Η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην· γιατί είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και σ’ αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ’ εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα· δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή. Ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε.
Είναι καθήκον μας, εντούτοις, να τα κρίνουμε όλα αυτά παραβάλλοντας και συγκρίνοντας το ένα με το άλλο και εξετάζοντας προσεκτικά τι συμφέρει και τι όχι. Γιατί ορισμένες φορές μεταχειριζόμαστε το αγαθό ως κακό και αντιστρόφως.
Το να αρκείται κανείς σ’ αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό· όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά -με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το αποκτάς δύσκολα· ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στον απλό τρόπο ζωής κι όχι στην πολυτέλεια, δεν βοηθά μόνο την υγεία αλλά κάνει επίσης τον άνθρωπο ικανό να αντεπεξέρχεται με αποφασιστικότητα στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής· μας κάνει να το ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν, αραιά και που, παίρνουμε μέρος σε πολυτελή γεύματα και μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπρος στα παιχνίδια της τύχης. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
«Η παιδεία των νέων, είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών… Όμως, της δικής μας παιδείας το αίμα, έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας». Δημήτρης Λιαντίνης
Τα αρχαία ελληνικά τα αντιπαθούν όλοι οι Έλληνες. Αν κάνει κανείς μια δημοσκόπηση σήμερα, το αποτέλεσμα που θα του δοθεί θα το βρει πελώριο. Στους εκατό θα ανακαλύψει πως οι ενενήντα τόσοι, τα αρχαία ελληνικά δεν θέλουν ούτε να τ’ ακούσουν. Και το χειρότερο είναι, πως την ίδια αποστροφή την αισθάνεται και η πλειονότητα των φιλολόγων που διδάσκει το μάθημα στα σχολεία.
Σήμερα όταν μιλήσεις σε κάποιονε για τα αρχαία ελληνικά, αμέσως θα τον χτυπήσει ναυτία. Ένα πνευματικό ανακάτωμα παραγουλιάζει ολόκληρη την υπόστασή του. Μονόπτωτα ρήματα, ετερόπτωτοι διορισμοί, τρίπτωτες προθέσεις, βαρείες, οξείες, ερωτηματικές, εγκλιτικά και εγκλίσεις, παραγωγή και έτυμα, προληπτικό κατηγορούμενο. Είναι μια στοίβα τσάνταλα που ξεχειλίζουν το ψυχοσωματικό μας και χύνουνται σαν ερευγμοί, κρυάδες, νυστάλα, χασμήματα, και όλα τα ουά του ιουδαϊκού όχλου. Οι σχετικές μνήμες από τη σχολική εμπειρία ανακαλούν στους ενήλικους πλήξη νεότητας, ψυχικά τραύματα, κατακάθια νευρωτικά, έλλειψη αέρα, δυσχέρεια ύπαρξης.
«Κύρος ανεβαίνει, Κύρος κατεβαίνει, και γαμώ τους Έλληνες και όλους τους δασκάλους». Έτσι άκουσα να καταριέται κάποτε κάποιος τα εφηβικά του χρόνια. Την αθωότητα, δηλαδή, και την πιο τρυφερή ώρα της ηλικίας του. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα, ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθησή μας· όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: Όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια, αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που ‘χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται τον θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει, αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου.
Γιατί ό,τι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος, λοιπόν, δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν’ αποφύγουν τον θάνατο σαν να ‘ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν’ αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής.
Απεναντίας, ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται, ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: Δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη, μα την ευτυχέστερη. Κι είναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του· όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη, αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά, είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς, «αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Άδη»*. Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αποσύρεται από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το ‘χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ’ αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία.
Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί, ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Και ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά.
Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα. Κι η ζωή κυλά μ’ αναβολές και χάνεται κι ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.
* Θέογνις (425, 427).
Πηγή: «Επιστολή προς Μενοικέα», «Επικούρου προσφώνησις» και «Κύριαι δόξαι» («Επίκουρος», Εκδόσεις «Θύραθεν»)
Εκείνο που αποκαλούμε «κλασική παιδεία»
Κάνοντας μια στροφή πίσω στην πορεία της ζωής, ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει κάτι ανεπανόρθωτο: Η κατασπατάληση της νιότης μας, όταν οι παιδαγωγοί μας δεν χρησιμοποίησαν καθόλου εκείνα τα φλογερά και άπληστα για μάθηση χρόνια για να μας οδηγήσουν προς τη γνώση των πραγμάτων, αλλά προς εκείνο που ονομάζουν «κλασική παιδεία»! Η εξάτμιση της νιότης μας, όταν μας εντύπωναν στο μυαλό, με αδεξιότητα και βαρβαρότητα, μια ατελή γνώση για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους καθώς και για τις γλώσσες τους, ενεργώντας αντίθετα στην ανώτερη αρχή κάθε παιδείας: Ότι πρέπει να δίνουμε τροφή μόνο σ’ εκείνον που πεινά πραγματικά! Όταν μας επέβαλαν με τη βία τα μαθηματικά, αντί να μας οδηγήσουν πρώτα στην απελπισία για την άγνοιά μας και να αναλύσουν τη μικρή καθημερινή ζωή μας, τις κινήσεις μας και όλα όσα συμβαίνουν από το πρωί ως το βράδυ στα εργαστήρια, στον ουρανό και στη φύση, σε χιλιάδες προβλήματα, προβλήματα τυραννικά, ταπεινωτικά, εκνευριστικά, για να δείξουν έτσι στην επιθυμία μας ότι έχουμε πριν απ’ όλα ανάγκη από μια μαθηματική και μηχανική γνώση, και κατόπιν να μας διδάξουν την πρώτη επιστημονική μαγεία που προσφέρει η απόλυτη κατοχή αυτής της γνώσης! Ας μας δίδασκαν τον σεβασμό γι’ αυτές τις επιστήμες! Ας έκαναν την ψυχή μας να τρέμει από συγκίνηση, έστω και μια φορά, με τους αγώνες, τις ήττες, τους επανειλημμένους αγώνες των μεγάλων ανθρώπων, με το μαρτύριο που είναι η ιστορία των κύριων επιστημών! Αντίθετα, μας κυριεύει μια ορμή περιφρόνησης προς τις πραγματικές επιστήμες, για χάρη των «ιστορικών» σπουδών, της «σωστής παιδείας που αναπτύσσει το πνεύμα» και του «κλασικισμού»! Και αφήνουμε τόσο εύκολα να μας εξαπατήσουν!… Μάθαμε άραγε τίποτα απ’ αυτό που διδάσκονταν ακριβώς οι αρχαίοι στη νεότητά τους; Μάθαμε να μιλάμε όπως αυτοί, να γράφουμε όπως αυτοί; Μήπως εξασκηθήκαμε ακατάπαυστα στην ξιφασκία της συνομιλίας στη διαλεκτική; Μάθαμε όπως αυτοί, να κινούμαστε με χάρη και περηφάνια, να υπερέχουμε στον αγώνα, στο παιχνίδι ή στην πυγμαχία; Μάθαμε κάτι για τον πρακτικό ασκητισμό όλων των Ελλήνων φιλοσόφων; Μήπως ασκηθήκαμε σε μια και μοναδική αρετή όπως ασκούνταν οι αρχαίοι; Δεν λείπει από ολόκληρη την παιδεία μας ο στοχασμός πάνω στην ηθική, και επιπλέον η μοναδική δυνατή κριτική γι’ αυτή, εκείνες οι σοβαρές και θαρραλέες προσπάθειες να ζήσουμε μ’ αυτή ή με εκείνη την ηθική; Μήπως ξύπνησε ποτέ κανείς μέσα μας οποιοδήποτε αίσθημα που οι αρχαίοι εκτιμούσαν περισσότερο απ’ όσο οι μεταγενέστεροι; Μας έδειξαν ποτέ τη διαίρεση της μέρας και της ζωής και τους σκοπούς που έθετε ένα αρχαίο πνεύμα πάνω από τη ζωή; Μάθαμε τις αρχαίες γλώσσες έτσι όπως μαθαίνουμε εκείνες των ζωντανών λαών, δηλαδή για να μιλήσουμε, και να μιλήσουμε με άνεση και ευχέρεια; Καμία πραγματική γνώση, καμία καινούρια κατάκτηση ως αποτέλεσμα τόσων χρόνων προσπάθειας! Αλλά μόνο πληροφόρηση γι’ αυτό που οι άνθρωποι ήξεραν και μπορούσαν να κάνουν άλλοτε! Και τι πληροφόρηση! Χρόνια και χρόνια τώρα τίποτα δεν μου φαίνεται πιο έκδηλο από το γεγονός ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε και που μας παρουσιάζεται απλά και καθαρά, είναι στην πραγματικότητα δυσκολονόητος, δυσπρόσιτος, και ότι η συνηθισμένη ευκολία με την οποία μιλούμε για τους αρχαίους είναι, είτε ελαφρότητα, είτε η παλιά κληρονομημένη ματαιοδοξία της απερισκεψίας … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
Οι χριστιανοί ενέσκηψαν κάποτε στην Ελλάδα, στην πατρίδα του υψηλότερου πολιτισμού στον κόσμο τότε, ως μία πολύ καλά οργανωμένη κι αποφασισμένη μεταφυσική συμμορία, με ακαταμάχητο σύμβολο ένα βασανισμένο σεβάσμιο πτώμα πάνω στον μισητό ρωμαϊκό σταυρό. Η χρησιμοποίηση ενός βασανισμένου πτώματος ως μέσο πειθούς είναι μια υπόθεση επαίσχυντη σίγουρα, όμως εκείνοι ήταν αδίστακτοι και δεν ορρωδούσαν ποτέ, μπροστά σε τίποτα. Έκαναν το πτώμα αυτό όσο πιο σεβάσμιο μπορούσαν, διογκώνοντας την αδικία στο έπακρο. Προς αυτό το άδικα βασανισμένο σεβαστό σώμα κατάφεραν μ’ ευχέρεια να εμφυσήσουν βαθιά λύπη και συμπόνια από όλους. Σαν πολύ ταλαντούχοι επαίτες που γνωρίζουν πώς να εμπνεύσουν λύπη και συμπόνια από όλους με μύρια σαγηνευτικά κόλπα.
Πως λειτουργούν αυτοί οι άνθρωποι σε αυτές τις υποθέσεις μας τα αφηγείται πολύ αναλυτικά ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στο μνημειώδες λογοτεχνικό έργο του «Ο ζητιάνος». Για τους χριστιανούς ήταν μια πανεύκολη υπόθεση, που μας τη διδάσκουν εξαντλητικά επί δύο χιλιάδες χρόνια καθημερινά. Στην ουσία τις χριστιανικές ψυχές ενώνει ισχυρά μια κοινή φυσική συμπόνια προς ένα άδικα βασανισμένο πάνσεπτο σώμα. Είναι ένα αληθινό και πανίσχυρο θυμικό φορτίο, ψεύτικα και πονηρά εμπνευσμένο με αλήθειες και εύστοχα ψέματα. Εκεί στηρίζονται ισχυρά και χτίζονται με ευκολία μετά όλα τα λόγια της χριστιανικής κατήχησης, που χαράζονται γερά μες στις αθώες ψυχές των ανθρώπων σε ένα πανίσχυρο κι αληθινό θυμικό φορτίο, εμπνευσμένο σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά με μύρια έντεχνα λόγια. … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »