«“Δεν είχε ακόμα χαράξει”, έλεγε ο πατέρας μου, “όταν όλο το χωριό ξεκίνησε με θρήνους συνοδεία μερικών ζαπτιέδων (Tούρκων χωροφυλάκων) παίρνοντας τον δρόμο της εξορίας, με πολύ λίγα από τα υπάρχοντά τους, αφού τα πάντα έπρεπε να τα εγκαταλείψουν, γυναίκες, παιδιά και γέροι. Oι άνδρες είχαν συλληφθεί τις προηγούμενες μέρες και είχαν οδηγηθεί μακριά από το χωριό, στη γειτονική Kαισάρεια. Ύστερα από πορεία μερικών ωρών φτάσαμε στην Kαισάρεια και εκεί που πλησιάζαμε στην πλατεία της πόλης, από την κεφαλή της πορείας άρχισε ένας σπαρακτικός θρήνος που σε λίγο έφτασε και σε μας και μας κάλυψε. Aντικρύσαμε ένα φοβερό θέαμα. H πλατεία είχε μετατραπεί σε ένα δάσος με αγχόνες με τα άψυχα σώματα των αγαπημένων μας να κρέμονται. O θρήνος ξέσκιζε τον ουρανό, γυναίκες σφιχταγκαλιάζαν τα μικρά τους και περνούσαν μπροστά από τις κρεμάλες χωρίς να τους επιτρέπεται να σταματήσουν έστω και λίγο. Άλλες έπεφταν λιπόθυμες, κλαίγοντας σπαρακτικά τραβώντας τα μαλλιά τους. Oι ζαπτιέδες τις χτυπούσαν βάναυσα υποχρεώνοντάς τις να προχωρήσουν. Aδιάφορο για τον θρήνο των γυναικών, ένα χαμίνι, τουρκόπαιδο, ξυπόλυτο, τριγυρνούσε μέσα στις αγχόνες, καγχάζοντας και τραβώντας από τα πόδια τα σώματα των κρεμασμένων, τα έφτυνε, τα κουνούσε πέρα δώθε, και φώναζε χλευαστικά “Που είναι η Aρμενία σας;”. Kαι φυσούσε το πρωινό αεράκι κάνοντας τα άψυχα αθώα σώματα να αιωρούνται μέσα σε μια μακάβρια μελωδία που δημιουργούσαν οι τριγμοί από τα σχοινιά και τις αγχόνες». Kαραμπέτ Kαλφαγιάν (Αρμένιος ιστορικός συγγραφέας)
«Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η διαδικασία ήταν η ίδια. Έπαιρναν από διάφορα σημεία ομάδες των 50 ή των 100 ανδρών, που ήταν δεμένοι ανά τετράδες και τους οδηγούσαν σε ένα απομονωμένο σημείο, σε μικρή απόσταση από το χωριό. Ξαφνικά ακουγόταν ο ήχος από ντουφεκιές και οι Τούρκοι στρατιώτες που τους είχαν συνοδεύσει επέστρεφαν κατηφείς στο στρατόπεδο. Όσοι στέλνονταν να θάψουν τα πτώματα, τα έβρισκαν σχεδόν πάντοτε τελείως γυμνά, διότι ως συνήθως οι Τούρκοι τούς είχαν κλέψει όλα τους τα ρούχα. Σε περιπτώσεις που υπέπεσαν στην αντίληψή μου, οι δολοφόνοι είχαν εκλεπτύνει το μαρτύριο των θυμάτων τους εξαναγκάζοντάς τα να ανοίξουν τους τάφους τους προτού τα πυροβολήσουν…». Χένρι Μόργκενταου (Αμερικανός πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία)
Η γενοκτονία των Αρμενίων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην νεότερη ιστορία. Δράστες, οι συνήθεις ύποπτοι: Οι Τούρκοι … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Είναι γνωστόν, πως κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι ρασοφόροι λειτούργησαν ως πέμπτη φάλαγγα, καλλιεργώντας είτε κλίμα ηττοπάθειας -αντιτιθέμενοι στην ένωση των Εκκλησιών- λέγοντας πως «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει», είτε ερχόμενοι και σε απευθείας συνομιλίες με τους Οθωμανούς. Τις προδοσίες των ρασοφόρων, προσπαθεί μέχρι και σήμερα η Εκκλησία να καλύψει με το παραμυθάκι της ξεχασμένης Κερκόπορτας (λες και επρόκειτο για μια απλή πόρτα που έκλεινε με ένα απλό πόμολο που δεν ασφάλισε καλά). Βεβαίως, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ακόμη κι αν παρακάμψουμε το γεγονός, πως τουλάχιστον 30.000 ρασοφόροι «πέρδονταν κι έθρεφαν πρωκτό» (κατά την έκφραση του Δημήτρη Λιαντίνη) στα πάμπολλα μοναστήρια και τις εκκλησιές της περιοχής της Κωνσταντινούπολης (μόνο εντός της πόλεως υπήρχαν, όπως λέγεται, 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, ενώ διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό έως και 300.000), όταν την ίδια στιγμή, την άμυνα της πόλης προσπαθούσαν να κρατήσουν μετά βίας 10.000 άνδρες, απέναντι στους 150.000 περίπου Οθωμανούς πολιορκητές, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε και να παραγνωρίσουμε το γεγονός πως στο πλάι των ρασοφόρων αυτών συντάχθηκαν και πολλοί κοσμικοί, που βλέποντας το τέλος να πλησιάζει προσπάθησαν να περισώσουν ότι μπορούσαν.
Η Κερκόπορτα -που αξίζει να σημειωθεί ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως από μοναχούς-, ότι κι αν συνέβη, δεν απέφερε το αποφασιστικό πλήγμα στην ήδη παραπαίουσα Κωνσταντινούπολη. Στην πραγματικότητα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε πάψει εκ των πραγμάτων να υφίσταται, αρκετά χρόνια πριν, και είχε περιοριστεί στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Οι Οθωμανοί είχαν ήδη κατακυριεύσει την άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία και το μόνο που έμενε ήταν η χαριστική βολή· το κερασάκι στην τούρτα: Η τυπική κατάληψη της πρωτεύουσας. Και λέμε τυπική, γιατί ουσιαστικά η Κωνσταντινούπολη είχε υποταχθεί, όταν πλήρωνε φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο. Η Κωνσταντινούπολη έπαψε να έχει τον έλεγχο των Στενών, απ’ την στιγμή που οι Τούρκοι ευθαρσώς έχτισαν δίπλα στην Πόλη, στον Βόσπορο, το κάστρο «Ρούμελη Χισάρ» και φορολογούσαν τα διερχόμενα πλοία.
Η Κερκόπορτα (που παρεμπιπτόντως, δεν μνημονεύεται ούτε στο χρονικό του Φραντζή, ούτε του Μπαρμπάρο), είτε «ξεχάστηκε» ανοικτή, είτε -το πιθανότερον- την άνοιξαν κάποιοι από μέσα, δεν συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάληψη της πόλης. Άλλωστε οι Τούρκοι είχαν ήδη σκαρφαλώσει στα μισογκρεμισμένα τείχη και εισέβαλαν στην πόλη. Επέφερε όμως ένα άλλο πλήγμα: Συνέβαλε στον εγκλωβισμό και στην παρεμπόδιση διαφυγής των αλλοφρονούντων κατοίκων. Όχι όλων βέβαια, γιατί πολλοί -και κυρίως οι ανθενωτικοί- κλειστήκαν στις εκκλησιές και το άβουλο και φανατισμένο θρησκευτικά πλήθος έψελνε μοιρολατρικά «Κύριε ελέησον» και περίμενε βοήθεια απ’ τον…ουρανό. Το άνοιγμα της Κερκόπορτας όμως, εξυπηρετούσε έναν πολύ πιο ουσιαστικό σκοπό. Το Κοράνι προβλέπει την προστασία των «απίστων» κατοίκων μιας πόλης που παραδίδονται οικειοθελώς. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθούν τα βασικά κίνητρα αυτών που άνοιξαν την Κερκόπορτα, είτε ρασοφόρων, είτε κοσμικών, είτε και των δυο μαζί. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η περιοχή όπου βρίσκονταν η Κερκόπορτα -όπως και αρκετές ακόμη- δεν πειράχτηκε απ’ τους Τούρκους.
Τα παραπάνω ενισχύει κι ένα έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» και το οποίο συνέταξε η Θεοδώρα Φραντζή, κόρη του πρωτοβεστιάριου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Γεωργίου Φραντζή. Η Θεοδώρα Φραντζή ήταν σύζυγος του στρατιωτικού σύμβουλου του αυτοκράτορα, Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Το έγγραφο εκδόθηκε στην Αγγλία το 1454, όπου είχαν καταφύγει και οι δύο μετά την Άλωση. Στο έγγραφο αυτό, περιγράφεται, μεταξύ άλλων και μια περίπτωση συνδιαλλαγής ρασοφόρων και κοσμικών με τον εκπρόσωπο του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή, Ρεσίτ Πασά της Ανδριανούπολης, λίγες ημέρες πριν την κατάληψη της πόλης. Οι συναντήσεις γινόταν -κρυφά και νύχτα φυσικά- στο μοναστήρι της Αγίας Ευθυμίας και κατά τύχην υπέπεσαν στην αντίληψη του Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Από πλευράς των ρασοφόρων, στις διαπραγματεύσεις αυτές έλαβε μέρος ο ιεροκήρυκας της Αγίας Σοφίας, Ιωάσαφ, κι από πλευράς των κοσμικών ο Μέγας Δούκας Λεόντιος και ο αρχιναύαρχος Νεόφυτος. Παρατίθεται ο διάλογος μεταξύ των δωσίλογων και του Ρεσίτ Πασά, έτσι όπως διασώθηκε και δημοσιεύθηκε («Δαυλός», Μάρτιος 1993): … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Δώδεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης των Σερρών, βρίσκεται η Μονή Τιμίου Προδρόμου η οποία χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον μοναχό Ιωαννίκιο και ανακαινίστηκε αργότερα από τον ανηψιό του Ιωακείμ. Όπως και τα περισσότερα μοναστήρια του θεοκρατικού Βυζαντίου, έτσι κι αυτό δέχθηκε την εύνοια και και τις επιχορηγήσεις των αυτοκρατόρων, καθώς και τις δωρεές αρχόντων και πιστών, συγκεντρώνοντας μια σημαντική περιουσία.
Οι καλόγεροι αυτού του μοναστηριού, είχαν το σπάνιο χάρισμα της «διορατικότητας», καθώς έναν σχεδόν αιώνα πριν την κατάληψη και άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, είχαν διαισθανθεί («θεία φώτιση» άραγες;) την τελική επικράτησή τους. Κι επειδή «προσέχουμε για να έχουμε», έσπευσαν να μεταφέρουν την «προφητεία» τους στους Τούρκους, δηλώνοντας εκ των προτέρων υποταγή στον σουλτάνο. Το γεγονός το πληροφορούμαστε κι από την επίσημη ιστοσελίδα της μονής, όπου ανερυθρίαστα, βαφτίζουν την προδοσία και τουρκοδουλεία των ρασοφόρων, ως «σπάνια πολιτική διορατικότητα»…
Χάρη στη σπάνια πολιτική διορατικότητά του ο Ιωακείμ προείδε τον κίνδυνο που η μονή διέτρεχε από την πιθανή μελλοντική επέκταση των Οθωμανών στη Μακεδονία. Γι’ αυτό φρόντισε να σταλεί στο πρώτο ηγεμόνα τους Οσμάν, στην Προύσα, μία αντιπροσωπεία μοναχών με επικεφαλής κάποιον Μαργαρίτη, πλούσιο πολιτικό και άριστο δεξιοτέχνη στην τούρκικη γλώσσα και διπλωματία, που αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. Καρπός της αποστολής αυτής ήταν η υπογραφή από τον Οθωμανό ηγεμόνα ενός εγγράφου που προφύλασσε μέχρι της συντελείας των αιώνων την Ιερά Μονή από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων επιδρομέων, προστασία που επισφραγίσθηκε το 1372 με την έκδοση φιρμανίου από τον σουλτάνο Μουράτ Α΄ που σώζεται στις συλλογές της βιβλιοθήκης της μονής.
Δεν θα πρέπει να παραλείψει κάποιος που θα διαβάσει το ιστορικό της μονής και την αναφορά στον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, που παρέδωσε την Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους και αμείφθηκε ανάλογα γι’ αυτή του την υπηρεσία…
Μετά την άλωση της Πόλης, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος μετά το 1453 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αφού παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο, αποσύρθηκε στη μονή Τιμίου Προδρόμου όπου και εμόνασε (1457-1472) μέχρι το τέλος της ζωής του.
Εδώ οι μοναχοί ψεύδονται ενσυνείδητα. Όπως αναφέρει και ο «εθνικός» ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (γνωστός κι ως ένας εκ των πατέρων του «Ελληνοχριστιανισμού»), ο Γεννάδιος δεν παραιτήθηκε, αλλά καθαιρέθηκε από τον σουλτάνο, 14 χρόνια μετά την αναρρίχησή του στον πατριαρχικό θρόνο. Τα αίτια καθαίρεσης οδηγούν στις πρώτες πατριαρχικές ίντριγκες και τις περίφημες «αλλαξοπατριαρχίες». Ο Γεννάδιος συκοφαντήθηκε στον σουλτάνο από τον μοναχό Συμεών τον Τραπεζούντιο, ο οποίος το 1467 συμφώνησε να καταβάλει ετησίως 1.000 χρυσά νομίσματα για να γίνει πατριάρχης στέλνοντας τον Γεννάδιο σπίτι του και καταργώντας τα περισσότερα από τα πατριαρχικά προνόμια τα οποία είχε δώσει ο σουλτάνος. Ο Συμεών όμως δεν θα χαρεί για πολύ τον θρόνο του, καθώς δύο χρόνια αργότερα, ο μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Διονύσιος, πλειοδότησε με 2.000 χρυσά νομίσματα, στέλνοντας κι αυτός με την σειρά του τον Συμεών από κει που ΄ρθε.
Τίποτε όμως δεν είναι μόνιμο σ’ αυτόν τον κόσμο. Έτσι, όπως μαθαίνουμε και πάλι απ’ το ιστορικό της μονής, αργότερα οι καλόγεροι, δήλωσαν και εκ νέου υποταγή, αυτή την φορά όχι από «διορατικότητα», αλλά από «ανάγκη»…
Δεν άργησε ωστόσο να επέλθει προσωρινή παρακμή για την Ιερά Μονή. Δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη και οι ποικίλες αλλαγές που επέφερε η εμφάνιση του Τούρκου κατακτητή δυσχέραιναν την κατάσταση. Παρά το σεβασμό και την ανοχή που οι Οθωμανοί επέδειξαν προς τη μονή, οι Πατέρες το 1518 αναγκάστηκαν να αποστείλουν αντιπροσωπεία τους στον ισθμό του Σουέζ, όπου και ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τον Αλή, Κριτή της Ερυθράς Θάλασσας. Με αυτή τη διπλωματική αποστολή η Ιερά Κοινότητα απεκόμισε ένα αντίγραφο του Ακτιναμέ του Προφήτη Μωάμεθ, γεγονός που σήμαινε ασφάλεια των κεκτημένων της και προστασία για τους επόμενους αιώνες.
Τι να πρωτοσχολιάσει κάποιος εδώ; Ότι για πρώτη φορά ακούει πως υπάρχουν μοναστήρια με «δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη», ή ότι αποκαλούν τους Τούρκους «κατακτητές»; Γιατί τουλάχιστον οι συγκεκριμένοι καλόγεροι δεν κατακτήθηκαν, αλλά υποτάχθηκαν οικειοθελώς και προκαταβολικώς. Και χρήσιμο θα ήταν να μαθαίναμε με ποια ανταλλάγματα εξασφάλισαν την προνομιακή τους μεταχείριση…
Το απόγειο του θράσους και του χαμαιλεοντισμού των ρασοφόρων, βρίσκεται λίγο παρακάτω, όπου και πάλι ανερυθρίαστα και ξεδιάντροπα κάνουν λόγο για την εθνική τους προσφορά στην Επανάσταση…
Ωστόσο αυτά τα προνόμια δεν εμπόδισαν τη Μονή σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, να συμμετάσχει ενεργά στον εθνικό αγώνα. Ο αρχηγός μάλιστα του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία, ο Εμμανουήλ Παπάς, συνδεόταν στενά με την μοναστική κοινότητα η οποία του είχε παραχωρήσει οίκημα εκτός του περιβόλου του μοναστηριού.
Επειδή όμως οι ρασοφόροι (και ειδικά οι «αγωνιστές» ρασοφόροι), παρ’ ότι ευαγγελίζονται την «αλήθεια», ελάχιστη σχέση έχουν μ’ αυτή, αποφεύγουν επιμελώς να αναφέρουν ολόκληρη την ιστορία του Εμμανουήλ Παπά και ειδικά ότι έχει να κάνει σε σχέση με τους ίδιους. Ας τους το «θυμίσουμε» λοιπόν…
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ήταν ένας Σερραίος αγωνιστής της Επανάστασης, ο οποίος πρωτοστάτησε στην εξέγερση στη Xαλκιδική. Για τον σκοπό αυτό, ξόδεψε σχεδόν όλη του τη -σεβαστή- περιουσία, ενώ αξίζει να αναφερθεί, ότι τον θάνατο βρήκαν και τρεις απ’ τους γιους του, πέφτοντας στο πεδίο της μάχης.
Αρχικά, η κατάσταση ήταν ευνοϊκή και οι ρασοφόροι ως γνήσιοι χαμαιλεόντες, συντάχθηκαν στο πλευρό των επαναστατών και του Παπά (όχι πολεμώντας βέβαια, αλλά προσφέροντας καταφύγιο), προσβλέποντας στην αλλαγή φρουράς. Μόνο που αυτή τη φορά, η «διορατικότητά» τους θα τους προδώσει. Τα πολεμοφόδια τελείωναν κι ο Παπάς άλλα χρήματα δεν είχε. Στο μεταξύ η πίεση των Τούρκων, γινόταν όλο και πιο ασφυκτική. Ο Παπάς τότε στρέφεται στους αγιορείτες μοναχούς και ζητά οικονομική ενίσχυση. Θα απογοητευτεί όμως καθώς οι μοναχοί δεν ήταν καθόλου διατεθειμένοι να αγγίξουν και να ξοδέψουν την μοναστηριακή περιουσία, ακόμη κι αν επρόκειτο για την Επανάσταση.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος, στον δεύτερο τόμο του έργο του «Η Ελληνική Επανάστασις», ο οποίος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληψία εις βάρος των μονών, «οι καλόγηροι δεν εννοούσαν να θίξουν ούτε τα χρήματα των μονών ούτε τα εκ χρυσού και αργύρου νεώτερα αφιερώματα που δεν είχαν την σημασίαν ιστορικών κειμηλίων και τα οποία αποτελούσαν ολόκληρον θησαυρόν, ικανόν ν’ αποβή πηγή ενισχύσεως σοβαράς όχι μόνο του μακεδονικού, αλλά και του όλου αγώνος».
Και συνεχίζει ο Κόκκινος, δίνοντας μια εικόνα της καλογερικής νοοτροπίας:
Οι εξ αρχής δυσφορούντες διά το ζήτημα των δαπανών, συνηθισμένοι πάντοτε να δέχονται προσφοράς και από τους πτωχοτέρους πιστούς, χωρίς αυτοί να προσφέρουν ποτέ τίποτα, δεν είχαν συγκινηθή ούτε από τας αυστηράς απαντήσεις του Υψηλάντη και της Ύδρας και των Ψαρών προς τας πτωχοπροδρομικάς εκκλήσεις των, ούτε αντελήφθησαν την υποχρέωσίν των, όταν ήλθε η κρισιμωτάτη ώρα της εξαντλήσεως του Παπά και του εκ των Τούρκων κινδύνου. Ο πατριωτισμός των είχε σταματήσει προ της θυσίας των χρημάτων των μονών, τα οποία επί τέλους παρέμεναν νεκρά εις τα χρηματοκιβώτια και άχρηστα εις την κοινωνικήν οικονομίαν και ο πρώτος ενθουσιασμός των διά τον Παπάν μετεβλήθη εις εχθρότητα. Αντί να ενισχύσουν τον ηρωικόν αρχηγόν εις τας τελευταίας αγωνιώδεις προσπαθείας του, συνεσπειρώθησαν περί τας μονάς των και τον κατηρώντο ως υποκινητήν της επαναστάσεως και υπεύθυνον του κακού.
Ενδεικτική της καταστάσεως, είναι η επιστολή που έστειλε στις 19 Ιουνίου 1821, ο οπλαρχηγός Ρήγας Μάνθος προς τον Παπά:
Μα τι να κάμη κανείς την μικρολογίαν των Αγίων Πατέρων. Αυτή η στυγερά ανελευθεριότης και μικροπρέπεια αυτών μάς εμπόδισεν από πολλά ωφέλιμα και από πολλά αναγκαία. Αμποτε να μεταβάλη ο αναλλοίωτος Θεός την διάθεσίν των, να τους αποδείξη ευσπλάχνους, κριτικούς, γενναίους και ελευθερίους και με δόκιμον νουν. […] Πλην κανένα γενναίον δεν εύρον εις αυτούς παρά μίαν επίπλαστον πολίτικαν. […] Φροντίζουν μόνο διά την ασφάλειαν των ιδίων. […] Φοβούμαι μήπως ο λαός από την πείναν και τας πολλάς θλίψεις του εφορμήση εναντίον των και δεν δυνηθώμεν ν’ απαντήσωμεν εις την ορμήν των.
Οι καλόγεροι λοιπόν, αντί να βοηθήσουν τον Παπά, απεναντίας, φροντίζουν να αποφυλακίσουν τον μέχρι τότε κρατούμενο στις Kαρυές, Tούρκο διοικητή του Aγίου Όρους, Xασεκή Xαλίλ αγά. Αυτός θα ζητήσει την σύλληψη και παράδοση του Εμμανουήλ Παπά απ’ τους αγιορείτες. Αυτοί με την σειρά τους θα αποστείλουν μια επιστολή στους μοναχούς της Μονής Εσφιγμένου όπου βρισκόταν ο Παπάς και τους διαβιβάζουν τον «μουρασελέ» (απόφαση) του Χασεκή (του «Χασεκή Αγάς μας», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά)…
Εις την πανοσιότητά σας, Άγιοι Πατέρες, του ιερού Κοινοβίου Εσφιγμένου. Χθες ο ενδοξότατος ημών Χασεκή Αγάς μας, σας έγραψε μουρασελόν, δια να πιάσετε ενέχειρον τον Άρχοντα Παπά (σ.σ.: Εμμανουήλ Παπά) και τους λοιπούς καθώς και ο ίδιος σας έγραψε. Λοιπόν σας γράφομεν και ημείς οι των είκοσι Ιερών Μοναστηρίων Προϊστάμενοι, εν τη Ιερά Συνάξει, να κάμετε το ίδιον, ομοφώνως, δηλαδή να μας τους φέρετε ενταύθα αναμφιβόλως και τους ζητούμεν από εσάς εφεύκτως. Και ιδού όπου στέλλομεν επίτηδες ανθρώπους, δια να τους πάρουν. Και όσοι ακολουθούν τον Άρχοντα από τους εντοπίους Πατέρες, να τον αφήσουν και να επιστρέψουν εις τα κελλιά τους. Είδε και φανούν παρήκοοι, θέλουν υποπέσει εις οργήν μεγάλην, και θέλουν χάσει και τα οσπίτιά των. Ομοίως και όσοι άλλοι πιασθούν έχουν να παιδεύωνται. Ταύτα προς είδησίν σας και εμμένομεν.
1821-18 Νοεμβρίου
Άπαντες οι εν τη Κοινή Συνάξει των δεκαεννέα ιερών Μοναστηρίων του Αγίου Όρους Προϊστάμενοι
Οι καλόγεροι λοιπόν, αντί τουλάχιστον να τον φυγαδεύσουν, προτίμησαν να τον παραδώσουν και μάλιστα όπως λέγεται, έναντι δυόμισυ εκατομμυρίων γροσίων, ζητώντας απ’ τους Τούρκους ένα περιθώριο 40 ημερών. Θα πρέπει να σημειωθεί, πως εξαίρεση σ’ αυτή τη δουλοπρεπή και προδοτική στάση των καλόγερων, αποτέλεσε μόνο ο ηγούμενος Ιωακείμ τής (πάντα ξεχωριστής) Μονής Εσφιγμένου, που είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και πρόσφερε καταφύγιο στον Παπά και τους πολεμιστές του.
Ο Κόκκινος, αχολιάζοντας την «θλιβερή διαγωγή» και την «προδοσία» των «άνανδρων» καλόγερων, γράφει:
Η πράξις αυτή, δεν είχε δικαιολογίαν και όλα τα καθηγιασμένα ύδατα του Αγίου Όρους δεν είναι δυνατόν ν’ αποπλύνουν από αυτό το αίσχος τους δεκαεννέα ηγουμένους που υπέγραψαν την άνω επιστολήν, διά της οποίας έσπευδαν να παραδώσουν εις τον πασάν ένα θύμα τόσης περιωπής διά να μετριάσουν τους άλλους όρους της υποταγής και κυρίως τον αφορώντα την χρηματικήν αποζημίωσιν… Η αλήθεια διά την διαγωγήν των καλογήρων εκείνων είναι πολύ θλιβερά. Ανίκανοι να αισθανθούν κατ’ αρχάς την ανάγκην γενναίας προσφοράς διά τον αγώνα, που τον ήθελαν, αλλά με θυσίας των άλλων, έφθασαν εις την ατολμίαν, εκύλισαν εις την ανανδρίαν και κατήντησαν ικανοί διά την χειροτέραν προδοσίαν. Εδέχθησαν να παραδώσουν εις τον εχθρόν ως πρωταίτιον της επαναστάσεως τον Εμμανουήλ Παπάν, τον οποίον προ ολίγων μηνών είχαν ανακηρύξει προστάτην και αρχηγόν της Μακεδονίας αυτοί οι ίδιοι, χωρίς να αγνοούν ότι η τοιαύτη παράδοσίς του ήτο ταυτόσημος με παράδοσιν προς θάνατον.
Ο Παπάς, ωστόσο, κατάλαβε τον κίνδυνο και αποφασίζει να φύγει από το Άγιο Όρος. Με λίγους συντρόφους του επιβιβάζεται σ’ ένα πλοίο και φεύγει για την Ύδρα. Οι κακουχίες όμως θα τον λυγίσουν και θα πεθάνει πάνω στο πλοίο από καρδιακή προσβολή. Το βρόμικο παιχνίδι που του έπαιξαν οι ελεεινοί ρασοφόροι μνημονεύεται -εμμέσως πλην σαφώς- και σε επιστολή που του είχαν αποστείλει οι ευγνωμονούντες κάτοικοι της Κασσάνδρας, οι οποίοι τον παρακαλούσαν να συνεχίζει να τους προστατεύει απ’ το μαχαίρι του εχθρού «μη παρατηρών παντάπασιν αν συνεργεία του δαίμονος ενίοτε συμβαίνουσι και τινά λυπηρά προσκρούσματα προς την ευγένειάν του εκ τινών κακοηθών και αχρείων ανθρώπων».
Το 1430, η Θεσσαλονίκη πολιορκούνταν από ξηρά και θάλασσα, από τον σουλτάνο Μουράτ τον Β’ (πατέρας του Μωάμεθ του Πορθητή, ο οποίος 23 χρόνια αργότερα κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και πάλι με την συνεργασία των κληρικών), χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι κάτοικοι αντιστέκονταν με σθένος.
Απ’ την δύσκολη αυτή θέση, ανέλαβαν να τον βγάλουν οι καλόγεροι την Μονής Βλατάδων (Βλαταίων) που βρισκόταν εντός της πόλεως (στην άνω πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου όπως λέγεται, εκεί «δίδαξε» ο απόστολος Παύλος), λειτουργώντας σαν «πέμπτη φάλαγγα», παρακινούμενοι είτε από το «μπαξίσι» που έδινε ο σουλτάνος σε όποιον βοηθούσε να καταλάβει την πόλη, είτε -το πιθανότερον- διαισθανόμενοι πως αργά ή γρήγορα οι Οθωμανοί θα γινόταν κύριοι της πόλης και της περιοχής, οπότε θεώρησαν «φρόνιμο» να εξασφαλίσουν τα «κεκτημένα» τους προσφέροντας γη και ύδωρ για να μην θίξει ο σουλτάνος την περιουσία τους, είτε λόγω και των δύο.
Όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Ο ανέκδοτος Κώδικας 161 της Χίου για τη σύνοδο της Φλωρεντίας, την άλωση από προδοσία της Θεσσαλονίκης το 1430, και τη μάχη της Βάρνας» (Νίκος Β. Κοσμάς), οι καλόγεροι της μονής Βλατάδων υπέδειξαν στον Μουράτ Β’ τους υπόγειους αγωγούς του υδραγωγείου της Θεσσαλονίκης, που βρίσκονταν στον Χορτιάτη, και του συνέστησαν να κόψει το νερό αν ήθελε η Θεσσαλονίκη να πέσει στα χέρια του σαν «ώριμο φρούτο»…
Αμή να ακούσετε πώς το επήρε (τη Θεσσαλονίκη) να θρηνήσετε μεγάλως. Το μέρος όπου έπινεν ο λαός της συμπρωτεύουσας, έρχετον απ’ έξω από τόπον όπου λέγεται του Χορτιάτη με σωληνάρια-αγωγούς και έμπαινεν από κάτω από την γην μέσα εις την Θεσσαλονίκην. Και ωσάν ήρθε αυτός ο Σουλτάνος και την επολέμα ήτον εις αδημονίαν μεγάλην, όπου δε ημπορούσε να την επάρη και έταζε χαρίσματα μεγάλα και δωρεάς, όποιος του δείξει να την επάρη. Και ως έμαθον τούτο οι καλόγεροι του μοναστηρίου των Βλαταίων, όπου είναι το μοναστήρι τους εις την καρδίαν της Θεσσαλονίκης, έγραψαν γράμμα μια νύχτα και το έριξαν από το μοναστήρι έξω εις τον Σουλτάνον Μουράτ Β’ γράφοντας και λέγοντας έτζι: «Ημείς οι δούλοι σου από το μοναστήρι των Βλαταίων προσκυνούμεν την αυθεντίαν σου και δεόμεθα του Θεού να σε βοηθήσεις να επάρης τούτο το κάστρον το περίφημον και άλλα πολλά και να σε ιδούμεν και βασιλέα στην Πόλη. Όμως δίδωμεν σου είδησιν ότι αν θέλεις να επάρης το κάστρον τούτο της Θεσσαλονίκης στείλε από το φουσάτον σου ανθρώπους εις του Χορτιάτη την περιοχήν όπου έρχεται απ’ εκεί το νερό εδώ μέσα στην πόλη μας και κόψε το νερό να μην τρέχει και πίνει ο λαός και στανικώς θέλουν παραδοθή και προσκυνήσουν».
Παρόμοια αναφέρονται και στο «Χρονικόν περί της των Τούρκων βασιλείας» (από το 1300 μέχρι το 1461), του Μέγα Λογοθέτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Ιέρακος (16ος αιώνας). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας, μετά την προδοσία των καλόγερων, οι Θεσσαλονικείς πιάστηκαν «σαν τα σπουργίτια σε παγίδα και σαν τα ορτύκια που λείπει η μάνα τους απ’ τη φωλιά»…
Αφ’ ου δε παρεγένετο σουλτάνος προς εκείνην και Θετταλούς εκύκλωσε τους όντας εν τη πόλει, ην απορία εν αυτώ μεγίστη περί ταύτης, ουδόλως γαρ ηδύνατο ελείν και εκπορθήσαι το άστυ το περιφανές τών Θετταλών το κλέος, ηθύμει δε και ήσχαλε κ’ ετήκετο μεγάλως.
Τότε τινές των μοναχών, λέγω, των ρακενδύτων εκ των Βλατέων της μονής εντός αυτού οικούντες, κατέγραψαν, εδήλωσαν άπαντα τω σουλτάνω, γράφουσι δε και λέγουσιν: «Ω κύριε σουλτάνε, ως ει σοί έστι βουλητόν άρξαι Θεσσαλονίκης, λαβείν και ταύτην και ημάς και πάντας τους εν πόλει, τους υδροχόους έκοψον σωλήνας Χορτιάτου, δίψn πιεζομένων δε πάντων και απορία, ακόντων τελεσθήσεται όπερ ποθείς γενέσθαι. Όρος Χορτιάτης εστί δε κείμενον υπέρ ταύτης, εξ ου τη πόλει άριστον ύδωρ ηδύ εισρέει».
Σουλτάνος oυv ακηκόως τούτο υπερησθείς τε επιχειρεί ως εν ταύτω τω πράγματι και έργω και ταύτην εχειρώσατο ως καλίαν στρουθίων, ως ορταλίχων φωλεόν άνευ μητρός μεινάντων, ήτοι αγάπης καθαράς μη ούσης εν τοις ένδον. Τότε τζαούσην φύλακα καθίστησι φυλάττειν τους εν μονή μονάζοντας προδώσαντας την πόλιν. Τζαούσης δε την σήμερον αυτ’ η μονή καλείται, ίνα μηδείς εκ του στρατού τους μοναχούς ταράξn, όθεν και ατελείς εισίν άχρι του νυν εκ Τούρκων, το έργο μνημονεύοντες των μοναχών το πάλαι.
Η Θεσσαλονίκη έπεσε στις 29 Μαρτίου 1430. Ο Μουράτ Β’ εξετίμησε αρκετά την πολύτιμη συνεργασία των καλόγερων, δίνοντας προνόμια στο μοναστήρι που ονομάστηκε και «Τσαούς Μοναστήρ» (παρεμπιπτόντως αξίζει ν’ αναφερθεί ότι η μονή χτίστηκε τον 14ο αιώνα πάνω σε ερείπια καταστραμμένου -απ’ τους χριστιανούς- αρχαιοελληνικού ναού), εξαιτίας της φρουράς (τσαούσηδες) που διέθεσε ο σουλτάνος για την προστασία των μοναχών. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, «τσαούσηδες» ορίζονταν από τον σουλτάνο, κάποιοι απ’ τους ίδιους τους καλόγερους για λογαριασμό των Τούρκων αξιωματικών, εξασφαλίζοντας έτσι την προστασία του μοναστηριού, με την δύναμη που έδινε ο οθωμανικός στρατιωτικός βαθμός.
Σύμφωνα τέλος και με τον ιστορικό Παύλο Καρολίδη («Ιστορία του ελληνικού έθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου), το στρατόπεδο του Μουράτ Β’, επισκέφθηκαν εκείνες τις ημέρες και οι καλόγεροι του Αγίου Όρους, προκειμένου να δηλώσουν υποταγή και να διασφαλίσουν κι αυτοί τα προνόμιά τους, διακρίνοντας την επικείμενη επικράτηση των Τούρκων: «Διαρκούσης της πολιορκίας της Θεσσαλονίκης ή μικρόν μετά την άλωσιν της πόλεως ταύτης ενεμφανίσθησαν εν τω στρατοπέδω του Μουράτ Β’ απεσταλμένοι των ιερών μονών του αγιωνύμου όρους Άθω και προσήνεγκον αυτώ την υποταγήν της ιερατικής αυτών πολιτείας. Ο Οθωμανός μονάρχης ευμενώς εδέξατο τους απεσταλμένους και ανεγνώρισε και επεκύρωσε πάντα τα δικαιώματα και προνόμια, ων απέλαυεν η ιερά πολιτεία επί των Ελλήνων αυτοκρατόρων».
«Όταν άρχισα τώρα στα γεράματα να γράφω τον “Καπετάν Μιχάλη”, ο κρυφός μου σκοπός ήταν τούτος: Να σώσω, ντύνοντας το με λέξεις, το όραμα του κόσμου όπως τον δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Κι όταν λεω τ’ όραμα του κόσμου, θέλω να πω το όραμα της Κρήτης. Δεν ξέρω τι γίνουνταν, την εποχή εκείνη στα άλλα παιδιά της λευτερωμένης Ελλάδας, μα τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι πατούσαν ακόμα τα χώματα μας και συνάμα άρχιζαν ν’ ακούγονται να ζυγώνουν τα αιματωμένα φτερά της Ελευτερίας. Στην κρίσιμη αυτή μεταβατική στιγμή, τη γεμάτη πυρετό κι ελπίδες, τα παιδιά της Κρήτης γίνουνταν γρήγορα άντρες. Οι ανύπνωτες έγνοιες των μεγάλων γύρα τους για την πατρίδα, για τη λευτεριά, για το Θεό που προστατεύει τους χριστιανούς, για το Θεό που σηκώνει το σπαθί του να διώξει τους Τούρκους, κατασκέπαζαν τις συνηθισμένες χαρές και στεναχώριες του παιδιού.
Από πολύ νωρίς, ζώντας την έτοιμη κάθε στιγμή να ξεσπάσει σύγκρουση, είχαμε ψυχανεμιστεί πως στον κόσμο τούτον δυο μεγάλες δυνάμες παλεύουν: ο Χριστιανός κι ο Τούρκος, το Καλό και το Κακό, η Ελευτερία κι η Τυραννία και πως η ζωή δεν είναι παιχνίδι, είναι αγώνας. Κι ακόμα τούτο: πως θα έρθει μέρα που θα Πρέπει να μπούμε κι εμείς στον αγώνα. Το ‘χαμε πάρει απόφαση από πολύ μικροί πως ήταν γραφτό μας, αφού γεννηθήκαμε Κρητικοί, το Πρέπει αυτό να κυβερνάει τη ζωή μας». Νίκος Καζαντζάκης (απόσπασμα απ’ τον πρόλογο του βιβλίου)
Η δράση της υπόθεσης του βιβλίου, που γράφτηκε στα 1949-50 στην γαλλική πόλη Αντίπ, τοποθετείται στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη και στην επανάσταση του 1889. Ο τόπος βράζει, τα πάθη ανάμεσα σε Τούρκους και Κρητικούς οξύνονται. Μεγάλη αναταραχή παντού. Έχουν προηγηθεί οι επαναστάσεις του 1854, του 1866, με το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, και του 1878.
Το αίμα που έχει χυθεί γυρεύει κι άλλο αίμα. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η Κρήτη θα ελευθερωθεί με τα γράμματα και το μυαλό κι άλλοι, ανάμεσά τους κι ο καπετάν Μιχάλης με την καρδιά, τη λεβεντιά και το ντουφέκι. Ο κεντρικός ήρωας, ο καπετάν Μιχάλης, ένας άγριος και ανυπότακτος πολεμιστής, έχει ορκιστεί να είναι μαυροντυμένος, αξύριστος και αγέλαστος μέχρι να ελευθερωθεί η Κρήτη. Όταν όμως συναντά την Εμινέ, τη γυναίκα του αδελφοποιητού του, του Νουρήμπεη, τον κυριεύει «ένας δαίμονας»· παρά τις προσπάθειές του δεν καταφέρνει να τη βγάλει από το μυαλό του…
Ο Νίκος Καζαντζάκης, με βάση αποσπάσματα του «Kαπετάν Mιχάλη», κατηγορήθηκε και καταράστηκε από την Εκκλησία ως ιερόσυλος, καθώς σύμφωνα με την Ιερά Σύνοδο «διασύρει και διαπομπεύει τους θεσμούς της Εκκλησίας και το τριαδικόν της θεότητος το οποίο καθυβρίζει».