1780). Το κήρυγμά του δεν είχε καμμία σχέση με την ελληνική παράδοση, το αντίθετο μάλιστα, ονομάστηκε όμως από το ορθόδοξο κατεστημένο ως ο «μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας», «Πατέρας του Νεώτερου Ελληνισμού», «Πατροκοσμάς», «Μεγάλος Διδάχος», «Προφήτης του Γένους» κι ανακηρύχτηκε άγιος το 1961.
Η πάλαι ποτέ υπερήφανη Ελλάδα των φιλοσόφων, των ποιητών και των επιστημόνων κατάντησε να θεωρεί σήμερα τον εικονιζόμενο περιφερόμενο μοναχό ως τον «μεγαλύτερο των Ελλήνων» και διδάσκαλο του Γένους, που δίδασκε: «Άκουσε, παιδί μου, να σου ειπώ. Η τελεία αγάπη είναι να πουλήσης όλα σου τα πράγματα, να τα δώσης ελεημοσύνη και να πηγαίνης και εσύ να εύρης κανένα αυθέντη να πουληθής σκλάβος. Και όσα πάρης, να τα δώσης όλα. Να μην κρατήσης ένα άσπρο (νόμισμα). Ημπορείς να το κάμης αυτό, να γίνης τέλειος;».
Ο Κοσμάς γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Αιτωλίας στις αρχές του 18ου αιώνα. Οι απόψεις για τον ακριβή τόπο και χρόνο της γεννήσεώς του διίστανται. Ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονός του ήταν ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης. Την πρώτη του στοιχειώδη «μόρφωση» την πήρε από έναν ιεροδιάκονο, τον Γεράσιμο Λίτσικα στη Σιγδίτσα Παρνασσίδας, ενώ στα είκοσί του χρόνια «άρχισε να διδάσκεται τα γραμματικά» από έναν άλλο ιεροδιάκονο, τον Ανανία Δερβισάνο (Κ. Σάθα, «Νεοελληνική Φιλολογία» και «Νέον Μαρτυρολόγιον», σελ. 201.) Μερικά χρόνια αργότερα πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, όπου έγινε μοναχός κι «έκλαιγε για τις αμαρτίες του δεκαεπτά χρόνους».
Σχετικά με την μόρφωση, που απέκτησε στο Άγιο Όρος, ο ίδιος ο Κοσμάς λέει το εξής ακατανόητο: «Εγώ από το σχολείο έμαθα τα 24 γράμματα, έμαθα και 5-6 Ελληνικά και έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα» (Χειρόγραφο 29 Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης, σελ. 262.) Από το κήρυγμά του διαφαίνεται, πως είχε μελετήσει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους Πατέρες, τα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, απ’ όπου δανείστηκε τα παραδείγματα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, της αγίας Παρασκευής, των αγίων Ανδρονίκου κι Αθανασίας καθώς και τα Συναξάρια των αγίων. Η «παιδεία» που έλαβε περιελάμβανε λοιπόν όλα αυτά που πρέπει να ξέρει ένας καλός χριστιανός και τίποτε άλλο. Όλα τα παραδείγματα, που ανέφερε στις διδαχές του ήταν παρμένα από την εβραϊκή –χριστιανική– παράδοση κι όχι από την ελληνική. Τα πρόσωπα που μνημόνευε ήταν οι απόστολοι, ο Αβραάμ, άλλες βιβλικές φυσιογνωμίες κ.λ.π.. Ποτέ του δεν έκανε ουδεμία αναφορά στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, στους Τραγικούς ή σε ο,τιδήποτε ελληνικό. Αντιθέτως, όποτε μιλούσε για Ελλάδα ή για Έλληνες, εκφραζόταν πάντοτε υποτιμητικά … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »