Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντι της εμάς τους Νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί να ‘χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;
Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς Έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους Φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο. Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;
Σχέση με τους αρχαίους Έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι Γάλλοι, οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους Ευρωπαίους οι Νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Είμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι Ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.
Θέλεις νά ‘χεις πιστή την εικόνα του Νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι του Μακαρίου Β’ της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της Τούρκισσας, και έχεις τον Νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »
«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.
Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη». Απόσπασμα από την «Ασκητική» (Νίκος Καζαντζάκης)
Το φιλοσοφικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Ασκητική», αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενά του, μέσα από το οποίο προσπαθεί να εκφράσει τα μεταφυσικά του πιστεύω, ενώ την θεωρούσε ως «το σπόρο απ’ όπου βλάστησε όλο το έργο του». Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό του Δημήτριου Γληνού «Αναγέννηση», το 1927, ενώ η πρώτη έκδοση έγινε το 1945 στην Αθήνα. Το 1930 εξ αιτίας της «Ασκητικής» επρόκειτο να οδηγηθεί στα δικαστήρια για αθεϊσμό, αλλά η δίκη τελικά δεν έγινε ποτέ.
Ο Σωκράτης, κατά γενική ομολογία, θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης δυτικής σκέψης. Η δίκη και καταδίκη του σε θάνατο, από πολλούς ερμηνεύεται ως αποτυχία του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο τελικά πνίγει όσες φωνές είναι διαφορετικές. Ορισμένες νέες ακαδημαϊκές απόψεις, πάντως, προτάσσουν ότι η δίκη του Σωκράτη ήταν απολύτως νόμιμη αλλά και ότι ο ίδιος ο Σωκράτης ήταν αυτός που προκάλεσε το θάνατό του.
Ένα άρθρο της βρετανικής εφημερίδας Independent για τις συνθήκες θανάτου του Σωκράτη, με αφορμή την έκδοση ενός νέου βιβλίου για την πολιτική σκέψη και πρακτική στην αρχαία Αθήνα:
Η διαβόητη δίκη του Σωκράτη έχει ερμηνευθεί από πολλούς σαν μία από τις πρώτες και πιο δραματικές περιπτώσεις αποτυχίας της δικαιοσύνης, που κατέληξε στη θανατική καταδίκη του «πατέρα της δυτικής σκέψης». Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε για «ασέβεια» και «διαφθορά των νέων», το 399 π.Χ., παρόλο που πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι οι κατηγορίες αυτές «εφευρέθηκαν» από τους προκατειλημμένους συμπολίτες του.
Πρόσφατα, ο Paul Cartledge, καθηγητής του Παν/μίου του Cambridge, εμφανίστηκε λέγοντας ότι η δίκη ήταν νομικώς ορθή και ότι ο Σωκράτης ήταν ένοχος, όπως τον κατηγορούσαν. Μάλιστα, ο καθηγητής πιστεύει ότι ο Σωκράτης προκάλεσε το θάνατό του.
Στο νέο του βιβλίο, ‘‘Ancient Greek Political Thought In Practice’’, ο Cartledge αναφέρει ότι πολλοί πολιτικοί και ιστορικοί χρησιμοποιούν το παράδειγμα του Σωκράτη όταν θέλουν να αναδείξουν το πώς η δημοκρατία μπορεί να μετατραπεί σε οχλοκρατία. Εντούτοις, η περίπτωση του Σωκράτη δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. «Όλοι ξέρουν ότι η δημοκρατία δημιουργήθηκε από τους Έλληνες, όμως δεν ήταν η δημοκρατία όπως την ξέρουμε σήμερα και τελικά έχουμε καταλήξει να παραφράζουμε την ιστορία». «Οι κατηγορίες που βάρυναν τον Σωκράτη σε μας φαίνονται γελοίες, όμως στην αρχαία Αθήνα θεωρούνταν ότι υπηρετούσαν το κοινό καλό».
Στο βιβλίο του, ο Cartledge αμφισβητεί τα παραδοσιακά επιχειρήματα ότι ο Σωκράτης ήταν αμιγώς θύμα του πολιτικού συστήματος: Ιστορικοί επηρεασμένοι από αρχαίους συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου του Πλάτωνα, υποστηρίζουν ότι η ανοιχτή κριτική του Σωκράτη απέναντι στην αθηναϊκή πολιτική ελίτ, δημιούργησε πολλούς εχθρούς, οι οποίοι κατασκεύασαν τις κατηγορίες της «ασέβειας και διαφθοράς» για να τον κάνουν να σιωπήσει. Μία άλλη τάση, θεωρεί ότι τα μαθήματα του Σωκράτη δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις εξέγερσης κι έτσι η καταδίκη του λειτούργησε σαν «παράδειγμα» για τους επίδοξους στασιαστές.
Ο Cartledge, πάλι, θεωρεί ότι η περίπτωση του Σωκράτη σχετίζεται με το ότι αμφισβητούσε την εξουσία πολλών από τους θεούς της εποχής του και υποστήριζε ότι τον οδηγούσε ο εσωτερικός του «δαίμονας», ένας όρος που, κατά τον Cartledge, μπορεί να ερμηνευθεί ως «ενόραση» αλλά και ως μία «σκοτεινή, υπερφυσική δύναμη», κάτι που δηλαδή εξαγρίωνε τους πιστούς.
Ο καθηγητής θεωρεί, επίσης, ότι ο ίδιος ο φιλόσοφος προκάλεσε το θάνατό του.
Σύμφωνα με τους αθηναϊκούς νόμους, μία τέτοια δίκη επέτρεπε στον κατηγορούμενο να επιλέξει την ποινή του. Ο Σωκράτης, αντί να λάβει σοβαρά αυτή την ευκαιρία που είχε, αρχικά αστειεύτηκε με την κατάσταση και μετά πρότεινε μία πάρα πολύ μικρή χρηματική ποινή. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι δικαστές τού επέβαλλαν τη θανατική ποινή. Ο ίδιος, αντί να τραπεί σε φυγή, δέχτηκε την ποινή, υποστηρίζοντας ότι «το χρωστούσε στην πόλη που τον μεγάλωσε και ο ίδιος έπρεπε να σεβαστεί τους νόμους της στο ακέραιο».
Ο Cartledge θεωρεί ότι ο φιλόσοφος «αναμφισβήτητα ήταν γενναίος, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένας ‘‘διανοούμενος-ήρωας’’. Όμως η ιδέα ότι ο Σωκράτης ήταν αθώος και καταδικάστηκε σε θάνατο λόγω της «οχλοκρατίας» είναι λανθασμένη. Στα μάτια των Αθηναίων, ο αφανισμός του ισοδυναμούσε με κάθαρση».
Η καθηγήτρια Angie Hobbs, φιλόσοφος στο Warwick University, αναφέρει ότι, μέχρι πρόσφατα, οι κατηγορίες εναντίον του ερμηνεύονταν ως μία εκδίκηση των δημοκρατικών, εξαιτίας της σχέσης του με το ολιγαρχικό κόμμα. Η Hobbs αναφέρει ότι «ο Σωκράτης ενοχλούσε τους ανθρώπους με επιρροή. Ήταν αγενής και απότομος. Εκείνη την εποχή, οι φιλόσοφοι θεωρούνταν επικίνδυνοι και δεν ήταν ο μόνος που είχε προβλήματα. Οι Αθηναίοι είχαν μάλλον δίκιο που ενοχλούνταν ελαφρώς από όλα αυτά που έκανε, που έβαζε δηλαδή τους νέους να αναπτύσσουν κριτική σκέψη».
Η Hobbs συμφωνεί ότι ο Σωκράτης «δεν έπρεπε να πεθάνει» αλλά και ότι «το έκανε πολύ δύσκολο για τους δικαστές του να μην του επιβάλλουν τη θανατική καταδίκη. Όταν οι φρουροί του ανακοίνωσαν ότι μπορεί να δραπετεύσει, αρνήθηκε».
«Ο Σωκράτης ήθελε να γίνει ένα είδος ‘‘μάρτυρας της φιλοσοφίας’’. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η απολογία του στο δικαστήριο ήταν απίστευτα αλαζονική, καθώς έλεγε ότι «οι δικαστές μου πρέπει να μου είναι ευγνώμονες: τους βοήθησα να καθαρίσουν την ψυχή τους και πρέπει να μου χορηγούν δωρεάν γεύματα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου».
Η ειδικευμένη στην κλασική περίοδο, καθηγήτρια Mary Beard, του Cambridge, συμπληρώνει: «Επενδύσαμε σε αυτόν. Τον αναγάγαμε σε φάρο της ελεύθερης σκέψης, επειδή ήταν πιστός σε αυτά που πίστευε (και στο δικαίωμά του να τα πιστεύει) μέχρι το θάνατο. Αλλά για τα μέτρα της αρχαίας Αθήνας, η τιμωρία του ήταν δίκαιη».
Ο Σωκράτης θεωρείται μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της δυτικής σκέψης, αλλά οι ιδέες του έχουν διατηρηθεί μόνο μέσα από την καταγραφή των μαθητών του, κυρίως από τον Πλάτωνα, κάτι που για την ακαδημαϊκή κοινότητα θεωρείται προβληματικό.
Ο Διογένης ο «Κυνικός» (ή Κύων), γνωστός κι ως ο Διογένης ο Σινωπεύς, ήταν Έλληνας φιλόσοφος, που γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου περίπου το 412 π.Χ. (σύμφωνα με άλλες πηγές το 399 π.Χ.) και θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κυνικής Φιλοσοφίας. Σύμφωνα με έναν θρύλο, γεννήθηκε την ημέρα που πέθανε ο Σωκράτης.
Λέγεται ότι οι Σινωπείς τον εξόρισαν γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Ο Διογένης λόγω της εξορίας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως πολιτικός εξόριστος το 370 π.Χ. Συνήθως, τα καλοκαίρια έμενε στην Κόρινθο και τους χειμώνες στην Αθήνα.
Πολύ γρήγορα εντυπωσιάστηκε από τη διδασκαλία του Αντισθένη, ένας από τους πιο διαπρεπείς μαθητές του Σωκράτη και ζήτησε να γίνει μαθητής του. Λέγεται, ότι εμφανίστηκε μπροστά στον Αντισθένη, σαν τραπεζίτης, παρακαλώντας τον να τον δεχθεί ως μαθητή του. Ο Αντισθένης, φυσικά, αρνήθηκε να διδάξει έναν τραπεζίτη. Ο Διογένης επέμενε για πολύ καιρό. Ο Αντισθένης αποφάσισε να τον δεχθεί μόνο όταν τον είδε να είναι ντυμένος με κουρέλια, να κοιμάται στο χώμα και στις λάσπες, και να περιπλανιέται ζητιανεύοντας μαζί με τους άλλους ζητιάνους. Σύντομα ο Διογένης ξεπέρασε το δάσκαλό του, όχι μόνο σε φήμη, αλλά και στην αυστηρότητα του τρόπου ζωής. Θεωρείται το αρχέτυπο των Κυνικών, και μάλιστα πολλοί του αποδίδουν την καθιέρωση του Κυνικού τρόπου ζωής, αν και ο ίδιος αναγνωρίζει το χρέος του στον Αντισθένη. Η κυνική φιλοσοφία λέγεται έτσι γιατί οι κυνικοί είχαν ως έμβλημά τους τον Κύων (τον σκύλο) και έλεγαν «εμείς διαφέρουμε από τους άλλους σκύλους διότι εμείς δεν δαγκώνουμε τους εχθρούς αλλά τους φίλους, για να τους διορθώσουμε». Οι κυνικοί φιλόσοφοι πρέσβευαν την απόλυτη αμφισβήτηση των πάντων, απέρριπταν κάθε εξουσία και ήθελαν την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου … Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »