Χριστιανισμός – Πάρε-Δώσε

Πάρε-Δώσε

Ιστοχώρος ποικίλης ύλης
Ελληνική σημαία Πάρε-Δώσε
  • Ειδοποιήσεις

    Ενημερωθείτε άμεσα, για κάθε νέο άρθρο.
    Loading
  • Ροή σχολίων

Κριτική και αξιολόγηση μαρτυριών και αναφορών για την ιστορικότητα του Ιησού

  11/04/2026 | Σχολιασμός

Στο προηγούμενο άρθρο «Ποιό είναι το έτος της σταύρωσης του Ιησού;» επιχειρήθηκε ο προσδιορισμός της γεννήσεως και του θανάτου του Ιησού με βάση τις πληροφορίες που καταγράφονται στα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, συνδέοντας τες με ιστορικά στοιχεία και αστρονομικούς υπολογισμούς, συμπεραίνοντας ότι, «Τα ευαγγέλια αδυνατούν να συμφωνήσουν και να δώσουν την χρονολογία γέννησης και θανάτου του κεντρικού προσώπου του οποίου περιγράφουν τις κινήσεις και την δράση». Καταλήγοντας ότι, «Ακολούθως, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ». Αυτό αφορά αποκλειστικά τον Ιησού όπως παρουσιάζεται στις ευαγγελικές διηγήσεις. Ωστόσο δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία μεταξύ των ειδικών για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη ενός ιστορικού Ιησού, έξω από όσα ισχυρίζονται περί αυτού τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Επανέρχομαι λοιπόν με περισσότερα στοιχεία από τα βιβλικά κείμενα, και επιπροσθέτως αξιολογώντας αναφορές εκτός Καινής Διαθήκης.

Το ζήτημα, λοιπόν, της ιστορικότητας του Ιησού δεν είναι μικρής σημασίας, ούτε πρέπει να εξετάζεται μονομερώς και με μεροληψία. Πρέπει να στέκεται κανείς στα στοιχεία με ελεύθερο νου και ανοιχτό πνεύμα, να αξιολογεί τις πηγές, και να ξεχωρίζει πότε η πληροφορία είναι «μαρτυρία» και πότε «αναφορά». Η διαφορά στις δύο αυτές έννοιες είναι ότι η μαρτυρία είτε ταυτίζεται με την πηγή, είτε ο φορέας είναι σύγχρονος της πηγής, είτε αυτή η απόσταση είναι μικρή. Έχει δηλαδή το στοιχείο της αμεσότητας. Η αναφορά δεν ταυτίζεται με την πηγή, είναι έμμεση και ο φορέας δεν είναι σύγχρονος της πηγής. Η ποιότητά της εξαρτάται από το «που» αντλείται, αν αντλείται από άλλη αναφορά, και αν υπάρχει η αρχική πηγή για να γίνει σύγκριση και αντιπαράθεση.

Θα δώσω ορισμένα παραδείγματα για να γίνω περισσότερο κατανοητός.

Η χριστιανική Εκκλησία θεωρεί ότι δύο από τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια γράφτηκαν από τους ίδιους τους μαθητές του Ιησού (είναι πηγές), και τα άλλα δύο από ανθρώπους που κατέγραψαν αυτά που τους είπαν οι μαθητές (έχουν μικρή απόσταση από τις πηγές). Υπό αυτή την προϋπόθεση, τα ευαγγέλια θεωρούνται πηγές, εφόσον σε αυτά καταγράφονται στοιχεία από συγχρόνους αυτών που περιγράφουν. Είναι δηλαδή μαρτυρίες για το βίο του Ιησού. Όμως η πληροφορία του Τάκιτου (που θα δούμε παρακάτω) δεν αποτελεί «μαρτυρία», διότι ο ίδιος ο Τάκιτος δεν είναι σύγχρονος του Ιησού. Λαμβάνει από «κάπου», επομένως μεταφέρει μια πληροφορία στο κείμενό του χωρίς το κείμενό του να αποτελεί την αρχική πηγή. Ο Θαλλός αναφέρει μια έκλειψη ηλίου. Το κείμενό του όμως δεν υπάρχει σήμερα. Λαμβάνουμε την πληροφορία του Θαλλού από τον Ιούλιο τον Αφρικανό, του οποίου όμως επίσης το έργο δεν σώζεται αυτούσιο αλλά μόνο αποσπασματικά στον Ευσέβιο. Συνεπώς, η αναφορά του Τάκιτου δεν είναι ισοδύναμη με αυτή του Θαλλού, όπως και του Τάκιτου δεν είναι ισοδύναμη με αυτή των ευαγγελίων.

Στο παρόν άρθρο παραλείπονται οι λεπτομερείς διαφορές και αντιφάσεις μεταξύ των τεσσάρων ευαγγελίων (οι οποίες έχουν σημαντικό ρόλο προς την ιστορικότητα και την αξιοπιστία των ευαγγελίων), διότι σε διαφορετική περίπτωση το ήδη εκτενές άρθρο θα ανερχόταν σε πάνω από 40-50 σελίδες στο Word, πράγμα που δεν θα το επιθυμούσα. Έτσι, περιλήφθησαν μόνο εκείνες που αφορούν ιστορικώς τη γέννηση και τον θάνατο του Ιησού, και όσες από τις λοιπές είναι οι σοβαρότερες κατά την κρίση μου.

Όπως προανέφερα, εδώ γίνεται εξέταση -από ερασιτεχνικής βεβαίως απόψεως- των σχετικών κειμένων, πάντα με βάση τη λογική και πηγές όπου χρειάζεται. Το άρθρο χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη. Στο πρώτο, εξετάζονται οι πληροφορίες των πηγών- μαρτυριών, και στο δεύτερο οι πληροφορίες των αναφορών. Στις πηγές-μαρτυρίες για την ιστορικότητα του Ιησού κατέταξα τα βιβλία που περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη. Στις αναφορές, όσα βρίσκονται εκτός Καινής Διαθήκης μιας και καμία δεν είναι ούτε σύγχρονη ούτε μας ανάγει πριν τη σταύρωση του Ιησού
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 5ο) – Φιλόσοφοι και θρησκεία (γ΄): Απάντηση στο απολογητικό άρθρο «Τί έλεγαν οι φιλόσοφοι για την πίστη» (β’)

  02/03/2026 | Σχολιασμός

(Τα στοιχεία που αντικρούονται λαμβάνονται από εδώ).

Σ’ αυτό το μέρος, θα εξεταστούν οι αναφορές των νεο-απολογητών στον Πλάτωνα, τους σοφιστές, τον Σωκράτη, τον Πρωταγόρα, τον Ξενοφάνη, τον Εμπεδοκλή, και τον Ευριπίδη.

Πλάτων

-Όταν ο Πλάτωνας γράφει (Πολιτεία 379a) «Δεν πρέπει να δώσουμε πίστη στον Όμηρο, ούτε σε κανένα άλλο ποιητή όταν ανόητα ξεστομίζει αυτή τη βλαστήμια για τους θεούς, πως τάχα υπάρχουν δύο πιθάρια στου Δία το κατώφλι γεμάτα το ένα με καλές, και το άλλο με κακές μοίρες (Ιλιάδα Ω 527)», και (Πολιτεία 380c) «Να μη δώσουμε άδεια ποτέ σε κανέναν ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε να ακούν τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους», και (Πολιτεία 383c) «όταν κανείς ποιητής μας λέει τέτοια για τους θεούς, θα του γυρίσουμε τις πλάτες και δε θα του δώσουμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψουμε να τα μεταχειρίζονται για την ανατροφή των παιδιών», και (Πολιτεία 607b) «από παλαιά χρόνια υπάρχει μια διένεξη ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία», μήπως τα έργα του δεν είναι προϊόν του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού; («πάσα μεν η ποίησις του Ομήρου αρετής εστιν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει» ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ) (Πηγές: Πλάτωνας, Πολιτεία 379a, 383a)

Τα αποσπάσματα που παρουσιάζουν είναι αποκομμένα όχι μόνο από τη συνάφεια του υπολοίπου κειμένου της «Πολιτείας», αλλά και από το υπόλοιπο πλατωνικό έργο, και δίνουν εσκεμμένα την πεπλανημένη εντύπωση ότι ο Πλάτων φέρεται ενάντια στον Όμηρο. Ας τα βάλουμε όμως σε μια σειρά και τάξη για να καταλάβουμε τί ακριβώς συμβαίνει
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 5ο) – Φιλόσοφοι και θρησκεία (γ΄): Απάντηση στο απολογητικό άρθρο «Τί έλεγαν οι φιλόσοφοι για την πίστη» (α’)

  01/03/2026 | Σχολιασμός

(Τα στοιχεία που αντικρούονται λαμβάνονται από εδώ).

Η κεντρική ιδέα του άρθρου των νεο-απολογητών είναι να δείξουν ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός (τον οποίο εδώ εκθειάζουν, ενώ σε άλλα άρθρα τους προσπαθούν να τον αμαυρώνουν -η πασίγνωστη χριστιανική διγλωσσία), δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία ελληνική θρησκεία. Ότι δήθεν οι φιλόσοφοι και οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής την αρνήθηκαν και την κατέκριναν, βάζοντας τις βάσεις για την μετέπειτα… «αποδοχή» του χριστιανισμού από τους Έλληνες. Για αυτό και ο τίτλος του άρθρου τους στο οποίο απαντώ τον τιτλοφορούν ως «Τί έλεγαν οι φιλόσοφοι για την πίστη». Συλλέγουν λοιπόν μεμονωμένες περιπτώσεις φιλοσόφων, αγνοώντας επιδεικτικά όλες τις άλλες, και προσπαθούν να πείσουν ότι τάχα τα προοδευτικά πνεύματα τα έβαλαν με την οπισθοδρομική ελληνική θρησκεία. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι παρουσιαζόμενες αναφορές είναι αποκομμένες από το γενικότερο πλαίσιο, και ως εκ τούτου παραποιημένες και παρερμηνευμένες. Οι τακτικές γνωστές· αποκρύψεις, παραχαράξεις, πλαστογράφηση των ελληνικών πραγμάτων. Αυτά τα είδαμε αλλού αλλά και θα τα δούμε παρακάτω στην πράξη. Διότι αρέσκομαι να αποδεικνύω αυτά που λέω.

Η θρησκεία τότε δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Δεν περιορίζονταν μόνο σε θέματα πίστης, αλλά διαπότιζε και διαπερνούσε με τρόπο θετικό κάθε πτυχή του κοινωνικού/πολιτικού/πολιτιστικού βίου της καθημερινότητας των Ελλήνων. Η λατρεία υπήρχε σε καθημερινή βάση, είτε δημόσια είτε κατ’ οίκον (για παράδειγμα στη θεά Εστία). Οι θεοί εφορεύουν σε όλες τις πτυχές του βίου, από τη γέννηση έως τον θάνατο. Το μαντείο των Δελφών επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις και δίνει συμβουλές για το που θα δημιουργηθούν νέες αποικίες και που θα οικοδομηθούν τα ιερά. Η μυθολογική παράδοση είναι πηγή έμπνευσης για την ποίηση, τα γράμματα, το θέατρο, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική. Η αρχαία ελληνική θρησκεία διαμόρφωσε τις έννοιες της ευσέβειας, της ύβρεως, του μέτρου, της δικαιοσύνης. Πάνω σε αυτές τις αξίες φιλοσόφησαν οι μεγαλύτεροι διανοητές. Τα Δελφικά παραγγέλματα αποτελούν απόδειξη της σύνδεσης της θρησκείας με την φιλοσοφία. Η νομοθεσία επίσης διαπνέονταν από τις ίδιες αρχές. Αρκεί κανείς να διαβάσει τους νόμους του Σόλωνος, ενός από τους σοφούς της αρχαιότητος. Δεν υπήρχε η διάκριση κοσμικού-θρησκευτικού. Όλα ήταν εναρμονισμένα μεταξύ τους.

Ο φιλοσοφικός μύθος λειτουργούσε ως τρόπος κατανόησης του κόσμου και των αξιών. Ο ιερατικός μύθος ως τρόπος συγκάλυψης θείων αληθειών που ο αμύητος δεν ήταν ακόμα σε θέση να συνειδητοποιήσει. Οι θρησκευτικές εορτές περιελάμβαναν μουσικούς και αθλητικούς αγώνες. Τα θρησκευτικά Μυστήρια, όπως τα Ελευσίνια, επηρέαζαν τη σκέψη για το τι είναι ψυχή, και τα σχετικά με τον κύκλου του βίου (γέννηση-θάνατος-παλιγγενεσία). Η γλυπτική τέχνη, η αγγειοπλαστική, λαμβάνουν την θεματολογία τους από τον θρησκευτικό μύθο. Οι πόλεις κράτη είχαν καθένα τους έναν προστάτη θεό. Οι θρησκευτικές γιορτές ενίσχυαν την κοινωνική συνοχή και ενότητα των πολιτών. Η κατασκευή των ναών πέρα από τη θρησκευτική χρήση, αποτελούν μνημεία πολιτισμού, ομορφιάς, και δημιουργίας. Ουδέποτε η αρχαία ελληνική θρησκεία λειτούργησε ως τροχοπέδη της γνώσης και της επιστήμης.

Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που όχι μόνο δεν παραδέχονται το ρόλο της ελληνικής θρησκείας, αλλά επιπλέον την καταπολεμούν μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετική από τη δική τους, χωρίς να αναγνωρίζουν καμία επιρροή της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Γιατί στην πραγματικότητα, ούτε αυτόν εκτιμούν. Σήμερα, επί χριστιανικής εποχής, έχουμε τα ίδια; Σε τί επίπεδο βρισκόμαστε; Ας απαντήσει ο καθένας στον εαυτό του.

Ας περάσουμε στο πρώτο μέρος της εξέτασης των παρουσιαζόμενων αναφορών (Διογένης ο Κυνικός, Επίκουρος, Ηράκλειτος, Αριστοτέλης).

Διογένης ο Κυνικός
Παραθέτουν
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 4ο) – Περί θρησκείας (β’): Θεοί και μύθοι

  16/01/2026 | Σχολιασμός

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία ανιχνεύουμε διάφορες διακρίσεις του μύθου, αναλόγως με το που αναφέρεται. Ο μύθος, ανάλογα με το είδος του, μπορεί είτε να έχει έναν ιστορικό πυρήνα, είτε όχι. Η πιο βασική διάκριση που θα μας απασχολήσει στο παρόν άρθρο, είναι αυτή σε φιλοσοφικό και σε ιερατικό μύθο. Ο μεν πρώτος αφορά όλα εκείνα που μπορεί να διδαχτεί κανείς και έχουν να κάνουν με τον ίδιο και τις ηθικές αξίες, ο δε δεύτερος αναφέρεται στους θεούς και ο σκοπός του είναι διαφορετικός. Αυτά θα τα δείξω παρακάτω. Στους μύθους που δεν έχουν ιστορικό πυρήνα, δηλαδή δεν συνέβησαν ποτέ στην πραγματικότητα, ανήκουν οι ιερατικοί μύθοι. Οι φιλοσοφικοί έχουν ενίοτε ιστορικό πυρήνα. Οι διακρίσεις αυτές δεν είναι δικές μου, ούτε είναι αυθαίρετες. Μπορεί να τις βρει κανείς μελετώντας την αρχαία ελληνική γραμματεία. Όταν κανείς αυτά μέσα του τα έχει ξεχωρισμένα και σε τάξη, τότε ορθοτομεί. Όταν όμως τα έχει μπερδεμένα, τότε βρίσκεται σε σύγχυση και είναι μυθολογικά αναλφάβητος. Και εκεί ακριβώς δημιουργείται το πρόβλημα, όταν κανείς εκλαμβάνει τους ιερατικούς μύθους κατά γράμμα.

Μια συνήθης, λοιπόν, κατηγορία είναι ο τρόπος παρουσιάσεως των θεών στους μύθους. Όσοι τα λένε, συγχέουν -είτε από άγνοια είτε σκοπίμως επειδή νομίζουν ότι τους βολεύει- τον ρόλο του φιλοσοφικού μύθου με αυτόν του ιερατικού. Και καταλήγουν σε πλάνες, που για να τις στηρίξουν χρειάζονται να επινοήσουν νέες πλάνες. Δηλαδή, πώς είναι ποτέ δυνατόν άνθρωποι του πνεύματος να εκλάμβαναν κατά γράμμα τις αναφορές των μύθων για τις δράσεις και ενέργειες των θεών, από τη στιγμή που οι θεοί για τους αρχαίους είναι ασώματοι και σίγουρα όχι άνθρωποι; Επειδή οι χριστιανοί νεο-απολογητές κατανοούν ότι αν ισχυρίζονταν κάτι τέτοιο, δεν θα τους έπαιρνε κανείς στα σοβαρά, επινόησαν μια άλλη θεωρία που θέλει τους φιλοσόφους να αποστασιοποιούνται από τη θρησκεία. Κατά συνέπεια, μόνο το ιερατείο και ο απλός κόσμος απομένουν για να αποδέχονται κατά γράμμα την μυθολογία. Αυτήν την δήθεν διάσταση φιλοσοφίας και θρησκείας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που πάντα υπήρχαν) θα τη δείξω με πηγές πιο αναλυτικά σε επόμενα άρθρα. Επίσης, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν τις πεπλανημένες απόψεις τους, διαστρέφουν τα γραφόμενα από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία ότι δήθεν απορρίπτει τον Όμηρο. Αυτό το ψεύδος είχε αναιρεθεί με πηγές σε άλλο άρθρο όπου εξετάζονταν οι νεο-απολογητικές διαστρεβλώσεις στους «Νόμους» του Πλάτωνος. Στον παρόν θα αναφερθώ πάλι σε αυτό. Τελικά, τί θέλουν να πουν οι χριστιανοί; Εάν κατηγορούν τον τρόπο παρουσιάσεως των θεών στην μυθολογία, μήπως τάχα πιστεύουν σε αυτούς και θίγονται; Εάν όχι, τότε τί τους ενδιαφέρει; Μήπως αυτοί κατανόησαν καλύτερα τα πράγματα αυτά που αφορούν μια αλλότρια για αυτούς παράδοση, ή ο απώτερος σκοπός τους είναι η συκοφαντία; Άραγε τί έχουν να πουν για όσα αίσχη αναφέρονται σε Παλαιά και Καινή Διαθήκη για τα κατορθώματα του βιβλικού θεού και του γιού του, τα οποία δεν είναι μύθοι αλλά ιστορική «πραγματικότητα» για αυτούς; Επίσης, δεν έχουν διαβάσει στον Ηρόδοτο (2.53.2) που γράφει για τους Όμηρο και Ησίοδο, «ούτοι δε εισί οι ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες»; Το «ποιήσαντες θεογονίην» δεν δείχνει ότι η ιερατική μυθολογία έχει κατασκευαστεί και επομένως δεν είναι ιστορία ούτε κατά γράμμα ερμηνεύεται από τους αρχαίους;

Ας δούμε όμως και άλλες αναφορές περί του ότι οι μύθοι εκλαμβάνονταν αλληγορικά και όχι κατά κυριολεξία, από το «Μέγα λεξικό της όλης ελληνικής γλώσσης» του Δ. Δημητράκου, τ. Θ’, σ. 4797
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

Χριστιανικές διαβολές κατά της αρχαίας Ελλάδας: Η καταγωγή τού Έλληνα κι ο πολιτισμός του (Μέρος 3ο) – Έλλην ή Ρωμιός; Ποιά η αλήθεια;

  19/12/2025 | Σχολιασμός

Αφού είδαμε στα προηγούμενα μέρη (1ο και 2ο) με ποιον τρόπο οι απολογητές προσπαθούν να κτυπήσουν τις ρίζες του Ελληνισμού, τη γλώσσα του, και τον πολιτισμό του, εδώ θα δούμε τον λόγο για τον οποίο το επιχειρούν. Οι ίδιοι σε άρθρα τους ισχυρίζονται ότι στην προχριστιανική Ελλάδα δεν υπήρχε εθνική συνείδηση. Αυτό το κάνουν αποκρύπτοντας από τους αναγνώστες τους αναφορές αρχαίων κειμένων, θεσμούς, και ήθη, που μαρτυρούν το αντίθετο! Ο σκοπός τους είναι να υποβαθμίσουν το αρχαιοελληνικό μεγαλείο για να μας πουν ότι ο Χριστιανισμός ήταν αυτός που συνέβαλε αποφασιστικά στην εδραίωση της εθνικής συνειδήσεως και συνοχής, και διατήρησε το έθνος ζωντανό μέχρι σήμερα. Απομονώνουν από την συνολική ιστορία το κομμάτι των διωγμών κατά του Ελληνισμού (ειδικά) των πρώτων αιώνων της χριστιανικής επικρατήσεως (μάλιστα τολμούν να γράφουν ότι δήθεν διωγμοί τέτοιοι δεν υπήρξαν), και επικεντρώνονται από την εποχή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και μετά. Για αυτούς, ο Ελληνισμός (που τον είπαν «Ρωμιοσύνη»), είναι το αποτέλεσμα μιας ζύμωσης πολιτιστικής που συνέβη στην βυζαντινή εποχή.

Άρθρα επί άρθρων έχουν γραφτεί. Μαρτυρίες επί μαρτυριών προκειμένου να υποστηρίξουν τις απόψεις τους. Διαδικτυακά «σεντόνια» απλώνονται με υποτιθέμενες «αποδείξεις». Με τη διαφορά ότι αυτά τα πολυάριθμα που παραθέτουν προέρχονται από τους…ομοϊδεάτες τους, ενώ ταυτοχρόνως αποκρύπτουν άλλα στοιχεία που τους χαλούν τη…«σούπα».

Θα ξεκινήσω παραθέτοντας κάποια αποσπάσματα απολογητικών κειμένων με δικές μου υπογραμμίσεις και τονισμούς, και από κάτω τον σχολιασμό μου
Ανάγνωση ολόκληρου του θέματος »

 
Εναλλαγή σε εμφάνιση φορητής συσκευής